Γράφει  ο Μ. Γ. Βαρβούνης,

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Πολύς λόγος έγινε την παρελθούσα Μεγάλη Εβδομάδα, ιδίως εξαιτίας των περιορισμών που επέβαλε η πανδημία του κορωνοϊού στη συμμετοχή μας στη θεία λατρεία, για τη σχέση της ορθόδοξης λατρείας με τα έθιμα, καθώς αρκετοί ιεράρχες διαχώρισαν στους λόγους και τα μηνύματά τους τις εκδηλώσεις της πραγματικής λατρείας από τα «φολκλοριστικά έθιμα». Ας μου επιτραπεί όμως να σημειώσω, από τη σκοπιά της θρησκευτικής λαογραφίας, ότι ο διαχωρισμός αυτός είναι ανούσιος και ανυπόστατος, καθώς στην πραγματικότητα δεν υφίσταται.

Σε χρόνους παλαιούς, τότε που η Εκκλησία εθναρχούσε, η συνείδηση του Γένους συνδέθηκε άρρηκτα με την εκκλησιαστική τάξη και ζωή. Η συνύπαρξη της εκκλησιαστικής με την εθιμική ζωή που επιτεύχθηκε τότε, υπήρξε η απαντοχή και η κινητήρια δύναμη του Γένους, αυτή που τελικά εξασφάλισε και την επιβίωσή του. Στη μακρά και κρίσιμη αυτή περίοδο, ο λαός μας σχημάτισε τις κύριες μορφές που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως «παράδοση» και οι οποίες συνεχίζουν να αποτελούν το βασικό κομμάτι της λαϊκής θρησκευτικής ζωής.

Βέβαια οι συνθήκες άλλαξαν, πολλά τροποποιήθηκαν και οι θεολογικές αλήθειες και πραγματικότητες άρχισαν να γίνονται κτήμα των πολλών και να διαδίδονται, ώστε όλο και περισσότεροι να αποκτούν θεολογική και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Ας μην γελιόμαστε όμως: το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού μας συνδυάζει τη θρησκευτικότητα με τα έθιμα και δεν γνωρίζει άλλον τρόπο να θρησκεύει, παρά τη συμμετοχή στα έθιμα της λαϊκής λατρείας, τα οποία, πρέπει να ομολογήσουμε, πέρα από τη θεαματικότητά τους περικλείουν πολλά κομμάτια λαϊκής ορθόδοξης θεολογίας.

Θα τολμήσω και μια άλλη διαπίστωση: υπάρχει μία μερίδα του λαού, για την οποία η εκκλησιαστική είναι μια ανούσια κατάσταση‧ και η οποία δεν ασχολείται ή δεν θέλει να ασχοληθεί – κάποτε απαξιώνοντας – με ανάλογα ζητήματα. Γι’ αυτούς είναι η παράδοση που διασώζει και καταξιώνει την Εκκλησία, που δικαιώνει την ύπαρξή της και δικαιολογεί την αναγνώριση της πρωτεύουσας θέσης της στην ελληνική κοινωνία. Αυτό βεβαίως για μας ηχεί βλάσφημο, αλλά ας αναλογιστούμε ότι ίσως και να αποτελεί η παραδοχή αυτή την αφετηρία μίας επανακατήχησής τους, ώστε να βρεθούν κι αυτοί στους κόλπους της Εκκλησίας.

Η απόπειρα λοιπόν να αποκαθάρουμε την εκκλησιαστική ζωή από τα έθιμα, όπως κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες με αφορμή την ιδιότυπη άσκηση της λατρείας μας, είναι και μάταιη και καταστρεπτική. Θα οδηγήσει στην αποξένωση μεγάλο κομμάτι του λαού και θα ωθήσει εκτός Εκκλησίας πολλούς. Να διορθωθούν αποκλίσεις και παρανοήσεις, κι αυτό με διακριτικό και ήπιο τρόπο, μάλιστα. Να αλλάξει όμως η οπτική και η εθιμική πρακτική του λαού όχι, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν καταστρεπτικό και για την εκκλησιαστική ζωή. Οι κληρικοί μας μπορούν σιγά και αθόρυβα να προτείνουν και να καθιερώνουν διορθωτικές κινήσεις, η αντίδραση όμως που ξεσηκώνεται κάθε φορά που επιχειρείται αιφνίδια αλλαγή, δείχνει τι θα επακολουθήσει αν δρομολογηθεί μία ριζική μεταβολή.

Για τον λαό μας, η θρησκεία του είναι τα έθιμά του. Ενδιαφέρον για θεολογικές αλήθειες και εκκλησιολογικούς προβληματισμούς ο λαός δεν επιδεικνύει. Αλλωστε, η ύπαρξη μίας παράλληλης της επίσημης και κανονικής λαϊκής λατρείας, είναι φαινόμενο διαπιστωμένο σε όλους σχεδόν τους λαούς και για όλες τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου. Και αυτό φυσικά ισχύει και για τον λαό μας, ο οποίος ταυτίζει την Ορθοδοξία με την ελληνορθόδοξη σύνθεση λαϊκών νοοτροπιών και λατρευτικών πρακτικών, που επιτεύχθηκε μέσα στους αιώνες και η οποία χαρακτηρίζει τον λαϊκό εθιμικό βίο.

Δεν πρέπει λοιπόν να μιλούμε περιφρονητικά για τη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτή είναι ο ομφάλιος λώρος που δένει τον λαό μας με την Εκκλησία και την εκκλησιαστική πραγματικότητα, λώρος που αν κοπεί θα οδηγήσει σε πνευματικό μαρασμό τον λαό και σε δραματική συρρίκνωση του ποιμνίου της Εκκλησίας. Και όλοι ξέρουμε ότι μπορεί να μην πρέπει να φοβόμαστε το μικρό ποίμνιο, ωστόσο προτιμότερο είναι το μεγάλο ποίμνιο, ιδίως αν υπάρχουν όλες οι δυνατότητες αυτό να συγκροτηθεί και να επιτευχθεί.

Φτάνει να μην αιθεροβατούμε, αλλά να ποιμαίνουμε με τα πόδια στη γη, το νου και την ψυχή στον ουρανό και τα μάτια προσηλωμένα στο πρόσωπο των πλησίον μας συνανθρώπων.