Συνέντευξη στη Μαρία Μπραουδάκη

 

Δύσκολη, λόγω του νομοθετικού πλαισίου, θεωρεί την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος. Η έλλειψη εκκλησιαστικού κτηματολογίου εμποδίζει την όποια προσπάθεια, ενώ, όπως λέει, το όλο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συνεκμετάλλευσης με το κράτος είναι ασαφές και, ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να κινηθούμε ούτε «στο όριο της δημιουργικής ασάφειας». Ο κ. Χρυσόστομος είναι υπέρ του διαλόγου με την Aριστερά και με οποιαδήποτε πολιτική δύναμη, αρκεί οι συνομιλητές να μη λένε άλλα και να εννοούν άλλα! Επίσης, ο κ. Χρυσόστομος προτείνει τη συνεργασία των χριστιανικών Εκκλησιών της Ευρώπης για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος.

 

 

Πώς κρίνετε την πρόταση του Αρχιεπισκόπου για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη διάθεση των εσόδων για την εξόφληση του χρέους;

Θεωρητικά και υπό προϋποθέσεις, η πρόταση του Μακαριωτάτου είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, ίσως, δε, και εφικτή. Στην πρακτική εφαρμογή της, όμως, το όλο ζήτημα είναι αρκετά περίπλοκο και με υποβόσκουσες δυσκολίες, γιατί απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο αφενός μεν να κατοχυρώνεται αδιαμφισβήτητα η κυριότητα της εκκλησιαστικής περιουσίας στα διάφορα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας, στα οποία και ανήκει (Ι. Μητροπόλεις, Ι. Μονές, Ι. Ναούς), αφετέρου δε να διασφαλίζεται η όλη διαδικασία της συνεκμετάλλευσης επ’ ωφελεία των δοκιμαζόμενων κοινωνικών ομάδων. Η πρώτη προϋπόθεση, η κατοχύρωση, δηλαδή, του δικαιώματος κυριότητας στα διάφορα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας της περιουσίας πού τους ανήκει, είναι δύσκολο ακόμη ως προς τη νομιμοποίηση και αποτύπωσή της, εξαιτίας της έλλειψης ή της μη ολοκλήρωσης από μέρους της Εκκλησίας ενός εκκλησιαστικού κτηματολογίου. Όσο και για τη δεύτερη προϋπόθεση, ως προς τη μορφή, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνεκμετάλλευσης, νομίζω ότι κινούμεθα σε μια γενική ασάφεια ως προς τη συγκεκριμενοποίηση του περιεχομένου της συνεκμετάλλευσης, η οποία δεν μας επιτρέπει να κινηθούμε ούτε στα όρια μιας «δημιουργικής ασάφειας». Οι καρποί μιας τέτοιας πρότασης σε βάθος χρόνου θα πρέπει να εξαρτώνται από την επίλυση όλων αυτών των προϋποθέσεων που σας ανέφερα και τον προσδιορισμό των επιδιωκόμενων σκοπών και όχι με γενικού τύπου εξαγγελίες και αναφορές.

 

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις της Αριστεράς με την Εκκλησία; Υπάρχουν δείγματα ικανά για να άρουν την όποια «καχυποψία» ή, έστω, επιφυλακτικότητα εκατέρωθεν;

 Η Εκκλησία πάντοτε βρίσκεται σε διάλογο με όλους και για όλα, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και ιδεοληψίες, χωρίς αγκυλώσεις, προκαταλήψεις και καχυποψίες. Επίσης, όπως έχει αποδείξει διαχρονικά, σέβεται τους συνομιλητές της και επιδεικνύει μια σύνεση και μια συνέπεια, τόσο στο όλο πλαίσιο του διαλόγου όσο και στη διαδικασία του και στα συμπεφωνημένα. Το πρόβλημα τίθεται όταν αυτοί οι οποίοι συνομιλούν με την Εκκλησία άλλα δηλώνουν και άλλα βουλεύονται. Τότε τα πράγματα παίρνουν μια άλλη τροπή. Στη συνείδηση της Εκκλησίας δεν υπάρχουν πολιτικοί προσανατολισμοί, υπάρχουν άνθρωποι και ανθρώπινες κοινωνίες. Θεωρεί, δε, ότι όλες οι δυνάμεις θα πρέπει να υπηρετούν αυτό τον λαό με κριτήριο την ισόρροπη ανάπτυξή του και να διακονούν τον σκοπό αυτό.

 

Συμμερίζεστε την άποψη πως ως χώρα κινδυνεύουμε από τον ισλαμικό φονταμεταλισμό; Και, αν ναι, πώς νομίζετε ότι μπορούμε να «απειληθούμε» και πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε;

Όπου υπάρχει φανατισμός, και μάλιστα θρησκευτικός, υπό τόν μανδύα της πολιτικής, τότε τα πράγματα είναι αρκετά επικίνδυνα και πάντα οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Ένα τέτοιο φαινόμενο, όμως, δεν θα πρέπει να «υποκινείται» από άλλα είδη αντίρροπων εκφράσεων, τοποθετήσεις οι οποίες προσβάλλουν προκλητικά, και μάλιστα με μια διάθεση ρατσιστική. Η χώρα μας, όχι μόνο έχει δείξει έμπρακτα την αντιρατσιστική της διάθεση, αλλά και, μέσα στο πνεύμα της ανεκτικότητας και καταλλαγής, έχει καταφέρει να σέβεται τις κάθε μορφής θρησκευτικές ιδιαιτερότητες και να ανέχεται τις μειονότητες, αλλά και να τους δίνει ίσες ευκαιρίες για μόρφωση και επιτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Έτσι, επιβεβαιώνει ότι σέβεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν «απειλούμεθα» και εύχομαι να μη ζήσουμε τέτοιου είδους καταστάσεις ποτέ στο μέλλον.

 

Θεωρείτε ότι θα τεθεί αυτή την περίοδο θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους ;

Θεωρώ ότι στην παρούσα χρονική στιγμή οι προτεραιότητες είναι και πρέπει να είναι η διάσωση της πατρίδας, η δικαίωση των θυσιών του ελληνικού λαού την περασμένη τριετία και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και ενότητας. Οποιαδήποτε, λοιπόν, υποκίνηση ή ανάδειξη ζητήματος σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους είναι όχι μόνο ανεπίκαιρη, αλλά και εν πολλοίς επικίνδυνη, έστω και αν είναι στα ζητούμενα από την παρούσα κυβέρνηση. Όταν ο «Τιτανικός» βουλιάζει, δεν προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις τους επιβάτες με τη μουσική ή να τους «διασκεδάσεις», αλλά αγωνίζεσαι να τους διασώσεις.

 

Οποιαδήποτε, λοιπόν, υποκίνηση ή ανάδειξη ζητήματος σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους είναι όχι μόνο ανεπίκαιρη, αλλά και εν πολλοίς επικίνδυνη, έστω και αν είναι στα ζητούμενα από την παρούσα κυβέρνηση.

 

Εάν ή όταν προχωρήσει η κυβέρνηση προς τον χωρισμό, ποιος από τους δύο φορείς, Εκκλησία ή Πολιτεία, εκτιμάτε ότι θα έχει να καταγράψει τις περισσότερες «απώλειες» και πού θα συνίστανται αυτές;

Moυ ζητάτε να παραστήσω τον προφήτη. Οποιαδήποτε αναθεώρηση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας είναι ένα πολυδιάστατο και πολύπλοκο θέμα, το οποίο απαιτεί βάθος χρόνου, νηφαλιότητα, υπευθυνότητα και συνέπεια. Όπως σας ανέφερα και παραπάνω, η συνύπαρξη, η συμβίωση και η συνεργασία των δύο θεσμών στη χώρα μας, ήδη πάνω από 150 χρόνια, έχει δημιουργήσει μια «διαπλοκή» ως προς το επίπεδο των αρμοδιοτήτων και συναρμοδιοτήτων, με μια επίσης πολυνομία, η αναθεώρηση της οποίας δεν επιτυγχάνεται με ιδεολογικές φωτοβολίδες και βεγγαλικά.

Επίσης, θα πρέπει όλοι να γνωρίζουμε ότι το σημαντικό δεν είναι να ανοίξεις ένα θέμα, αλλά το πώς θα το κλείσεις και ο τρόπος με τον οποίον θα επιλέξεις να το κλείσεις να αποβεί επ’ ωφελεία των συνδιαλεγομένων, άλλως η οποιαδήποτε ετεροβαρής επίλυση μπορεί να δημιουργήσει νέα προβλήματα, με προεκτάσεις ακόμα και στην ενότητα του λαού, και τότε «οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη»!