Toυ Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα,Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Μετά την απόφαση για την εκ νέου «σταύρωση» της Αγίας Σοφίας ακολουθεί ο δρόμος του μαρτυρίου της. Ο Γολγοθάς της. Ετσι γίνεται πάντα με κάθε σταύρωση. Σε αυτήν όμως τη «σταύρωση», βιώσαμε μία εντελώς διαφορετική διαδικασία από εκείνη που γνωρίζαμε. Το «σταυρωθήτω» δεν το ζήτησαν οι «σταυρωτές» από κάποιον «Πιλάτο», του οποίου την έγκριση περίμεναν για να εκτελέσουν την «ποινή». Το αποφάσισαν μόνοι τους, χωρίς να εξαρτώνται από κανέναν «ηγεμόνα». Και μόνοι τους προχωρούν κανονικά στη «σταύρωση», έχοντας μάλιστα προσδιορίσει και την ημερομηνία της. Βέβαια «σταύρωση» χωρίς «Πιλάτους» δεν γίνεται ποτέ. Γι’ αυτό και δεν λείπουν από τη σημερινή, άσχετα αν τους συναντούμε με άλλα πρόσωπα και σε διαφορετικούς ρόλους. «Πιλάτοι» σήμερα οι «Αρχιερείς» του πολιτισμού μας. Οι «Γραμματείς» και οι «Φαρισαίοι» της εποχής μας. Μπορεί να μην αποφασίζουν πια αν θα γίνει ή όχι κάποια «σταύρωση», έχουν όμως την εξουσία να τη σταματήσουν. Αρκεί να μην λειτουργήσουν σαν τον Πόντιο Πιλάτο, ο οποίος αν και διαπίστωσε το άδικο της Σταύρωσης του Ναζωραίου, δεν δίστασε να «νίψει» τας χείρας του αφήνοντας τους εμπαθείς «σταυρωτές» να κάνουν ανεμπόδιστα τη δουλειά τους.

Θα σταθούμε σε έναν από αυτούς τους σύγχρονους «Πιλάτους» διότι η περίπτωσή του είναι χαρακτηριστική, αφού όχι μόνο δεν κάνει τίποτε απολύτως για να σταματήσει τους «σταυρωτές» της Αγίας Σοφίας, αν και έχει τεράστια δύναμη για να το πράξει, αλλά αντιθέτως τους προσφέρει και το πιο φαρμακερό «καρφί» από αυτά που χρειάζονται, καθώς το «καρφί» αυτό προέρχεται από ομόδοξους «αδελφούς» οι οποίοι ανήκουν στο λεγόμενο «ξανθό γένος». «Μη διαμαρτύρεστε», μας είπαν. «Είναι κακή βέβαια η “σταύρωση”, αλλά τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να παρέμβουμε για να την αποτρέψουμε, διότι αυτή είναι εσωτερική υπόθεση των σταυρωτών»! Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κάποιος σε αυτή την εκπληκτική δήλωση των «ξανθών» ομοδόξων «αδελφών» μας, που φαίνεται ότι διατηρούν ακόμη μέσα τους έναν αταβισμό προς τη βαρβαρότητα, από την οποία τους ανασύραμε με την εκπολιτιστική συμβολή δύο δικών μας ανθρώπων: των Θεσσαλονικέων Μοναχών Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Περί βαρβαρότητας λοιπόν πάλι σήμερα ο λόγος, διότι αυτή αποτελεί τη βάση της νέας «σταύρωσης» της Αγίας Σοφίας. Διαφεύγει προφανώς των πρώην βαρβάρων και νυν εκπολιτισμένων «αδελφών» μας του «ξανθού γένους», που πορεύονται εν αγαστή συμπνοία με τους «σταυρωτές» της Αγίας Σοφίας, επειδή αγοράζουν τα οπλικά τους συστήματα, ότι ουδέποτε μπορούν να θεωρηθούν εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους, εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια της βαρβαρότητας. Και βαρβαρότητα συνιστούν ασφαλώς όλες οι πράξεις της κρατικής εξουσίας που εκδηλώνουν προκλητική ασέβεια όχι μόνο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην αναπαλλοτρίωτη αξία της ανθρώπινης ζωής, αλλά και στις κοινώς αποδεκτές αξίες του σύγχρονου πολιτισμού. Θεμελιώδης άξονας αυτών των αξιών του σημερινού πολιτισμού μας είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων ξεχωριστή θέση κατέχει η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως. Και όταν ομιλούμε για αυτή την ελευθερία, δεν εννοούμε ασφαλώς μόνο το δικαίωμα του καθενός να λατρεύει όποιον Θεό θέλει, αλλά και το δικαίωμά του να τον λατρεύει εκεί που ο ίδιος επιλέγει να ασκεί τα λατρευτικά του καθήκοντα. Οι χώροι λοιπόν λατρείας του Θεού του καθενός συμπροστατεύονται μαζί με το αντίστοιχο ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως. Και ουδείς μπορεί να «ασελγεί» στο ένα συστατικό αυτού του ανθρωπίνου δικαιώματος, χωρίς ταυτόχρονα να «βιάζει» και το άλλο.

 Βαρβαρότητα επομένως σήμερα δεν είναι μόνο το λεπίδι από το οποίο περνάει μία χώρα αλλογενή τμήματα του πληθυσμού της για να εξασφαλίσει την εθνική της καθαρότητα (στο «σπορ» αυτό κατέχουν ήδη τρία «χρυσά» «μετάλλια» οι προσφιλείς στο «ξανθό γένος» Νέο-Οθωμανοί, χωρίς να υπολογίζουμε το «ασημένιο» που έλαβαν κατά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, όταν σκότωσαν εν ψυχρώ αιχμαλώτους και αμάχους, τους οποίους στη συνέχεια «βάφτισαν» αγνοούμενους!), αλλά και η «ασέλγεια» στα σεβάσματα μιας άλλης θρησκευτικής πίστης, που τα σφετερίσθηκαν «manu militari» βάρβαροι κατακτητές. Η βαρβαρότητα της επιδρομής στους χώρους της λατρείας ενός λαού δεν αναγνωρίζεται σήμερα από τον δικαιοκρατούμενο πολιτισμό μας ως τίτλος ιδιοκτησίας αλλοτρίων σεβασμάτων. Γι’ αυτό δεν μπορούν να επικαλεστούν τον τίτλο αυτό οι σημερινοί διάδοχοι των βαρβάρων κατακτητών, προβάλλοντας ως επικουρική βάση του σχετικού δικαιώματός τους τη μακραίωνη χρησικτησία των σεβασμάτων αυτών. Η ληστρική επιδρομή στα σεβάσματα άλλων ουδέποτε μπορεί να θεμελιώσει τίτλο κυριότητας στους επιδρομείς ή στους διαδόχους τους, όσους αιώνες κι αν διατηρηθεί το καθεστώς της παρανομίας που δημιούργησε η επιδρομή αυτή. Είναι δε ελάχιστα πειστική η αντίθετη επιχειρηματολογία των «σταυρωτών» της Αγίας Σοφίας, όπως αυτή που ακούσαμε τις προάλλες από τη μαντηλοφορούσα βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, η οποία για να δικαιολογήσει τη «σταύρωση», επικαλέστηκε την «ιερή πίστη» των «σταυρωτών» και της «σταυρουμένης». Η ιερή πίστη του θρησκεύματός της, μας είπε, μπορεί να χρησιμοποιήσει τους χώρους λατρείας μίας άλλης ιερής πίστης που τους δημιούργησε, αφού δεν ανήκουν πια σε αυτήν. Πώς όμως να της ανήκουν, αφού την άρπαξαν οι βάρβαροι του Μωάμεθ; Με τέτοια πάντως επιχειρηματολογία, ούτε η θρησκευτική πίστη που δημιούργησε τους σχετικούς χώρους λατρείας αντιμετωπίζεται ως «ιερή», αφού δεν γίνεται σεβαστή, ούτε όμως και η πίστη που σφετερίζεται αλλόδοξους χώρους λατρείας είναι «ιερή», αφού απέκτησε τους χώρους αυτούς με ιεροσυλία.

Δεν γνωρίζω, πόσο ψιλά ή χονδρά είναι τα γράμματα αυτά. Είναι πάντως τα γράμματα του πολιτισμού μας. Και δεν επιτρέπεται να εκδηλώνει αληθινό ή επιτηδευμένο «αναλφαβητισμό» στα γράμματα αυτά το «ξανθό γένος» των ομοδόξων αδελφών μας. Πολύ περισσότερο, όταν διεκδικεί να πάρει στα χέρια του τα «ηνία» της Ορθοδοξίας. Με νοοτροπία όμως «ουραγού» δεν μπορείς να πείσεις κανέναν ότι πρέπει να σου δοθεί το «πηδάλιο» ενός σπουδαίου πνευματικού χώρου. Η πνευματική ηγεσία της ορθόδοξης Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται επάνω στην κοσμική και θρησκευτική αρχομανία που εκδηλώνει το «ξανθό γένος» και την οποία «τρέφει» η αλαζονεία των αριθμών που διαθέτει, αλλά είναι «αύρα» ταπεινόφρονος και αληθινή μαρτυρία πίστεως, την οποία δεν διαθέτει -δυστυχώς- το «ξανθό γένος», που εκτός των άλλων «στροβιλίζεται» στον «ίλιγγο» των εξοπλιστικών ανταγωνισμών οι οποίοι είναι ασύμβατοι με την ειρηνόφιλη Διδασκαλία του Ναζωραίου.