Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης ,Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης


Είναι συνηθέστατο φαινόμενο, σε περιόδους μεγάλων αναστατώσεων, φυσικών καταστροφών, επιδημιών, πολέμων κ.λπ. να ερμηνεύονται αυτά ως τιμωρία του Θεού στους ανυπάκουους και αμαρτωλούς ανθρώπους. Το ίδιο έγινε και στην παρούσα πανδημία του κορωνοϊού, με πολλά άρθρα και αντίστοιχες αναρτήσεις να αναφέρονται σε τιμωρία του Θεού, σε ουρανόσταλτη πρακτική για να ξεχωρίσουν οι «θερμοί» από τους «χλιαρούς» πιστούς και τα όμοια.

Αρχικώς να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Πανάγαθος Θεός δεν τιμωρεί, κι αν επιτρέπει δοκιμασίες, το κάνει όχι για να τιμωρήσει αλλά για να παιδαγωγήσει τους ανθρώπους. Εκείνο που ενίοτε μας τιμωρεί είναι οι συνέπειες των δικών μας πράξεων, των δικών μας αστοχιών και των δικών μας εφάμαρτων και εγωιστικών πράξεων και επιλογών. Οι πράξεις μάς τιμωρούν και εκείνες μας κρίνουν. Αν τώρα η παρούσα περίσταση εντάσσεται στα μέτρα αυτά, εναπόκειται στον Θεό και στο θέλημά Του και αυτό είναι κάτι που κανείς δεν γνωρίζει.

Εκείνο που ανήκει σε μας, είναι να αναρωτηθούμε όχι για την αιτία αλλά για τις συνέπειες της δοκιμασίας αυτής: θα βοηθήσει ώστε να γίνουμε όχι διαφορετικοί – όπως διατυμπανίζουν πολιτικοί και πνευματικοί παράγοντες – αλλά καλύτεροι; Θα συμβάλει στο να ειρηνεύσουμε, έστω και λίγο, με τον συνάνθρωπο, τον Θεό και το φυσικό μας περιβάλλον; Θα μας εμποδίσει από την αλόγιστη πλεονεξία και από τη ληστρική και καταστρεπτική εκμετάλλευση του κόσμου που ο Θεός μάς χάρισε για να ζούμε; Θα συμβάλει ώστε να δούμε τη ζωή με άλλο μάτι και να ειρηνεύσουμε επιτέλους με τον πλησίον και τον αδελφό μας; Γιατί τότε και μόνο τότε θα έχει κάποιο πνευματικό νόημα η παρούσα δοκιμασία.

Δεν μπορώ φυσικά να πω τι θα γίνει στο μέλλον, αυτό θα το δείξει η εξέλιξη των γεγονότων. Μπορώ όμως να κάνω έναν απολογισμό μέχρι σήμερα και μάλιστα στον εκκλησιαστικό χώρο, για τον οποίο δεν δύναμαι παρά να σημειώσω ότι είναι απογοητευτικός. Πολυγλωσσία και εγωιστική αυτοπροβολή, ανούσιοι δήθεν πνευματικοί παλληκαρισμοί και τακτικισμοί που μάλλον έχουν να κάνουν με το ξεκαθάρισμα των σχέσεων προς τον «Καίσαρα», παρά με την κατανόηση και τη νηφάλια πνευματική αντιμετώπιση του λοιμού. Προβολή συχνά της «ιερατικής συνείδησης» – επαναλαμβάνω τον όρο γιατί έχω προ οφθαλμών συγκεκριμένο παράδειγμα ιερέα, προϊσταμένου μάλιστα μεγάλης ενορίας του λεκανοπεδίου που χρησιμοποίησε αυτό το επιχείρημα για να καλύψει τις εξόφθαλμες τάσεις παποκαισαρισμού που διακρίνουν εν γένει τον εκκλησιαστικό βίο και την πολιτεία του – για να δικαιολογηθεί η φαρισαϊκή αυτοπροβολή και η ανάλογη αυτοδικαίωση, τάση των πιστών να εξαιρεθούν οι ίδιοι και να πάρουν μέρος στη λατρεία ανεξαρτήτως του τι έκαναν οι αδελφοί τους, και μάλιστα με καταχρηστική άσκηση και καπήλευση της εκκλησιαστικής διακονίας του επιτρόπου, απομόνωση και πλήρης αδιαφορία για τον συνάνθρωπο.

Πάντα ελπίζω η κατάσταση μελλοντικά να βελτιωθεί, να έρθουμε όλοι σε συναίσθηση και να μετανοήσουμε, επί του παρόντος όμως δεν το βλέπω. Υποτίθεται ότι έχουμε επανέλθει σε μία μορφή κανονικότητας, με λιγότερο ή μεγαλύτερο φόβο για τον κορωνοϊό που φαίνεται ότι θα μας επισκέπτεται τακτικά, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Και καθώς η κανονικότητα θα μας απορροφήσει στις καθημερινές μας μέριμνες, θα έχουμε χάσει οριστικά την ευκαιρία για την υπέρβαση της φιλαυτίας, της οικιακής και ατομικής απομόνωσης, της ουσιαστικής περιφρόνησης του αδελφού μας και της αίσθησης ότι εμείς, οι «νοικοκυραίοι» και οι «οικογενειάρχηδες» είμαστε τα εκλεκτά πρόβατα της ποίμνης. Αλίμονο, περνάμε από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και δεν παίρνουμε είδηση, διαβαίνουμε από την Κυριακή του Ασώτου και εξακολουθούμε να ζούμε με την ψυχολογία του «καλού υιού», ενώ στο μεταξύ ο μετανοήσας άσωτος γεύεται τα αγαθά της ευφρόσυνης χαράς του Πατέρα όλων μας. Κι εμείς μεριμνούμε και τυρβάζουμε περί πολλά, για την τέλεση συχνών επάλληλων αρτοκλασιών, για τη βιντεοσκόπηση λειτουργικών στιγμών «επίσημων» και για την ανελλιπή συμμετοχή μας σε μυστήρια και ακολουθίες, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι, καθώς λέει το τραγούδι, «τα φάγαμε τα νιάτα μας σε γάμους και βαφτίσια».

Μακάρι η Μεγάλη Εβδομάδα που πέρασε, με την πανδημία της, να άφησε σε όλους μας αν όχι την αρχή της μετανοίας, τουλάχιστον τη σκέψη του προβληματισμού. Δεν συνέβη αυτό στους «ανθρώπους της Εκκλησίας» που έσπευσαν να εξασφαλίσουν τον δικό τους εκκλησιασμό, αδιαφορώντας για τους άλλους. Κι αυτό θα το πληρώσουμε όλοι ακριβά, αμέσως προσεχώς. Ας ελπίσουμε ότι τουλάχιστον είλκυσε και παρώθησε κάποιους σε μετάνοια, πριν είναι πολύ αργά.