Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου12 Σεπτεμβρίου

Των Αγίων Αυτονόμου, Κουρνούτου Επισκόπου Ικονίου, Θεοδώρου Επισκόπου Αλεξανδρείας, Ιουλιανού κ.ά.

Aγιος Αυτόνομος

Ο θείος ούτος και γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής Αυτόνομος, ήτον Επίσκοπος κατά την Ιταλίαν. Δια δε τον διωγμόν, οπού εκίνησε κατά των Χριστιανών ο βασιλεύς Διοκλητιανός εν έτει σϞη’ [298], ανεχώρησεν από την Ιταλίαν, και επήγεν εις ένα χωρίον της Βιθυνίας, καλούμενον μεν Σωρεοί, ευρισκόμενον δε εις το δεξιόν μέρος του κόλπου της Νικομηδείας· όπου και εξενοδοχείτο από ένα Χριστιανόν Κορνήλιον ονόματι. Επειδή δε διέτριψεν εις εκείνον τον τόπον καιρόν αρκετόν, δια τούτο έκτισεν εκεί ένα οίκον ευκτήριον. Και χειροτονεί Διάκονον τον ξενοδόχον του Κορνήλιον. Όθεν παραδούς εις αυτόν την φροντίδα και επιμέλειαν των εκείσε ευρισκομένων Χριστιανών, αυτός ανεχώρησεν εις την Λυκαονίαν και Ισαυρίαν. Εις τας οποίας επαρχίας κηρύξας την του Χριστού πίστιν, επανεγύρισε πάλιν εις τον Κορνήλιον, και χειροτονεί αυτόν Ιερέα. Επειδή δε έμαθεν, ότι ο Διοκλητιανός ήλθεν εις την Νικομήδειαν, και είχε θυμόν μεγάλον κατά των Χριστιανών, και μάλιστα εναντίον του, δια ταύτην την αιτίαν ανεχώρησεν εις τας πόλεις, οπού ευρίσκονται τριγύρω της Μαύρης Θαλάσσης. Κηρύξας δε και εκεί τον λόγον της ευσεβείας, εγύρισε πάλιν εις τους Σωρεούς, και χειροτονεί τον Κορνήλιον αρχιερέα.

Έπειτα διαπερνά την Μικράν Ασίαν, εκριζόνωντας μεν τελείως την πλάνην της ειδωλολατρείας και απιστίας, φυτεύωντας δε τον λόγον της ευσεβείας και πίστεως. Είτα γυρίζει πάλιν εις τους Σωρεούς. Και διαβάς εις ένα χωρίον, ευρισκόμενον μεν κοντά εις τους Σωρεούς, ονομαζόμενον δε Λίμναι, εν ολίγω καιρώ οδηγεί εις το φως της θεογνωσίας τους εκείσε ευρισκομένους, και βαπτίζει αυτούς. Αφ’ ου λοιπόν αυτά όλα ετελείωσεν ο του Χριστού μάρτυς και ιεράρχης, βλέποντες οι ευσεβείς Χριστιανοί τους ασεβείς και Έλληνας, να θυσιάζουν συχνάκις εις τους δαίμονας εν τω ανωτέρω τόπω κατά τινα εορτήν, και να πράττουν άσεμνά τινα έργα, εθυμώθησαν με δικαίαν οργήν. Όθεν και παραθαρρύναντες ένας τον άλλον, επήγαν και εσύντριψαν όλα των τα είδωλα. Τούτο δε μαθόντες οι Έλληνες, επαραφύλαξαν ένα καιρόν, όταν ιερούργει την θείαν μυσταγωγίαν ο θεράπων του Κυρίου Αυτόνομος. Και τότε ώρμησαν εναντίον του εν Σωρεοίς ευκτηρίου Ναού. Και αφ’ ου εκτύπησαν όσους εύρον εκεί, με πέτρας, με ξύλα, και με άλλα άρματα, οπού είχον εις τας χείρας των, τελευταίον εθανάτωσαν και τον Άγιον Αυτόνομον εις αυτήν την Αγίαν Τράπεζαν, εις την οποίαν ίστατο λειτουργών τω Κυρίω.

Μία δε διάκονος Μαρία ονόματι, μαζί με άλλους θεοφιλείς, πέρνουσα το άγιον εκείνου λείψανον, λαμπρώς αυτό ενταφίασεν. Εις τον τάφον δε εκείνον, εκτίσθη ύστερον και Ναός. Μέχρι δε της σήμερον σώζεται το ιερόν εκείνο λείψανον σώον και ολόκληρον, ανώτερον από κάθε φθοράν, διαφυλάττον τον χαρακτήρα της μορφής ακέραιον και αδιαλώβητον, έχον και αυτό ακόμη το δέρμα ομού με τας τρίχας. Όθεν και όλοι οι βλέποντες αυτό, εκπλήττονται και παρακινούνται εις το να δοξάζουν τον Κύριον (1).

(1) Σημείωσαι, ότι το Μαρτύριον του Αγίου Αυτονόμου συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Της ίσης ατοπίας είναι νομίζω». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων και εν άλλαις.)

 

 

Άγιος Κουρνούτος

 

Ούτος ήτον γέννημα και θρέμμα της πόλεως Ικονίου, της οποίας ύστερον έγινε και Αρχιερεύς. Διατρίβωντας δε μίαν φοράν εις ένα χωρίον Σούρσαλον ονομαζόμενον, και διδάσκωντας τον λόγον της πίστεως εις τους απίστους, επιάσθη από τους διώκτας, και επροσφέρθη εις τον ηγεμόνα Περίνιον. Και αφ’ ου υπέμεινεν ανδρείως όλην του την αγριότητα, απετμήθη την κεφαλήν, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.

 

 

Άγιος Θεόδωρος ,επίσκοπος Αλεξανδρείας

Τούτον τον Άγιον επίασαν οι Αλεξανδρείς, επειδή και εκήρυττε παρρησία τον Χριστόν. Και ανάψαντες από τον θυμόν, εστεφάνωσαν αυτόν με τας ακάνθας. Ερράπιζον το πρόσωπόν του· ετριγύριζαν αυτόν δεμένον εις όλην την πόλιν· έρριπτον αυτόν εις την θάλασσαν. Αφ’ ου δε από όλα αυτά έμεινεν αβλαβής υπό της θείας χάριτος, τελευταίον με την προσταγήν του άρχοντος, απετμήθη την κεφαλήν, και απήλθε νικηφόρος εις τα Ουράνια.

 

Άγιος Ιουλιανός ο εν Γαλατία

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού εν έτει τ’ [300], εις την πόλιν των Γαλατών γεννηθείς και ανατραφείς. Όταν δε ο Αντωνίνος (2) έγινεν ηγεμών της επαρχίας των Γαλατών, ήκουσεν, ότι ο Άγιος ούτος Ιουλιανός είναι κεκρυμμένος με άλλους τεσσαράκοντα, μέσα εις ένα σπήλαιον, και ακολουθεί εις την θρησκείαν των Χριστιανών. Όθεν ευθύς στέλλει ανθρώπους δια να αρπάσουν αυτόν και να τον φέρουν εις το κριτήριον. Οι δε απεσταλμένοι τούτον μόνον ευρόντες, εβίαζον αυτόν δια να δείξη, πού και οι άλλοι ευρίσκονται. Ο δε Άγιος δεν εκαταπείσθη, αλλά εφώναξε με μεγάλην φωνήν προς τους συνασκητάς του ταύτα. Ιδού εγώ πιασθείς, πηγαίνω να μαρτυρήσω δια τον Χριστόν, χωρίς να προδώσω εσάς εις τους στρατιώτας οπού με εβίαζον. Λοιπόν σπουδάσατε και εσείς να έλθετε να με φθάσετε.

 

Όταν λοιπόν επαραστάθη εις το βήμα, λέγει ο Αντωνίνος προς τον Μάρτυρα. Στοχάσου το συμφέρον σου, και ελθέ δια να θυσιάσης εις τους θεούς. Τότε ο του Χριστού αθλητής απεκρίθη. Άριστος σύμβουλος έγινες εις εμένα ω ηγεμών, και χωρίς να θέλης. Διότι εγώ, με το να προσέχω εις το εδικόν μου συμφέρον, άλλο τι δεν ευρίσκω να ήναι τούτο, πάρεξ το να αποθάνω δια την ευσέβειαν, με την οποίαν ανετράφηκα από βρέφους. Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, δεν ηθέλησε να τον ερωτήση άλλο τι περισσότερον. Αλλά προστάζει να αναφθή μία σιδηρά κλίνη, έως οπού να πυρακτωθή όλη, και επάνω εις αυτήν να απλωθή ανάσκελα ο του Χριστού αθλητής. Ο δε Μάρτυς ποιήσας το σημείον του τιμίου Σταυρού εις το σώμα του, ανέβη επάνω εις την κλίνην. Και ω του θαύματος! Άγγελος Κυρίου δροσίσας την πεπυρακτωμένην κλίνην, αβλαβή τον Μάρτυρα διεφύλαξεν.

 

Ο δε Αντωνίνος ιδών το τοιούτον θαυμάσιον, εξεπλάγη υπερβολικώς, και άρχισε να ερωτά τον Άγιον με τοιαύτας ερωτήσεις. Ποίος είσαι εσύ, όστις και το πυρ έτζι ευκόλως ενίκησας; Ο Άγιος απεκρίθη. Λειτουργός είμαι του Κυρίου Ιουλιανός ονομαζόμενος. Ο Αντωνίνος. Ποίοι δε είναι οι γονείς σου; Ο Άγιος είπεν. Ο μεν πατήρ μου, απήλθε προς Κύριον, η δε μήτηρ μου, είναι γερόντισσα. Και ευθύς προστάζει ο τύραννος να φέρουν την μητέρα του Αγίου εις το βήμα. Την οποίαν ιδών με άγριον ομμάτι ο Αντωνίνος, κατάπεισον, είπεν, ω γύναι, τούτον τον κάκιστόν σου υιόν, να θυμιάση εις τους θεούς με θυμιατόν. Είτε μη, έχουν να σε πάρουν ασελγείς στρατιώται, και να υβρίσουν ασέμνως το σώμα σου. Η δε ανδρεία εκείνη γυνή, και ποίαν καταδίκην, είπεν, έχει να λάβη η ψυχή μου, ανίσως χωρίς να θέλω ατιμασθή το σώμα μου; βέβαια ουδεμίαν. Πλην και κατά άλλον τρόπον, εγώ θαρρώ εις τον Θεόν μου, ότι δεν θέλει με παραβλέψει, ουδέ θέλει παραχωρήσει να πάθω τούτο ποτέ. Από τα λόγια ταύτα αιμωδιάσας ο Αντωνίνος, εκείνην μεν απέλυσε, τον δε υιόν αυτής και αθλητήν Ιουλιανόν, προστάζει να θανατωθή με το ξίφος.

Αναβάς λοιπόν εις το σύνηθες όρος μαζί με τους δημίους ο της ευσεβείας αγωνιστής, και ζητήσας από αυτούς ώραν ολίγην δια να προσευχηθή, ευχαριστώ σοι Κύριε, είπεν, ότι μέχρι θανάτου με εφύλαξας ακαταίσχυντον, εν τη ομολογία της πίστεως. Λοιπόν παρακαλώ σε, χάρισαι εις εκείνους τους Χριστιανούς, οπού πέρνουν χώμα από τον τάφον μου, συγχώρησιν αμαρτιών, και παθών αποτροπήν. Και ας μην έλθουν εις τα τούτων χωράφια πετεινά αφανιστικά, ή ακρίδες, ή άλλων ζωϋφίων βλάβη. Τελευταίον δε είπε· «Δέξαι εν ειρήνη το πνεύμα μου Κύριε». Όθεν ευθύς ελθούσα φωνή από τον ουρανόν έλεγε· «Τας πύλας σοι άνοιξεν ο αγωνοθέτης Θεός. Και λοιπόν ως νομίμως αγωνισάμενος, είσελθε». Ταύτην την φωνήν ακούσαντες οι άλλοι τεσσαράκοντα Χριστιανοί οι κεκρυμμένοι όντες, έφθασαν εις την υπώρειαν του βουνού, και ευρήκαν τελειωμένον τον του Χριστού μάρτυρα. Όθεν και αυτοί ομολογήσαντες τον Χριστόν έμπροσθεν εις τους δημίους, επιάσθησαν από αυτούς και εδέθησαν. Και κατά προσταγήν του Αντωνίνου, εφυλάχθησαν δια να εξετασθούν δεύτερον.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.