Από το έτος 2013 η Μητρόπολη Αργολίδος με έδρα την ιστορική πόλη του Ναυπλίου ευτυχεί να έχει ποιμένα και διδάσκαλο εν τη πίστει τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νεκτάριο, έναν ιεράρχη λόγιο, νουνεχή και διακριτικό όπως απέδειξε με τη στάση και τον ψύχραιμο λόγο στην κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού και τα μέτρα πρόληψης και προστασίας που ελήφθησαν για την υγεία όλων.

Το άρθρο του με τίτλο «η ανοησία και ο φανατισμός βλάπτουν σοβαρά την υγεία», που έγραψε τον Μάιο με αφορμή τα διαμειβόμενα λόγω κορωνοϊού ήταν πραγματικά μεστό νοημάτων και μηνυμάτων.

Γεννήθηκε το 1952 στο Μαρούσι και κατάγεται εκ πατρός από το Μάνεσι Καλαβρύτων. Είναι πτυχιούχος της Ανωτέρας Ιερατικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μετά τη στρατιωτική του θητεία εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος στην Κέρκυρα το 1976 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Πολύκαρπο.

Το 1977 εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σαγματά. Το 1983 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο. Στις 18 Οκτωβρίου 2013 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Σε συνέντευξή του στον «Εθνικό Κήρυκα» μίλησε με παρρησία και νηφαλιότητα όπως αρμόζει σε έναν ιεράρχη με ανοιχτούς ορίζοντες και εκκλησιαστικότητα.

Εχει επισκεφτεί επανειλημμένα την Αγία Σοφία, κι όπως είπε «έχω τη βαθειά αίσθηση ότι το αριστούργημα τούτο της αρχιτεκτονικής, είναι πράγματι, όπως γράφει ο Κόντογλου και άλλοι, 'το ωραιότερο οικοδόμημα που κτίστηκε ποτέ από ανθρώπινα χέρια'».

Πιστεύει πως «όσο κι αν η Αγία Σοφία έχει ταλαιπωρηθεί από τις κατά καιρούς επεμβάσεις, δεν παύει να εκπέμπει αυτή την ομορφιά.

'Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων'. Εύχομαι αυτή την ομορφιά να ανακαλύψουν και οι γείτονές μας, τώρα που θα μπορούν να προσεύχονται εκεί μέσα. Και ποιος ξέρει, να οδηγηθούν στην αληθινή θεογνωσία.

Αλλωστε η Αγία Σοφία, ο Υιός και Λόγος του Θεού, είναι ο Κύριος της ιστορίας. Ο Θεός παίζει πολλά παιχνίδια. Είναι Θεός των εκπλήξεων.

Ο κάθε αλαζόνας που νομίζει ότι κρατάει στα χέρια του την εξουσία του... σύμπαντος κόσμου, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα θα διαψευστεί. Η Ιστορία το έχει δείξει πολλές φορές.

Τελικά, η ασχήμια έχει ημερομηνία λήξης! Η ομορφιά θα παραμείνει στην αιωνιότητα».

Για το άνοιγμα των ναών, είπε πως «σίγουρα έφερε μία ανακούφιση στους πιστούς. Ομως δεν παύει ακόμη να υπάρχει ο φόβος και ο δισταγμός από την μια πλευρά. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι αρκετοί δεν συνειδητοποιούν τον κίνδυνο και συμπεριφέρονται ανεύθυνα, σα να μη συμβαίνει τίποτα, σα να τελείωσαν όλα».

Αναφορικά αν θα μπορούσαν να μην είχαν κλείσει οι ναοί, όπως ισχυρίσθηκαν κάποιοι και εκ του κλήρου και όχι μόνο, με δεδομένη την πανδημία και το φονικό της πέρασμα από χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Πορτογαλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μητροπολίτης Νεκτάριος ανέφερε πως «η εμφάνιση του Covid-19 μπορώ να πω αιφνιδίασε τους πάντες. Ηταν κάτι πρωτόγνωρο. Η επιστημονική κοινότητα δεν ήταν προετοιμασμένη και δεν μπορούσε να γνωρίζει τις διαστάσεις και τις συνέπειες. Αυτό τον αιφνιδιασμό έζησε και η Εκκλησία. Δεν είχε τον χρόνο να διαπραγματευτεί καλύτερα τα πράγματα.

Από τη στιγμή που αποφασίστηκε το lockdown, δεν μπορούσε η Εκκλησία να μείνει εκτός. Ομως αν ήταν προετοιμασμένη, ίσως θα υπήρχε μία ηπιότερη στάση εκ μέρους της Πολιτείας».

Στην ερώτηση πώς δέχθηκε η πλήθουσα Εκκλησία της Αργολίδος τα ληφθέντα μέτρα και περιορισμούς για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, απάντησε πως «τα μέτρα ήταν πράγματι σκληρά και το χειρότερο ήταν ότι συνέπεσαν με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δεν είναι εύκολο για έναν πιστό να μην συμμετάσχει στις ακολουθίες αυτών των ημερών. Γι' αυτό και οι πιστοί ένιωσαν βαθύτατη θλίψη. Σε γενικές γραμμές υπάκουσαν. Ελάχιστοι αντέδρασαν και μερικοί με αγένεια».

Οταν τον ρωτήσαμε ποια είναι η γνώμη του γι' αυτό το φαινόμενο του Γεροντισμού, του Προφητισμού και του Μελλοντισμού που έχει διαδοθεί σαν ένα είδος «Ορθόδοξου» γκουρισμού στην Ελλάδα, αλλά και εκτός αυτής, ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος είπε πως «θίγετε ένα τεράστιο θέμα που στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις. Εν πρώτοις θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που γνώρισα σχεδόν όλους τους αγίους γέροντες της εποχής μας και με στήριξαν στα δύσκολα χρόνια της νιότης, αλλά και της μοναχικής-ιερατικής πορείας μου. Όπως όμως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα κινδυνεύουν από την αλλοίωση και την παραχάραξη, έτσι κι εδώ. Εχει π.χ. περάσει η εντύπωση πως οι γέροντες και γενικά οι άγιοι είναι αλάθητοι και αναμάρτητοι. Λάθος μεγάλο.

Αγιος δεν σημαίνει ούτε τον αλάθητο, ούτε τον αναμάρτητο, αλλά τον μετανοούντα. Αλλωστε και οι ίδιοι δεν είχαν την αίσθηση αυτή, αλλά αντίθετα πίστευαν ότι είναι πολύ αμαρτωλοί. Ενα δεύτερο. Οσες φορές πήγαινα να συναντήσω έναν γέροντα, δεν πήγαινα για να μου πει το μέλλον, ούτε να δω κάποιο θαύμα. Αλλά να βοηθηθώ στον πνευματικό μου αγώνα.

Αλλωστε όπως γράφει στο Γεροντικό, όταν συναντιούνταν οι γέροντες μιλούσαν 'περί σωτηρίας ψυχών'. Αυτό είναι το κύριο για τον άνθρωπο, όχι η περιέργεια για το πότε θα έρθει ο Αντίχριστος, πότε θα πάρουμε την ....Πόλη, αν θα έρθει πείνα και πόσα τρόφιμα να μαζέψουμε... Βλέπω πολλούς ανθρώπους να ασχολούνται μόνον με αυτά και να μην ενδιαφέρονται ούτε για την πνευματική τους κατάρτιση, ούτε τελικά για τη σωτηρία.

Υπάρχει λοιπόν μια μεγάλη κι επικίνδυνη παραχάραξη του πνεύματος των γερόντων. Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι πολλοί πλάνοι και γόητες το 'παίζουν' γεροντάδες, αποκτούν φανατικούς οπαδούς, πλανώντες και πλανώμενοι. Και αν η Σύνοδος ή ο Επίσκοπος επιχειρήσει να πάρει κάποια μέτρα να σταματήσουν τέτοιες αρρωστημένες καταστάσεις, αλίμονό του. Θα του κολλήσουν την ταμπέλα του προδότη, του οικουμενιστή, του αιρετικού και δεν συμμαζεύεται».

Στην ερώτηση ποιες είναι μερικές από τις ερωτήσεις που του υποβάλλουν οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι νέοι; Τι θέματα τους απασχολούν, απάντησε πως «γενικά μπορώ να πω ότι στη συντριπτική πλειονότητα οι πιστοί μας είναι ακατήχητοι. Και αυτό φαίνεται από τα ερωτήματά τους. Πολλές φορές η πίστη των ανθρώπων είναι μπερδεμένη με προλήψεις και δεισιδαιμονίες ή επιμένουν στα θέματα τύπων και όχι ουσίας. Κι εδώ είναι η ευθύνη ημών των ποιμένων, να δώσουμε μία πραγματική και γνήσια μαρτυρία πίστεως που αναπαύει και σώζει τον άνθρωπο. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο να ξεριζώνεις την άγνοια και τις διαστρεβλωμένες μορφές πίστης, που είναι βαθειά ριζωμένες. Πώς το λέει ο ποιητής, 'για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή'».

Στην επισήμανση πως στη Γερμανία, την Αυστρία, το Βέλγιο και κάποιες Περιφέρειες στον Καναδά οι Αρχές δεν επιτρέπουν τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας με την κοινή λαβίδα. Είναι προτιμότερο να μην κοινωνεί η Εκκλησία Σώμα και Αίμα Χριστού ή να υιοθετηθεί, προσωρινά έστω, κάποιος εναλλακτικός τρόπος, ο Μητροπολίτης κ. Νεκτάριος είπε πως «το ίδιο ερώτημα θέτουν πολλοί χριστιανοί εδώ στην Ελλάδα. Αν και συζητήθηκε λίγο και εκφράστηκαν απόψεις, ιδιαίτερα από κάποιους που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία. Προς το παρόν τουλάχιστον, δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τις Εκκλησίες του εξωτερικού. Οι συνθήκες και η σχέση της Εκκλησίας με την Πολιτεία είναι πολύ διαφορετικές.

Η Εκκλησία δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, αλλά να προσπαθήσει να βρει τρόπους, ώστε να συνεχίσει την πορεία της και να δώσει την μαρτυρία της. Ούτε να εκκοσμικευθεί, ούτε να προδώσει το ευαγγελικό μήνυμα. Και εδώ η 'οικονομία' μπορεί να δώσει διεξόδους, σε δύσκολα προβλήματα. Σκεπτόμουν αυτές τις μέρες τους κρυπτοχριστιανούς.

Ενώ η ομολογία και το μαρτύριο ήταν η παράδοση της Εκκλησίας, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού 'πας ός ομολογήσει...', το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σοφά και συνετά, επέτρεψε το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού! Δεν έχω να προτείνω κάτι συγκεκριμένο. Πιστεύω ότι οι κατά τόπους ποιμένες θα βρουν τη χρυσή τομή».

Μιλώντας για την Ομογένεια είπε, «δεν είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ την Αμερική και ότι γνωρίζω για την ομογένεια, είναι από διάβασμα κι ενημερωτικές εκπομπές. Πιστεύω πως ο συνεκτικός δεσμός είναι η Εκκλησία. Είμαστε όλοι μέλη του Σώματος Χριστού και αυτή η συγγένεια είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε άλλη συγγένεια. Μας συνδέει, λοιπόν, το ίδιο αίμα, η ίδια παράδοση. Και ήθελα να ευχηθώ αυτή την ενότητα να την καλλιεργήσουμε και να τη ζήσουμε ακόμη περισσότερο. Αυτή ήταν και η έμπονη προσευχή του Χριστού 'ίνα ώσιν εν'».