Ολοκληρώθηκαν οι εκδηλώσεις μνήμης και πένθους για την αποφράδα εκείνη ημέρα της 1ης Σεπτεμβρίου του 2004, όταν τρομοκράτες κατέλαβαν το σχολείο  στο Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας, κράτησαν σε τριήμερη ομηρία περισσότερους από χίλιους ανθρώπους, στην πλειοψηφία τους παιδιά, και τελικά έσπειραν τον θάνατο σε 334 άτομα.

Τότε η Εκκλησία της Ελλάδος πρώτη έσπευσε να συμπαρασταθεί στα θύματα και στους ελληνικής καταγωγής κατοίκους της πόλης.Αίσθηση είναι κάνει τότε η θυσία  του Πόντιου Δασκάλου Γιάννης Κανίδη.

 

 

Πριν από 16 χρόνια, τρομοκράτες κατέλαβαν το σχολείο υπ’ αριθμ. 1 στο Μπεσλάν, πιάνοντας ομήρους 1.128 άτομα, συμπεριλαμβανομένων θηλαζόντων νηπίων και ηλικιωμένων. Ως αποτέλεσμα της τρομοκρατικής επιθέσεως, σκοτώθηκαν περισσότεροι από 334 όμηροι.

Φέτος, την 1η Σεπτεμβρίου 2020 στο Μπεσλάν άρχισαν τριήμερες εκδηλώσεις μνήμης. Η πρώτη εκδήλωση πένθους άρχισε με τον πιο ανατριχιαστικό συμβολισμό: το σχολικό κουδούνι ήχησε στις 9:15 ακριβώς, ώρα, κατά την οποία οι τρομοκράτες διέκοψαν την καθιερωμένη εορταστική εκδήλωση για την έναρξη της σχολικής χρονιάς, αρχίζοντας την κατάληψη του σχολείου.

Συνοδευόμενος από τον Πρωτοσύγκελο της εκκλησιαστικής επαρχίας Βλαντικαβκάζ, Ιερομόναχο Στέφανο Ντζουγκόγιεφ, και κληρικούς της επαρχίας, ο Αρχιεπίσκοπος Βλαντικαβκάζ και Αλάνιας κ. Λεωνίδας, μετέβη στο μνημείο, το οποίο ανεγέρθη στο σημείο, όπου ευρισκόταν το σχολείο του Μπεσλάν, κατέθεσε λουλούδια στον Σταυρό Προσκυνήσεως, που είναι τοποθετημένος στο κέντρο του σχολικού γυμναστηρίου, όπου, σύμφωνα με την ιστοσελίδα patriarchia.ru, τελέσθηκε επιμνημόσυνη δέηση.

Ακόμη, ο Ιεράρχης τέλεσε Ιερό Τρισάγιο στη σχολική αυλή, στο μνημείο του επικεφαλής του αποσπάσματος των Ειδικών Δυνάμεων «Vympel» Ήρωα της Ρωσίας, Δημητρίου Ραζουμόφσκι, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της επιχειρήσεως για την απελευθέρωση των ομήρων.

Σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου, το τηλεοπτικό κανάλι Russia 1 προβάλλει σε επίσημη πρώτη το ερευνητικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Beslan», που είναι αφιερωμένο στην τραγική ιστορία ομηρίας του Μπεσλάν. Στο εν λόγω ντοκιμαντέρ ο σκηνοθέτης Αλεξάντρ Ρογκάτκιν προσπαθεί να ρίξει φως στην τραγωδία, προβάλλοντας και τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, που

O Kανίδης και οι όμηροι μαθητές
 
O Γιάννης  Κανίδης γεννήθηκε στην Τιφλίδα, πρωτεύουσα της τότε Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Σοβιετικής Δημοκρατίας της Υπερκαυκασίας, την πρωτοχρονιά του 1930. Τον Σεπτέμβριο του 2004, όταν ένοπλοι Ιγκουσέτιοι και Τσετσένοι εξτρεμιστές πήραν ομήρους πάνω από 1200 μαθητές και ενήλικες στην πόλη Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας, ο 74 ετών τότε Κανίδης επέμεινε να μείνει μαζί με τους μαθητές του, βοηθώντας τους να επιζήσουν και τελικώς πέθανε για να σώσει όσο το δυνατό περισσότερους.

 

Δύο ημέρες μετά την επιδρομή των τρομοκρατών, αυτοί επέτρεψαν σε κάποιες μητέρες που θήλαζαν να φύγουν μαζί με τα βρέφη τους. Τότε ο επικεφαλής της τρομοκρατικής ομάδας είδε τον Κανίδη ως έναν ηλικιωμένο και εξασθενημένο άνδρα, και του είπε ότι μπορούσε να φύγει στην ελευθερία μαζί τους. Αλλά ο Κανίδης αρνήθηκε, απαντώντας ότι θα έμενε «με τους μαθητές του μέχρι το τέλος». Σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας ο Κανίδης προφύλασσε τους μαθητές του και υπερασπιζόταν τις ζωές τους κατά το μέτρο του δυνατού. Για παράδειγμα, όταν τα παιδιά υπέκυπταν στη μεγάλη ζέστη που επικρατούσε μέσα στο γυμναστήριο όπου ήταν κλεισμένα, στην αποπνικτική ατμόσφαιρα και στη δίψα, ο Κανίδης πλησίασε τους τρομοκράτες και τους είπε με επιμονή ότι έπρεπε να τους δώσουν κάτι να πιούν, τουλάχιστον στα μικρότερα. Και όταν ένας από τους ένοπλους τον χτύπησε δυνατά με το κοντάκι του όπλου του, συνέχισε αψηφώντας τον λέγοντας: «Πώς τολμάς; Λέτε ότι είστε οι άνθρωποι του Καυκάσου, αλλά εδώ στον Καύκασο ούτε ένας σκύλος δεν θα απέρριπτε το αίτημα ενός γέρου ανθρώπου!» Τότε οι τρομοκράτες επέτρεψαν στον Κανίδη να βρέξει μία από τις σαλιάρες των μικρών παιδιών και να υγράνει με αυτή τα στόματα των μκρότερων παιδιών.

Οι όμηροι που επέζησαν διηγήθηκαν το πώς επανειλημμένα ο Κανίδης διακινδύνευσε τη ζωή του για να σώσει παιδιά και το πώς απεμάκρυνε εκρηκτικά που είχαν τοποθετηθεί κοντά τους ή να αποτρέψει την πυροδότηση άλλων.

Ο Κανίδης σκοτώθηκε κατά την τρίτη ημέρα της ομηρείας. Οι περιστάσεις του θανάτου του δεν είναι ξεκάθαρες. Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα Γεντιόθ Αχρονόθ, σκοτώθηκε όταν πετάχτηκε και κάλυψε με το σώμα του μία χειροβομβίδα που είχαν πετάξει οι τρομοκράτες σε παιδιά που έφευγαν. Σύμφωνα με την αγγλόγλωσση έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή, πυροβολήθηκε καθώς επιχειρούσε να αποσυναρμολογήσει έναν ανεμιστήρα οροφής που είχε παγιδευθεί με εκρηκτική συσκευή. Σύμφωνα τέλος με άρθρο του C.J. Chivers στο Esquire τον Ιούνιο του 2006[1], ο Κανίδης σκοτώθηκε παλεύοντας με έναν εκ των τρομοκρατών, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο ώστε να δραπετεύσουν όσο το δυνατό περισσότερα παιδιά. Οι τελευταίες του λέξεις (σε αυτή την εκδοχή) ήταν: «Βγάλτε τα παιδιά έξω!»

Αργότερα, ένας από τους μαθητές που σώθηκαν τον συνέκρινε με τον Πολωνό Γιάνους Κόρτσακ, ο οποίος είχε συνοδεύσει τους μαθητές του στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα.

 

 

Aφήνουν νερό για τα παιδιά που πέθαναν διψασμένα...

 

(Μπαΐλης Πάνος10 Σεπτεμβρίου 2004 Tα Νέα)

 

H πρώτη, ντυμένη στα μαύρα, κρατάει ένα μπουκάλι με πορτοκαλάδα. H δεύτερη

ένα μπουκάλι νερό. H τρίτη σφίγγει στην αγκαλιά της ένα αρκουδάκι. Θα 'ναι δεν
θα 'ναι δέκα χρόνων.

Διασχίζουν αργά τον δρόμο που οδηγεί στο σχολείο. Και τα τρία κοριτσάκια στην

ίδια ευθεία, μια θλιβερή πομπή που ραγίζει καρδιές και κάνει τους γέρους να
κρύβουν τα πρόσωπά τους μέσα στα τεράστια πάνινα καπέλα τους.

Να μη δουν. Να μην τους δουν που κλαίνε. Φθάνουν έξω από τα ερείπια του
σχολείου. Ανοίγουν τα μπουκάλια με το νερό και την πορτοκαλάδα και τ' αφήνουν
δίπλα σε εκατοντάδες άλλα. Αφήνουν το αρκουδάκι σε ένα μικρό τραπέζι. Να έχουν
τα αδελφάκια τους μπόλικο νερό να πιουν, όσο στερήθηκαν τις ημέρες της φρικτής
ομηρείας τους. Να έχουν παιχνίδια να παίζουν, που δεν πρόλαβαν...


Όλοι πια στο Μπεσλάν της Οσετίας, πέντε ημέρες μετά τη μεγάλη σφαγή στο
σχολείο, αυτό κάνουν. Πάνε νερό, πορτοκαλάδες και παιχνίδια για τα παιδιά. Και
για τους μεγάλους, στην αίθουσα όπου οι Τσετσένοι τρομοκράτες εκτελούσαν
ομήρους, άφηναν ένα τσιγάρο αναμμένο να καίει. Οι Τσετσένοι όσους επρόκειτο να
εκτελέσουν δεν τους άφηναν να καπνίσουν ούτε το τελευταίο τσιγάρο. Έτσι, για
να ικανοποιήσουν την τελευταία τους επιθυμία.
Μία πόλη πέντε ημέρες τώρα αυτό κάνει όλο το εικοσιτετράωρο. Χωρίς να μιλούν

μπαίνουν στον χώρο του σχολείου αφήνουν λουλούδια, ανάβουν κεριά και
περιπλανώνται στα ερείπια χωρίς να αρθρώνουν λέξη. Είναι φοβερό αυτό που
συμβαίνει. Τριάντα πέντε χιλιάδες ζουν στο Μπελσάν και δεν ακούς τίποτε.
Απόλυτη σιωπή. Ούτε καν οργίζονται. Πατάνε πάνω από ξύλα και πέτρες που έχουν
πέσει από τις σκεπές και τους τοίχους. Πάνε στις αίθουσες όπου τα παιδιά τους
θα έκαναν μάθημα. Ούτε αγγίζουν τίποτε. Βιβλία, πίνακες, θρανία, μπάλες,
σοβάδες και σε κάθε γωνιά, σε κάθε δωματιάκι, ρούχα παιδικά, παπούτσια που
βγήκαν μέσα στον πανικό. Τα βλέπουν και δεν τ' αγγίζουν. Είναι φανερό ότι
προσπαθούν να καταλάβουν τι έγινε, πώς έγινε.

Στέκονται πάνω από τις τρύπες που είχαν ανοίξει οι Τσετσένοι στο δάπεδο και
είχαν κρύψει τα εκρηκτικά. Παρατηρούν τους τοίχους με τις τεράστιες τρύπες και
τα χιλιάδες σημάδια από τις σφαίρες. Και σαν φέρνουν στον νου τους τα
τρομαγμένα μάτια των παιδιών, το κλάμα τους, τα δάκρυά τους, την αγωνία τους
σωριάζονται στα ερείπια και θρηνούν.
 

 


 


Με δάκρυα στα μάτια θέλουν να δουν κάθε γωνιά από τα 2.500 τετραγωνικά μέτρα
του σχολείου. Πνίγονται, καθώς διαπιστώνουν ότι όλο το σχολείο ήταν
παγιδευμένο με εκρηκτικά. Πως οι δικοί τους άνθρωποι τρεις ημέρες έβλεπαν τις
βόμβες να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους.


Ανάμεσα σε αυτούς και οι «τυχεροί», όπως οι δεκαεξάχρονοι Μαράτ και Αλάν, οι
οποίοι - όπως λένε - μόλις είδαν τους τρομοκράτες έτρεξαν και εξαφανίστηκαν
χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γλίτωσαν και προχθές είχαν ανέβει ακόμη μία
φορά για να δουν την αίθουσά τους, που δεν είναι παρά ένας σωρός από ερείπια.


Εκεί δίπλα στην αίθουσά τους, μία μικρότερη. Εκεί λένε ότι οι Τσετσένοι
εκτέλεσαν 15 άνδρες. Άλλοι υποστηρίζουν ότι εκεί σκοτώθηκε και ο Έλληνας
δάσκαλος Γιάννης Κανίδης. Στο περβάζι του παραθυριού από όπου οι τρομοκράτες
πετούσαν τα πτώματα, δεκάδες αναμμένα τσιγάρα. Το ίδιο και στη γωνία που είχε
γίνει ο τοίχος των εκτελέσεων. Τσιγάρα. Πολλά τσιγάρα σε ένα ιδιότυπο
μνημόσυνο που σκέφθηκαν, έτσι για να αποδείξουν ότι οι τρομοκράτες δεν
σεβάστηκαν ούτε την τελευταία επιθυμία των μελλοθανάτων.
 


 


Και αφού περπατήσουν στα ερείπια, βγαίνουν στην αυλή και πάλι από την αρχή.
Νερό για τους διψασμένους, πορτοκαλάδες, παιχνίδια, λουλούδια και κεριά. Και
εκατοντάδες άνθρωποι με τα χέρια σταυρωμένα να κοιτούν σαν να μη βλέπουν.


Και μόνο όταν φθάνουν στο τραπέζι όπου υπάρχουν τα ρούχα ενός τρομοκράτη
κάθονται και παρατηρούν τους κάλυκες, τη ζώνη του, τη στρατιωτική στολή.
Οργίζονται. Ο τρομοκράτης έπεσε στα χέρια των συγκεντρωμένων κατά την
επιχείρηση απελευθέρωσης των ομήρων. Τα μέλη του σώματός του που απέμειναν
εκεί κοντά στην είσοδο του σχολείου σκεπάζονται από μύγες. Κάτω από τον καυτό
ήλιο του Μπεσλάν η μυρωδιά του θανάτου απλώνεται παντού. Και δεν πρόκειται να
ξεχαστεί ποτέ. Σαν τα γιατί που δεν απάντησε κανείς. Και να τους τα απαντήσει
κάποιος, ουδείς από αυτούς έχει τη διάθεση θα καταλάβει.


Μία από τις πλέον ήρεμες πόλεις ήταν τα τελευταία χρόνια το Μπεσλάν. Οι
35.000 κάτοικοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, δεν αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα
προβλήματα. Στην πόλη υπάρχουν και λειτουργούν εργοστάσια παραγωγής βότκας
(είναι η καλύτερη, λένε οι ντόπιοι, σε όλη τη Ρωσία), καθώς και πολλά
εργοστάσια κατασκευής τροχόσπιτων, γεγονός που εξασφαλίζει δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους.