Εκτός από τα πατριαρχεία (ιδίως το οικουμενικό) και τις κατά τόπους μητροπόλεις και επισκοπές, εκκλησιαστικά κέντρα με άμεση επίδραση στις ψυχές των πιστών είναι οι μονές, προ πάντων οι μεγάλες μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, πολυύμνητες για το ιδεώδες φυσικό περιβάλλον, που εξασφαλίζει τη μόνωση και μεταρσιώνει τον νου προς το θείο. Πραγματικά, όπως ο Αθως με την επιβλητική του ανύψωση ως τα σύννεφα, ως τον ουράνιο θόλο, έτσι και τα Μετέωρα, οι δυνατά ριζωμένοι στη γη θαυμαστοί βράχοι που ξεπετάγονται με ορμή προς τα άνω, συμβολίζουν την τάση για έξαρση, για πρόσμειξη με το θείο.

Από τα κέντρα αυτά, ιδίως από το πρώτο, που βρίσκεται σε πνευματική επαφή με όλα τα μοναστήρια των ελληνικών χωρών, ακτινοβολεί η φλόγα της ορθοδοξίας προς κάθε κατεύθυνση. Από αυτά ξεκινούν, ιδίως προς τις δυτικές ελληνικές περιοχές Μακεδονία και Ηπειρο, ευσεβείς μοναχοί που πορεύονται εκούσια προς το «μαρτύριον» η προς την «ερημίαν», για να ιδρύσουν μονές και να τονώσουν με τη διδασκαλία και με το παράδειγμά τους τούς τρομοκρατημένους και απελπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστική είναι η κτίση πολλών νέων μονών επάνω στην Πίνδο, ιδίως από τα μέσα του 17ου αιώνα, ως τα Αγραφα κάτω.

Για το Αγιο Ορος έχουν γραφεί εκατοντάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα, αλλά ελάχιστα απ’ αυτά προσφέρουν ακριβή και θετικά στοιχεία. Αισθητή είναι ακόμη η έλλειψη ενός μεγάλου συνθετικού έργου, ιδίως της εποχής της τουρκοκρατίας, το οποίο να χρησιμοποιεί ευρύτατα τα έγγραφα των αρχείων της αντίστοιχης περιόδου (που μένουν σχεδόν απρόσιτα στον ερευνητή) με την προσπάθεια να εισδύσει στην ουσία του μοναχικού βίου, στους κλυδωνισμούς της ψυχής των μοναχών και στους πνευματικούς των αγώνες.

Τις πιο πρώιμες, αλλά και ενδιαφέρουσες περιγραφές για το Αγιον Ορος, τις έχουμε από Ρώσους προσκυνητές που με πολλές λεπτομέρειες, όπου η αλήθεια συχνά χάνεται μέσα στον μύθο, μιλούν για την κατάσταση και την ιστορία των μονών, για τα μετόχια και τα κτήματά τους στην Χαλκιδική και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (βλ. σ. 216-217 χάρτη Χαλκιδικής με τα μετόχια που είχε το Αγιον Ορος κατά τα πρώτα χρόνια, την μετά την άφιξη των προσφύγων εποχή), για τους θησαυρούς που κρύβουν, για τα ποικίλα και πολύτιμα δώρα βυζαντινών βασιλέων, για τα άγια λείψανα και τα θαύματά τους και για άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που όλα μαζί συνθέτουν τη θρησκόληπτη ατμόσφαιρα της εποχής. Κατά τα τέλη του 15ου αιώνα ο Ρώσος προσκυνητής Ησαΐας μνημονεύει τα μισά σχεδόν μοναστήρια ως σλαβικά και αρβανίτικα: Δοχειαρίου, Γρηγορίου, Αγ. Παύλου, ένα κοντά στον Αγ. Παύλο αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο (εννοεί ασφαλώς τη μονή Διονυσίου) και Χιλανδαρίου σερβικά, Παντελεήμονος ρωσικό, Σίμωνος Πέτρας βουλγαρικό, Καρακάλλου και Φιλοθέου αρβανίτικα. Του Ζωγράφου, Κασταμονίτου, Ξηροποτάμου και Κουτλουμουσίου δεν τα προσδιορίζει, ενώ της Λαύρας, Βατοπαιδίου, Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα τα ονομάζει ρητά ελληνικά. Νομίζω ότι η πληροφορία του είναι αξιόπιστη και χαρακτηρίζει την ελεύθερη πια διακίνηση των σκλαβωμένων χριστιανικών λαών μέσα στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ιδίως την κάθοδο των Σλάβων και Αλβανών (πιθανότατα Βορειοηπειρωτών), όχι μόνο γεωργών, αλλά και μοναχών προς τη Βόρεια Ελλάδα, Μακεδονία και Θράκη.

Τη γνώμη μου αυτή την επιβεβαιώνουν δύο έγγραφα της «Συνάξεως»: το ένα, του 1399, το υπογράφουν σλαβικά μόνον οι αντιπρόσωποι του Χιλανδαρίου και Διονυσίου, ενώ το άλλο του 1505 (σύγχρονο δηλαδή του Ησαΐα), το υπογράφουν 18 αντιπρόσωποι, από τους οποίους οι 11 βάζουν την υπογραφή τους στα σλαβικά. Δηλαδή κατά τον 15ο αι. και ιδίως μετά την Αλωση, οι μονές του Αγ. Ορους αριθμούν πολλούς Σλάβους μοναχούς. Γι’ αυτό και από τις αρχές του 16ου αι. παρατηρείται κάποια αντίδραση ορισμένων Ελλήνων μοναχών εναντίον του εκσλαβισμού των μονών, αν κρίνουμε από ορισμένες ενδείξεις που θα αναφέρουμε σε άλλα μέρη. Ο ελληνισμός φοβισμένος αρχίζει ν’ αμύνεται.

Εκτός από τις περιγραφές των Ρώσων προσκυνητών, σύντομες αλλά θετικές είναι οι πληροφορίες του Pierre Belon, ο οποίος φλέγεται από την επιθυμία να επισκεφθεί τον ιερό εκείνο τόπο και να γνωρίσει την ιδιότυπη ζωή των μοναχών. Ενθουσιασμένος από το φυσικό περιβάλλον σημειώνει ότι δεν γνωρίζει άλλον τόπον πιο κατάλληλο για μόνωση.

Αν κάποιος έλθει στο Αγιο Ορος για να γίνει καλόγερος και έχει κάποια περιουσία, τότε και αυτή ενσωματώνεται στην περιουσία του μοναστηριού. Το κακό όμως είναι ότι οι υποψήφιοι μοναχοί κείρονται συνήθως αδοκίμαστοι και αμέσως μετά στέλνονται σε διάφορες αγροτικές εργασίες, σε κοπάδια ζώων, μύλους κ.λπ., με αποτέλεσμα να φθείρονται οι ψυχές τους.

Οι 6.000 μοναχοί ζουν σε 24 παλιά μοναστήρια σκορπισμένα εδώ και εκεί, καλοχτισμένα και οχυρωμένα με ψηλά τείχη για ν’ αντιστέκονται στις επιδρομές των πειρατών, αν και συνήθως αυτοί - ακόμη και οι Τούρκοι - δεν τα πειράζουν.

Ολοι οι μοναχοί είναι ντυμένοι φτωχικά και εργάζονται. Ξεκινούν κάθε πρωί για τις δουλειές τους με το δισάκι τους ριγμένο στον ώμο γεμάτο παξιμάδια και μερικά κρομμύδια και με τα εργαλεία τους στο χέρι, τσάπα, σκαπάνη ή κλαδευτήρι. Αλλοι τσαπίζουν τ’ αμπέλια, άλλοι κόβουν ξύλα και άλλοι κάνουν καράβια. Αλλοι πάλι κλώθουν μαλλί ή είναι ράφτες, τσαγκάρηδες, κτίστες, ξυλουργοί κ.λπ. Κάνουν ωραία ξύλινα κουτάλια, ξυστριά για τη ράχη, κύπελλα, δίσκους ποικιλόχρωμους και άλλα ωραία αντικείμενα, βιοτεχνία που επιζεί ακόμη ως σήμερα.

Οι μοναχοί δεν τρώγουν κρέας, ακόμη και ψάρια, ιδίως τη Σαρακοστή. Αρχίζουν με κρομμύδια ωμά και σκόρδα. Η κύρια τροφή τους είναι ελιές και κουκκιά βρεγμένα. Τελειώνουν με ρόκα και κάρδαμο. Φιλοξενούν τους επισκέπτες δωρεάν. Επειδή θεωρούνται ότι τηρούν αυστηρότατα τους κανόνες του μοναχικού βίου, οι ορθόδοξοι λαοί, όπου και αν κατοικούν, στα Βαλκάνια, στη Ρωσία, στην Πολωνία, στον Καύκασο, στη Μιγγρελία κ.λπ., τους σέβονται πολύ περισσότερο από τους άλλους μοναχούς. Ακόμη σέβονται ιδιαίτερα και εκείνους τους μοναχούς του Σινά, του Λιβάνου, των ερήμων της Συρίας κ.λπ., που έμειναν ένα διάστημα στο Αγιο Ορος. Αλλά και όλοι γενικά αναγνωρίζουν την αγιότητα του Ορους και σέβονται βαθύτατα ιδίως τους ασκητές. Οι μοναχοί πληρώνουν κεφαλικό φόρο (κοινώς λεγόμενο χαράτς) 3 τάλληρα κάθε χρόνο κατά κεφαλή. Αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα ρούχα τους και τα απαραίτητα εργαλεία για να καλλιεργούν τη γη. Τα μοναστήρια έχουν εισοδήματα από διάφορες χώρες της ορθοδοξίας, κυρίως από τη Ρωσία και τη Βλαχία. Συχνά μάλιστα στέλνουν μοναχούς στο εξωτερικό για να ζητήσουν την ελεημοσύνη των χριστιανικών λαών. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι «ταξιδιώτες». Η έξοδος αυτή, που οι ζηλωτές του αυστηρού πνεύματος την κατακρίνουν ως διαλυτική του μοναχισμού, διαρκεί συνήθως δύο τρία χρόνια. Μετά την επιστροφή τους παραδίδουν τα χρήματα στον σκευοφύλακα του κάθε μοναστηριού, ο οποίος αντιμετωπίζει τις διάφορες ανάγκες και τα υπόλοιπα τα κρατεί για να πληρώση τα έξοδα ενός άλλου ταξιδιού.

Οι μοναχοί που κινούν την περιέργεια -μαζί και τον θαυμασμό του κόσμου- είναι οι ερημίτες, εκείνοι δηλαδή που ύστερ’ από συμβίωση πολλών ετών στο μοναστήρι, αναχωρούν ένας-ένας χωριστά στην «έρημον», όπου περνούν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους σιωπηλοί με τη σκέψη τους στραμμένη προς το θείο, τρώγοντας τρείς ή δύο ή και μία φορά την εβδομάδα μόνο ψωμί ή χόρτα, ρίζες και κάστανα. Αυτοί συνήθως είναι οι οραματιστές προφητειών.

Από τους μεταγενεστέρους ξένους περιηγητές που μας πληροφορούν για τον Αγιον Ορος ο πιο αξιόπιστος είναι ο Αγγλος John Covel, ο πρώτος Αγγλος που το επισκέφθηκε επί Τουρκοκρατίας, στα 1677. Ο Covel (σ’ αυτόν βασίζεται ο Ricaut) περιγράφει τα μεγαλύτερα μοναστήρια και δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οργάνωση του Ορους και ιδίως για τα αξιώματα και τη διοίκηση της Λαύρας. Αναφέρει ότι ο οικουμενικός πατριάρχης δεν επεμβαίνει στην εσωτερική διοίκηση, αλλά μόνο διορίζει κατά παράδοση τον αρχιερέα, τον μητροπολίτη Ιερισσού και Αγ. Ορους, ο οποίος είναι υπό τον Θεσσαλονίκης και μένει άλλοτε στις Καρυές και άλλοτε στη Σιδερόκαψα. Εχει σωθεί μάλιστα και δημοσιευθεί μπεράτι σχετικό με τον διορισμό μητροπολίτη του Αγίου Ορους στα 1482.

Ο πραγματικός ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας του τόπου είναι ο Πρώτος. Αυτός καθήκον έχει να εποπτεύει τα διασπαρμένα στο Αγ. Ορος κελλιά των αναχωρητών και σε κοινές συνεδρίες στο Π ρ ω τ ά τ ο ν στις Καρυές μαζί με τους γέροντες των κελλιών, να διαλύει τις έριδες των μοναχών και των μονών. Ο Πρώτος παύει να εμφανίζεται κατά τα τέλη του 16ου αιώνα.

Τη θέση του Πρώτου την παίρνουν τώρα οι «γέροντες της Συνάξεως» ή «επιστάται». Είναι οι αντιπρόσωποι των μονών στο Πρωτάτο. Ετσι σχηματίζεται εκεί ένα είδος γενικής συνέλευσης, η σημερινή «Σύναξις», που εξετάζει τα ζητήματα που ενδιαφέρουν τη μοναστική κοινότητα.

Στις Καρυές εδρεύει Τούρκος αγάς με δύο ή τρείς άνδρες, για να προστατεύουν τις μονές από τις καταπιέσεις των άλλων Τούρκων, ειδικά των ναυτικών της Μπαρμπαριάς. Ο αγάς (από το σώμα των μποσταντζήδων) διορίζεται από τον μποσταντζή μπασή ως αντιπρόσωπός του και μένει στη θέση αυτή δύο χρόνια. Η ετήσια μισθοδοσία του επιβαρύνει τους μοναχούς. Ακόμη κάθε μονή τον προσκαλεί στην πανήγυρη του ναού της και (εκτός από τη διατροφή αυτού και της ακολουθίας του) του δωρίζει ένα πουγγί με νομίσματα ανάλογα με την οικονομική της αντοχή.

Ως προς την εσωτερική διοίκηση, ορισμένες μονές, ιδίως Λαύρας και Βατοπαιδίου κατά τον 16ο αι. για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, εγκαταλείπουν το κοινοβιακό καθεστώς και υιοθετούν το ιδιόρρυθμο σύστημα ή το μεικτό ιδιόρρυθμο. Το καθεστώς αυτό ενισχύθηκε επί Ιερεμία Β΄ και αυτό γενικά φαίνεται να ακολούθησαν τα μοναστήρια, παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων ασκητικών μορφών και τις προσπάθειές τους για την επαναφορά του κοινοβιακού θεσμού.
Το παρακάτω απόσπασμα πράξεως της μονής Λαύρας που έχει συνταχθεί στις αρχές του 18ου αι., προσπαθεί να δικαιολογήσει με τα εξής την παρέκκλιση από τα αυστηρά τυπικά του Αγίου Αθανασίου:

«Δεν μας συγχωρεί την σήμερον (η έπαρσις της αθεΐας και το βαρβαρικόν ξίφος) φροντίζειν ποσώς περί των τοιούτων παραδόσεων, ως περιττών όντων εν τω παρόντι καιρώ, οπού το ευαγγέλιον της χάριτος υβρίζεται και καταπατείται και αντιλέγεται φανερώς υπό των απίστων. Φυλάττειν δε μόνον τον όρον και την τάξιν της ευσεβείας και τον αγιασμόν του Πνεύματος, όπως μη επέλθη εφ’ ημάς καμμία εγκατάλειψις από της εξωτερικής αρπαγής και συγχύσεως τότε ούτε κανόνες, ούτε τύποι Πατέρων βοηθήσαι όλως ισχύσουσιν ημίν. Εν τούτοις μόνοις ζητείν την ασφάλειαν το γε νυν έχον και τα λοιπά παρατρέχειν ως μη χρησιμεύοντα εις τον παρόντα αιώνα, του παλαιού καιρού εκείνα πάντα τυγχάνοντα αξιώματα και θεωρίαι και μελετήματα».

Πραγματικά οι μονές του Αγίου Ορους (αλλά και όλες οι μονές) υποφέρουν από την έλλειψη ασφάλειας κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, από καταπατήσεις των γαιών τους από γειτονικούς Τούρκους Σπαχήδες ή από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους, από πειρατείες, ληστείες, από προστριβές μεταξύ τους για τα όρια των κτημάτων τους, με αποτέλεσμα πολλές να διαλύονται και να ερειπώνονται ή να πέφτουν σε μεγάλα χρέη και φτώχια. Μεγάλο πλήγμα κατά των μονών ήταν ιδίως η κατάσχεση των μετοχίων και των άλλων κτημάτων τους στα 1568, για την οποία έχουμε κιόλας μιλήσει. Σχετικά λοιπόν, το έτος ακριβώς εκείνο, συστατικό έγγραφο του πατριάρχη Τιμοθέου προς τον μοναχό Δανιήλ Καστρήσιο, που βγαίνει για «ζητεία» στη Δυτική Ευρώπη για τη μονή των Ιβήρων, μιλεί για αβάσταχτα χρέη της και τόκους και κοντά σ’ αυτά για τη μεγάλη ζημιά που έπαθαν τον προηγούμενο χρόνο από τους Τούρκους, οι οποίοι τους είχαν κατηγορήσει ότι εφοδίαζαν τους Φράγκους με τρόφιμα.

Η ακμή που είχαν γνωρίσει τα μοναστήρια επί των βυζαντινών βασιλέων δεν επρόκειτο πια να ξαναγυρίσει. Γι’ αυτό τόσον αυτά, όσο και τα άλλα, έστελναν απεσταλμένους στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, οι οποίες τα βοηθούσαν όπως μπορούσαν. Πολλοί επίσης ορθόδοξοι ηγεμόνες, ιδίως της Ρωσίας, της Βλαχίας και Μολδαβίας ή και φιλόθρησκοι ιδιώτες έστελναν συχνά χρήματα για ν’ ανακουφίσουν τις μονές ή να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς και άλλα αφιερώματα, κεντητούς επιτάφιους, χειρόγραφα ευαγγέλια ή άλλα χειρόγραφα και έντυπα θεολογικά βιβλία (τυπωμένα στα τυπογραφεία των ρουμανικών μονών ή πόλεων, Ιασίου, Βουκουρεστίου, Ρύμνικ, Τιργκόβιστε και Σναγκόβ). Αναλάμβαναν επίσης την προστασία ορισμένων μονών, έκτιζαν ή επισκεύαζαν διάφορα οικοδομήματα και γενικά διατηρούσαν ποικίλες πνευματικές σχέσεις μαζί τους. Ειδικά με τις ρουμανικές χώρες οι σχέσεις ήταν στενές. Πολλοί Αγιορείτες έρχονταν στη Μολδαβία και Βλαχία, καθώς και Ρουμάνοι κατέβαιναν και μόναζαν σε διάφορες μονές του Αγ. Ορους.

Οι Φαναριώτες ηγεμόνες, που διαδέχονται στα 1711 τους Βλάχους και Μολδαβούς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν είναι τόσο γενναιόδωροι όσο οι προκάτοχοί τους, γιατί ούτε τον πλούτο ούτε την πολιτική δύναμη εκείνων έχουν. Πάντως οι μονές του Αγ. Ορους, αλλά και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα (μονές Μετεώρων, πατριαρχεία Ιεροσολύμων κ.λπ.), με τις δωρεές είτε των ηγεμόνων είτε και των ιδιωτών αποκτούν στη Βλαχία και Μολδαβία μονές, εκκλησίες, μετόχια και άλλα ακίνητα, με λίγες λέξεις τεράστια κτηματική περιουσία, η οποία μετά την ανεξαρτησία των χωρών εκείνων δημιούργησε το μεγάλο μοναστηριακό ζήτημα.

Παρά ταύτα η οικονομική κατάσταση των μονών του Αθω συνεχώς χειροτερεύει εξαιτίας των αβάσταχτων φόρων και τόκων. Τα πολλά χρέη που είχε συνάψει η Ιερά Κοινότητα έφεραν τα μοναστήρια σε εξαθλίωση γύρω στα 1600.

Η κατάσταση επιδεινώνεται μετά τον κρητικό πόλεμο (1645 - 1669) ως τα μέσα του επόμενου αιώνα, οπότε με την οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδο των Ελλήνων αλλά και με την αφιλοκερδή γενναιοδωρία ιδίως των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας, αρχίζει νέα περίοδος οικονομικής και πνευματικής ακμής. Κτίζονται νέες οικοδομές με κύρια ύλη τα τούβλα ή με τούβλα και πελεκημένες πέτρες. Πολλά όμως κτήρια των μονών, μεγάλων ή μικρών, καθώς και σκήτες και κελλιά κτίστηκαν τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης του 1821, μετά τις 2 Σεπτεμβρίου 1820, όταν καταρρακτώδης βροχή είχε κάνει μεγάλες καταστροφές στο Αγιον Ορος.

Κατά τον 18ο και αρχές του 19ου αι., ιδίως μεταξύ 1784 - 1813, οκτώ από τα μικρά μοναστήρια του Αθω, του Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας, Ρωσικό, Διονυσίου, Καρακάλλου, Ζωγράφου και Κουτλουμουσίου, γίνονται πάλι κοινόβια.

Ο Belon μιλώντας για την πνευματική κατάσταση του Αγίου Ορους, γράφει ότι άλλοτε είχε πολλά και ποικίλα χειρόγραφα, ότι στην εποχή του ήταν κυρίως θεολογικά (σημ: φυσικό ήταν να είναι τα περισσότερα), ότι σε κάθε μοναστήρι βρίσκονται μόνο δύο ή τρείς μοναχοί που ήξεραν να γράφουν ή να διαβάζουν και αυτό γιατί δήθεν ήταν απαγορευμένη με αφορισμό η μελέτη άλλων έργων εκτός από τα θεολογικά. Η φιλοσοφία και η ποίηση βρίσκονταν υπό διωγμό, υπό το πνεύμα δυσπιστίας και της δυσμενούς στάσης απέναντι της φιλοσοφίας, που επικράτησε μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας μετά τους ησυχαστικούς αγώνες.

Μολαταύτα το Αγιο Ορος ανέδειξε πολλούς λόγιους κληρικούς και ιεράρχες. Ιδίως διασώζεται εκεί κατά παράδοση η βυζαντινή μουσική, όπως μαρτυρεί ο πλούτος των μουσικών χειρογράφων και το πλήθος των ιεροψαλτών και μουσικών. Γενικά το Αγιο Ορος υπήρξε επί τουρκοκρατίας, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο επίσκοπος Σάμου Γεωργειρήνης, η «Μεγάλη Ακαδημία του ορθοδόξου μοναχισμού». Ηταν δηλαδή σύμβολο, ιδέα, παρά σχολή. Οι υπηρεσίες των μοναχών του Αθω στην ορθοδοξία ήταν μεγάλες. Αυτοί, παρά την αμάθεια, τη θρησκοληψία και την αργυρολογία κατά τις περιοδείες τους, ήταν εκείνοι κυρίως που με το φλογερό και αδιάλλακτο κήρυγμά τους ενθάρρυναν τους ορθοδόξους να εμμένουν στην πίστη τους και να μην προσέρχονται στον ισλαμισμό ή στον καθολικισμό. Συγκεκριμένα οι καθολικοί ιερείς των Κυκλάδων αναγνώριζαν ότι ένα σημαντικό αίτιο που εμπόδιζε τον προσηλυτισμό των κατοίκων ήταν η δράση των μοναχών του Αγίου Ορους, οι οποίοι τη μεγάλη Σαρακοστή τριγύριζαν στα νησιά, εξομολογούσαν τους απλούς κατοίκους, τους μετέδιδαν τη Θεία μετάληψη και συγχρόνως κατηγορούσαν τον πάπα και την καθολική Εκκλησία. Ετσι φανάτιζαν εκείνους ακριβώς που ήταν ευάλωτοι από την καθολική προπαγάνδα.

 

*Αποστόλου Βακαλόπουλου

(Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Β΄ τομ., Θεσσαλονίκη 1976)