H Ελλαδική Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ανέπτυξε σημαντικό ρόλο σε όλη την επικράτεια. Πολλές φορές προστάτεψε τους κυνηγημένους, έσωσε πολλούς από τη μανία των Τούρκων και κράτησε ζωντανές τις παραδόσεις και τη γλώσσα. Και όταν ήρθε η ώρα της Επανάστασης, πρωτοστάτησε τόσο στην προετοιμασία όσο και καθ’ όλη τη διάρκειά της.

 

Πελοπόννησος

Ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματά του για τα μοναστήρια (κυρίως της Πελοποννήσου): «... Αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της Επανάστασής μας. Οτι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας κι όλα τ’ αναγκαία του πολέμου. Οτ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους».

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης πολλοί μοναχοί ζώστηκαν τ’ άρματα και πήραν μέρος σε μάχες με τους κατακτητές. Κάποιοι μάλιστα έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας δίπλα σε μεγάλους οπλαρχηγούς.

Την περίοδο εκείνη πολλά καταστράφηκαν, όμως ορόσημο (μετά το κίνημα των Ορλώφ) για την πορεία των μοναστηριών στον Πάρνωνα ήταν η εισβολή του Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος κατέστρεψε τα περισσότερα, ενώ εκείνα που είχαν άμεση εμπλοκή στην αντίσταση κατά των ορδών του, πυρπολήθηκαν.

Οι μοναχοί όμως παρά τις καταστροφές και τις λεηλασίες άντεξαν και όταν χρειάστηκε να στηρίξουν το ελεύθερο πια κράτος το έκαναν από το υστέρημά τους: απάντησαν θετικά στην πρόσκληση του Ιωάννη Καποδίστρια να ενισχύσουν με χρήματα την προσπάθειά του για την ανέγερση σχολείων.

Και μετά ήρθαν οι Βαυαροί του Οθωνα οι οποίοι τιμώρησαν ενεργώντας ως απόλυτοι μονάρχες το σύνολο των μοναστηριών: με διάταγμα δήμευσαν την περιουσία, εκδίωξαν τους μοναχούς, άρπαξαν κειμήλια. Τότε καταργήθηκαν όλα τα μοναστήρια που είχαν κάτω από τρεις μοναχούς.

Ηταν δε τέτοια η μανία των Βαυαρών που σε πολλές περιπτώσεις έδιωχναν με τη χρήση όπλων τους μοναχούς και όπως γράφει ο Μακρυγιάννης «τους αφάνισαν».

Από κει και μετά τα μοναστήρια του Πάρνωνα δεν κατάφεραν να αποκτήσουν την παλιά τους δύναμη.

Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπέστησαν και πάλι μεγάλες καταστροφές.

Από το 1950 και μετά άρχισαν σιγά-σιγά να οργανώνονται, αλλά μόνο τα τελευταία χρόνια έχουν μπει σε βάση ουσιαστικής ανάκαμψης. Νέοι μοναχοί, νέα προγράμματα ανασύστασης, νέες προοπτικές σε συνεργασία με τους ντόπιους, έχουν δημιουργήσει όλες εκείνες τις συνθήκες - σε συνδυασμό με τον φυσικό πλούτο της περιοχής - για να εξελιχτούν τα μοναστήρια σε προσκυνηματικό προορισμό για χιλιάδες πιστούς από όλη την Ελλάδα.

Παράλληλα η ανάδειξη των χωριών, το περιβάλλον, οι διαδρομές, τα καταφύγια, τα τοπικά φαγητά, τα προϊόντα, έχουν καταστήσει τον Πάρνωνα – 200 χιλιόμετρα από την Αθήνα – σε έναν τόπο όπου ο επισκέπτης-περιηγητής έχει να δει, να ακούσει και να απολαύσει μια άλλη ζωή, σε ένα άλλο μέρος: Το Αγιο Ορος της Νοτίου Ελλάδος.


Γνωριμία με το «άλλο» Αγιο Ορος

Ο Φώτης Κόντογλου, ο άνθρωπος που σε πολλά μοναστήρια του Πάρνωνα άφησε τη σφραγίδα του απλώνοντας “με μοναδική επιτήδευση σε λευκές επιφάνειες μορφές αγίων”, γράφει για τη διαχρονική αξία της Ορθοδοξίας, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν κόντρα σε ρεύματα και θέσεις αμφισβήτησης, σαν ενεργό μέλος μίας μοναστικής πολιτείας που προσέφερε στον λαό και το έθνος σε δύσκολες εποχές: «Η ορθοδοξία έγινε ένας λόγος άδειος στα στόματα των σημερινών φραγκοδασκαλεμένων δασκάλων. Μα η αληθινή ορθοδοξία, που είναι πλούτος και ρίζα αθανασίας, είναι φυτρωμένη βαθιά στην καρδιά του ορθοδοξότατου λαού μας, που όσο δεν ήθελε να τουρκέψει άλλο τόσο δεν θέλει να φραγκέψει».

Εκατοντάδες τα μοναστήρια στην Πελοπόννησο. Σημαντικά για την Ορθοδοξία αλλά και για κάθε περιοχή. Ισως τα σημαντικότερα να είναι αυτά της Αρκαδίας και της Λακωνίας, αυτά δηλαδή που συνδέονται με το Αγιο Ορος. Για τον λόγο αυτό οι ιστορικοί τα χαρακτήρισαν ως «το Αγιο Ορος του Πάρνωνα». Δεν είναι τυχαίο δε ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, μοναστήρια του αλλά και των υπολοίπων περιοχών της Πελοποννήσου είχαν προνομιακή μεταχείριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αποδεικνύεται από τα δεκάδες έγγραφα τα οποία φυλάσσονται στις βιβλιοθήκες των μονών και στα αρχεία κρατικών φορέων. Αυτή η «προστασία» την οποία είχαν αποδεχτεί και ενισχύσει διαχρονικά οι σουλτάνοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν που συνέβαλε να αναδειχτεί ο Πάρνωνας σαν το δεύτερο Αγιο Ορος.

Πριν από μερικά χρόνια η αναπληρώτρια καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών κυρία Μαρία Μαντουβάλου, στην εισήγησή της σε ειδική εκδήλωση που έγινε στο μέγαρο της Παλαιάς Βουλής με θέμα: “Γνωριμία και ιστορία των ιερών μονών της Αρκαδίας”, εξηγεί γιατί στην Πελοπόννησο μιλάμε για ένα άλλο Αγιο Ορος: «Εκείνο που ριζικά διαφοροποιεί το ονομαζόμενο Αγιο Ορος της Πελοποννήσου, δηλαδή τις πολυάριθμες μονές της Αρκαδίας, δεν είναι μόνο ο μεγάλος αριθμός τους αλλά κυρίως το γεγονός ότι οι Αρκάδες είναι οι ιδρυτές του Αγίου Ορους, αφού σύμφωνα με έγκυρες ιστορικές πηγές βυζαντινές και μεταγενέστερες, ο μόνος λαός που έμενε στον Αθω από την εποχή του Φιλίππου, ήταν οι Τσάκωνες, οι οποίοι είναι ιδρυτές των Καρυών του Αγίου Ορους, τις οποίες έκαναν πρωτεύουσα του Ορους».

Είναι γνωστό πια ότι μετά την εγκατάσταση μοναχών στον Αθω, οι Τσάκωνες επέστρεψαν στην Πελοπόννησο και ότι στη συνέχεια ο Πάρνωνας ονομάστηκε “δεύτερο Αγιο Ορος”.

Πάντως από το χειρόγραφο της Μονής Φιλοθέου, το οποίο μελέτησαν ο Ρώσος βυζαντινολόγος ακαδημαϊκός επίσκοπος Πορφύριος Ουσπέσκου, που αναφέρει μετοικεσία των Τσακώνων από τον Αθω στην Πελοπόννησο στο έργο του “Ιστορία του Αθω” ( τη σχετική αναφορά μετέφρασε από τα ρωσικά ο ιερομόναχος Φιλάρετος, προηγούμενος στα Καυσοκαλύβια, αντιπρόσωπος της μονής Βατοπαιδίου στη Ρωσία, όσο και ο καθηγητής Φρεαρίτης που επίσης μελέτησε το χειρόγραφο της Φιλοθέου), γράφει ότι «επί μεγάλου Κωνσταντίνου τον 4ο αι. μ.Χ. οι κάτοικοι της χερσονήσου του Αθω εκδιώχτηκαν υπό του Αυτοκράτορος μετοικισθέντες εις Πελοπόννησον, όπου σήμερα κατοικούν οι Τσάκωνες».

Και οι Αγιορείτες συγγραφείς βιβλίων για το Αγιον Ορος, όπως ο ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης στο σπουδαίο έργο του “Το Αγιον Ορος, Καρυές Αγίου Ορους”, αναφέρει ότι «πολλοί των Αγιορειτών πιστεύουσι και ετέρους πείθουσι εκ χειρογράφων παραδόσεων, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος μετοίκισε πάντας τους κατοίκους του Αθω, Τσάκωνας όντας, εις Πελοπόννησο και απέδωσε το Ορος εις τους μοναχούς».

Αυτό που προκύπτει από τα διάφορα στοιχεία των μονών είναι ότι  πολλοί Αθωνίτες μοναχοί που ίδρυσαν το Αγιο Ορος της Πελοποννήσου, κατά περιόδους επέστρεφαν στον Αθω όπου και συνέχιζαν τον μοναστικό τους βίο. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Αγίου Νείλου του Μυροβλύτη, του κατά κόσμον Νικόλαου Τερζάκη  από το Χωριό Αγιος Πέτρος και του θείου του Μακάριου, οι οποίοι στις αρχές του 17ου αιώνα εγκατέλειψαν τη μονή της Παναγίας της Μαλεβής για να εγκατασταθούν σε σπήλαιο που είχε κατοικήσει κατά τον 7ο αιώνα ο Αγιος Πέτρος ο Αθωνίτης. Επίσης στον Αθω φαίνεται πως επιστρέφουν ο Εμμανουήλ Τροχάνης, μαθητής στην Αθωνιάδα σχολή, ο Αλέξιος από τον Αγιο Πέτρο της Κυνουρίας ο οποίος ίδρυσε το 1776 τον ναό των Αγίων Πάντων κοντά στη μονή Εσφιγμένου και ο γέρων Ναθαναήλ, εμπειρικός γιατρός επίσης από την Κυνουρία στη μονή Εσφιγμένου.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι ο Πάρνωνας και η ευρύτερη περιοχή έχει σημαντικά στοιχεία που παραπέμπουν στον Αθω, όπως για παράδειγμα πολλές εικόνες Ρώσων Αγιογράφων, δώρα της αυτοκράτειρας Αικατερίνης. Αλλωστε η Ρωσία συνδέεται ιστορικά με την Πελοπόννησο μέσω των αδελφών Ορλώφ και το αποτυχημένο κίνημα το οποίο είχε αποτέλεσμα την καταστροφή δεκάδων μοναστηριών.

Ωστόσο πριν από τους ομόδοξους Ρώσους, ξεχωριστό ενδιαφέρον είχαν δείξει για τους Τσάκωνες και οι Γάλλοι. Σύμφωνα με την κυρία Μαντουβάλου, όπως προκύπτει από χειρόγραφο το οποίο δημοσιεύτηκε πρόσφατα, ο Γάλλος Βιλλουαζόν, εκλεκτός του Μεγάλου Ναπολέοντα, ταξίδεψε στις 21 Απριλίου του 1785 στο Αγιο Ορος, όπου έγινε δεκτός από τους μοναχούς της Μονής Βατοπαιδίου. Εκεί ο σοφός μοναχός και δάσκαλος Ιώσιππος τον πληροφόρησε «ότι στην Τζακονιά, τον ορεινό τόπο των Ελευθερολακώνων, όπου οι γυναίκες είναι ακόμη φαινομήριδες (δείχνουν γυμνά τα μηρία με τους σχιστούς χιτώνες, όπως δηλαδή οι Σπαρτιάτισσες) και οι άνδρες ζουν υγιείς εκατό χρόνια, μιλούν δωρικά ανάμικτα με ιταλικά...», και ότι «πάνω στα βουνά υπάρχουν τρία αξιόλογα χωριά: Πραστός, Καστάνιτζα, Σίτινα».

Ο Βιλλουαζόν με αφορμή τα όσα μαθαίνει για τους Τσάκωνες στο Βατοπαίδι, μελέτησε πολλά από όσα είχαν γραφεί γι’ αυτούς και «τους βρήκε» να μιλούν τη δωρική γλώσσα, την διάλεκτο του Πινδάρου και του Θεοκρίτου. Οι μελέτες που έκανε  του επέτρεψαν να καταγράψει σε βάθος το τσακωνικό ιδίωμα. Είναι δε ο πρώτος ο οποίος κατάρτισε έναν πρώτο κατάλογο με 160 λέξεις της τσακώνικης διαλέκτου.

Αναφορά στους Τσάκωνες κάνει και ο Ιγνάτιος ο Ουγγροβλαχίας, ο οποίος σε μία απάντησή του στον Νεόφυτο Δούκα (έγραφε το 1805 για την ανάγκη να διδάσκουν οι μοναχοί στα ετερόγλωσσα σχολεία) αναφέρει: «Ετερόγλωσσα σχολεία είναι τα εφεξής: Μολδάβοι, Βλάχοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βλάχοι Πελοποννήσου και η γλώσσα των είναι η Τσακονική λεγόμενη: Φαίνεται ότι ούτοι είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Λακωνίας, οίτινες ήταν συναθροισμένοι από διαφόρους λαούς, σχημάτισαν μεμιγμένην γλώσσαν, ώστε δεν ομοιάζει με καμμίαν από τα παλαιάς ή νέας. Η γραικική γλώσσα είναι εις αυτούς κοινή, και η λειτουργία των είναι εις το ελληνικόν».

Σημαντικές αναφορές για τους Τσάκωνες κάνει και ο Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων: «Εκ των της Πελοποννήσου αρχαίων Καυκώνων και της Kαυκωνίας χώρας παρωνομάσθη και η καθ’ ημάς Τζακωνία η Λακωνική και Τζάκωνες οι Λάκωνες. Αλλοι δε τους παλαιούς Καύκωνες ανάγουσιν αμέσως εις τους Θράκας. Θρακών αδελφοί, Θράκες, ήσαν οι Πελασγοί, οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος. Εθνη δε Πελασγικά, Λέλεγες, Κουρήτες, Καύκωνες, οι τε εν Πελοποννήσω και οι εν τη Παφλαγονία, Περραιβοί, Θεσπρωτοί, Μακεδόνες...».

Τα περί Τσακώνων αναφέρει ο καθηγητής Κ. Φρεαρίτης, ο οποίος μελέτησε σχετικό χειρόγραφο του Αμφιλόχιου, ηγούμενου της Μονής Φιλοθέου. Ο Φρεαρίτης γράφει: «Η μόνη εις εμέ γνωστή ιστορική είδησις (εποικισμός μοναχών στο Αγιο Ορος) είναι η χειρογράφου τινός της μονής Φιλοθέου σημείωσις, ότι επί Κωνσταντίνου του Α΄, πάντες οι κάτοικοι της Χερσονήσου εδιώχθησαν υπό του αυτοκράτορος μετοικισθέντες εις Πελοπόννησον, όπου τη σήμερον οικούσι οι Τσάκωνες, η δε χώρα παρεχωρήθη τοις μονασταίς».

Οπως άλλωστε προαναφέρθη, ο Ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο οποίος μιλούσε ρωσικά, γράφει: «Πολλοί των Αγιορειτών πιστεύουσι και ετέρους πείθουσιν εκ χειρογράφων παραδόσεων, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος μετοίκισε πάντας τους κατοίκους του Αθω, Τσάκωνας όντας εις Πελοπόννησο και απέδωκε το Ορος τοις μοναχοίς».


 

Mονή Σωτήρος Λουκούς

Η μονή Λουκούς θεωρείται σήμερα ένα από τα πλέον σημαντικά μοναστικά κέντρα της Αρκαδίας αλλά και γενικότερα της Ορθοδοξίας. Είναι ίσως το πιο προσιτό μοναστήρι το οποίο απέχει μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από το Μεσόγειο Αστρος.

Η θέση του δεσπόζει στην είσοδο της πεδιάδας του ποταμού Τάνου και περικλείεται από τα Βουνά Ζάβιτσα, Παλαιοπαναγιάς και Ελληνικό.

Δίπλα στο μοναστήρι υπάρχουν η «Επαυλη του Ηρώδου του Αττικού» ο οποίος είχε στην περιοχή κτήματα, αλλά και απομεινάρια του αρχαίου οικισμού που είχε αναπτυχθεί βόρεια του Τάνου και ανατολικά από το ρέμα Λουκούς.

Αλλωστε στο εσωτερικό της μονής βλέπει κανείς τμήματα από αρχαίους κίονες που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή της.

Οι ερμηνείες για την ονομασία της μονής πολλές. Αλλοι αποδίδουν το όνομα “Λουκούς” στο γεγονός ότι στην περιοχή υπήρχαν πολλοί λύκοι. Αλλοι υποστηρίζουν ότι κτίστηκε από Βυζαντινούς και κατά την ανέγερσή της βρέθηκε άγαλμα της Ηρας η οποία στα λατινικά ονομαζόταν Juno Lucina. Αλλοι πάλι ότι πήρε το όνομα από έναν έμπορο Λουκά ο οποίος μόνασε εδώ. Πιο κοντά στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η ερμηνεία που θέλει τη μονή να ονομάζεται έτσι από το δάσος όπου ο Ηρώδης ο Αττικός έκτισε την έπαυλή του, αφού στα λατινικά το Lucus σημαίνει ιερό δάσος.

Ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που βρίσκεται στο κέντρο του κτηριακού συγκροτήματος, εκτιμάται ότι θεμελιώθηκε πάνω σε παλαιοχριστιανική εκκλησία κατά τον πέμπτο αιώνα.

Εκτός της θέσης της η οποία συνδέεται με την αρχαία Ελλάδα, ως σταυροπηγιακή μονή είχε και την αίγλη που της έδινε η πατριαρχική ευλογία.

Για τη μονή ιστορικά στοιχεία υπάρχουν από τον 17ο αιώνα, ωστόσο φαίνεται ότι είχε έντονη παρουσία στην περιοχή κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, την εισβολή και την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους, το μοναστήρι ερημώθηκε και μόνο την περίοδο 1546-1555,  επί Πατριάρχη Διονυσίου του Β΄, κάποιοι έμποροι γουναρικών που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη προσπάθησαν να ανασυστήσουν το μοναστήρι.

 

Το 1649 η μονή αγιογραφείται.

Δυστυχώς εκείνη την περίοδο οι Οθωμανοί καταστρέφουν την κωμόπολη του Αη-Γιάννη και πυρπολούν τη μονή σφάζοντας όλους τους μοναχούς.

Η μονή ανασυγκροτείται για μία ακόμη φορά και συμπαρίσταται στην υπόθεση της παλιγγενεσίας. Ο τότε ηγούμενος της μονής Νεόφυτος γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ κατά τη διάρκεια της επανάστασης οι μοναχοί συγκεντρώνουν και μεταφέρουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στο στρατόπεδο των ελλήνων στα Βέρβενα.

Η δράση αυτή των μοναχών προκαλεί την οργή του Ιμπραήμ, ο οποίος στις 5 Αυγούστου του 1826, την παραμονή της εορτής του Σωτήρος διατάσσει την πυρπόλησή της. Σύμφωνα με την παράδοση, την ώρα της μεγάλης καταστροφής σώθηκε το καθολικό της μονής, όταν από την εικόνα του αγίου Ευσταθίου έτρεξε αχνιστό αίμα. Εκείνη τη στιγμή Τούρκοι στρατιώτες σήκωσαν τα όπλα και  πυροβόλησαν την εικόνα και όταν την είδαν να αιμορραγεί έφυγαν τρομαγμένοι!

Από το 1830-1837 η μονή ανασυσταίνεται και με επίσημο βασιλικό διάταγμα. Σημαντικό ρόλο στην ανασύσταση της μονής παίζουν οι κάτοικοι των Βερβένων, οι οποίοι στηρίζουν με κάθε τρόπο και μέσο τις εργασίες ανακαίνισης.

Από τότε γνωρίζει μεγάλη άνθιση και μάλιστα στα χρόνια που ακολουθούν θεωρείται λόγω των εισοδημάτων, ως η πιο πλούσια.

Το 1946 το μοναστήρι μετατρέπεται από ανδρικό σε γυναικείο όπως και παραμένει ως σήμερα.

Η μονή κατά τον 19ο αιώνα γίνεται χώρος όπου οι Τούρκοι (Βελή πασάς) κάνουν ανασκαφές. Ανασκαφές κάνουν αργότερα και οι μοναχοί οι οποίοι φέρνουν στην επιφάνεια αρχαία γλυπτά τα οποία τοποθέτησαν στην αυλή του μοναστηριού. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους τα σημαντικότερα κομμάτια δωρήθηκαν στο μουσείο της Αίγινας. Αλλα ευρήματα τα συναντά κανείς σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο των Αθηνών αλλά και σ’ αυτό του Βερολίνου!

Σήμερα στο εσωτερικό της μονής υπάρχουν κιονόκρανα και μαρμάρινες βάσεις κιόνων και αμφικιόνων. Αλλωστε ο χώρος γύρω από τη μονή θεωρείται ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος στην Κυνουρία.

Το τέμπλο, οι εικόνες, το δάπεδο του ναού διατηρούν ανέπαφη την αίγλη του παρελθόντος. Σημαντικό κεφάλαιο για τη μονή είναι η βιβλιοθήκη της με τουλάχιστον 500 βιβλία, καθώς και πατριαρχικά έγραφα, ένα από τα οποία είναι του Γρηγορίου του Ε΄. Επίσης υπάρχουν λείψανα αγίων, ένα τμήμα του τιμίου Σταυρού, δώρο της Αικατερίνης της Ρωσίας, αλλά και ευαγγέλιο του 1781.

Σήμερα εδώ φροντίζουν για τη μονή 10 μοναχές, οι οποίες έχουν δώσει ζωή και χρώμα σε ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της χώρας.