Στον Γιώργη Μυλωνά

 

«Μια φορά που εξομολογιόμουν στον Άγιο Πορφύριο, με κοίταξε στα μάτια έντονα και μου είπε: “Γιατί εσείς, οι αγιογράφοι, βάζετε κάτι σκιές ανάμεσα στο μέτωπο και τη μύτη και γενικά στο πρόσωπο, σκιάζοντας την εικόνα;”. Του απάντησα κάτι για τη βυζαντινή τεχνοτροπία, το βυζαντινό στυλ. “Τι στυλ και βυζαντινό; Ο άγιος, όταν είναι μέσα στη Χάρη του Θεού, λάμπει ολόκληρος, λάμπει το μέτωπο, η μύτη, τα μάγουλα… Μη βάζετε σκιές, αλλά φως! Σημασία έχει ν’ αποπνέει η αγιογραφία τη χαρά του Χριστού!”».

Σε αυτή τη στιχομυθία ανάμεσα στον Άγιο Πορφύριο και τον πατέρα Σταμάτη Σκλήρη θα έλεγε κανείς ότι συνοψίζεται το βασικό στοιχείο που χρησιμοποιεί ο δεύτερος στη ζωγραφική του, για να δείξει την αλήθεια της ύπαρξης σε μια εικόνα: το φως. Σε αντίθεση με τους περισσότερους σύγχρονους εικονογράφους, που αντιγράφουν πιστά τους παλαιούς μαστόρους, το φως στις εικόνες του πατέρα Σταμάτη συμπεριφέρεται έτσι ώστε να μην αφήνει σκιές. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό στην τέχνη του: το φως αυτό είναι ελεύθερο, που σημαίνει άκτιστο, αφού δεν εξαρτάται από φυσικούς νόμους, όπως συμβαίνει με το φυσικό-κτιστό φως που συναντάμε στα έργα της Αναγέννησης και στην κοσμική ζωγραφική.

«Ένας σταθμός στη ζωή μου ήταν το 1986, όταν με κάλεσε η Άννα Γουλανδρή-Χορν σε ένα σεμινάριο αγιογραφίας. Προσπαθώντας, λοιπόν, να διδάξω, αφομοίωσα κάποια πράγματα και τα χώνεψα για τον εαυτό μου. Με τα μαθήματα είχα προβληματιστεί. Ποια είναι η βαθύτερη ουσία της αγιογραφίας και πώς διαμορφώνει η εικονογραφία τα κριτήριά της σε αντιπαράθεση με τις άλλες σχολές της ζωγραφικής; Για να πω την αλήθεια, όμως, δεν είχα προβληματιστεί τόσο, ούτε θα είχα την τόλμη να μιλώ για “χαρούμενη” αγιογραφία. Η αγιογραφία στα χρόνια μας θεωρείται από πολύ κόσμο ως μια αυστηρή ζωγραφική. Όταν όμως βάζουμε τον παράγοντα “θείο φως - άκτιστο φως”, τότε σε κάθε σύστημα, αν μπει αυτό που λέγεται Άγιο Πνεύμα ή άγιο φως, μπαίνει η ελευθερία που “σπάει” όλες τις αυστηρές δομές».

Φτάνω σε ένα σταυροδρόμι όπου διαπιστώνω ότι ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ κι αυτό η Εκκλησία πρέπει να το πάρει πολύ στα σοβαρά

Άρα, λοιπόν, ο λόγος του Αγίου Πορφυρίου ήταν αποκαλυπτικός στην αγιογραφία σας.

Κάποιος πιστός ρώτησε τον γέροντα πώς γίνεται μια εικόνα θαυματουργική: «Ξέρεις, μωρέ παιδί μου, την ώρα που προσευχόμαστε μπροστά στην εικόνα, είναι η προσευχή που πάει κι ακουμπά και την ευλογεί. Καθώς ξεκλειδώνουμε την καρδιά μας και την αποθέτουμε μπροστά στην εικόνα, ο άγιος που εικονίζεται απαντά στον πόνο μας. Σε αυτήν την εικόνα που βλέπεις ξεκλειδώθηκαν χιλιάδες ψυχές!». Ναι, τα λόγια του αγίου φώτισαν αυτό το κενό, που ήταν σκοτεινό για μένα. Δεν θα σκεφτόμουν ποτέ επιδράσεις και αλλαγές επάνω στο σχέδιο της εικόνας. Θα θεωρούσα ότι το καλύτερο που μπορούμε να δώσουμε είναι να μπούμε στην παράδοση και να αποδώσουμε κάποια περιφερειακά, σύγχρονα θέματα. Για παράδειγμα, στον Άγιο Νεκτάριο της Άνω Βούλας ζωγραφίσαμε με τον Θανάση Κουτσιπετσίδη τον συγχωρεμένο Σταύρο Καλκανδή, που ήταν παράλυτος και τον θεράπευσε ο Άγιος Νεκτάριος (στη σύνθεση αποδίδονται γιατροί με παντελόνια και ποδιά).

 

Πώς, αλήθεια, πρέπει να μπούμε στην παράδοση;

Φτάνω σε ένα σταυροδρόμι όπου διαπιστώνω ότι ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ κι αυτό η Εκκλησία πρέπει να το πάρει πολύ στα σοβαρά. Μερικοί από εμάς τους κληρικούς είμαστε ανυποψίαστοι! Οι απλοί άνθρωποι, οι λαϊκοί, και μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας ίσως να το έχουν συλλάβει.

 

Εξηγήστε το μου αυτό.

Πράγματα τα οποία παλιά ήταν αυτονόητα, ήταν εκπεφρασμένα με τρόπο απόλυτο κι αυστηρό κι ετύγχαναν της γενικής αποδοχής από το εκκλησίασμα τώρα, στη μεταμοντέρνα εποχή, και μάλιστα τον τελευταίο καιρό μέσα στη διεθνή οικονομική κρίση, δεν μπορούμε να μη δούμε ότι έχουν μπει σε μία διαλεκτική, και μέσα στο δόγμα και μέσα στο βίωμα της Εκκλησίας. Όλο αυτό το σύστημα -οι ιεροί κανόνες, οι κανόνες της αγιογραφίας, οι κανόνες της ηθικής-, ενώ σίγουρα έχει έναν πυρήνα που είναι αμετάβλητος από τον χώρο και τον χρόνο, σε ένα μέρος του μπορεί να επιδέχεται «αλλαγή», ένα νέο «γλωσσάρι», μια νέα διατύπωση, έναν νέο τρόπο εκφράσεως.

 

Στην τέχνη της αγιογραφίας;

Δεν το έχω λύσει! Αλλά αυτό που έχω καταλάβει -ένα εκατοστό από το πραγματικό πρόβλημα- είναι ότι ο άγιος πρέπει να φαίνεται στην αγιογραφία κοντά μας. Χωρίς να το επιδιώξω συνειδητά, όταν ζωγράφισα τον Παντοκράτορα πέρυσι στον Άγιο Νεκτάριο της Άνω Βούλας, τον έκανα πιο σκυφτό, γερμένο προς εμάς, με πιο ανθρώπινη την έκφρασή του, ώστε να μην είναι ο απόλυτος Θεάνθρωπος, αλλά ο Θεάνθρωπος που σκύβει προς εμάς. Στα μάτια Του, πίσω από το βλέμμα Του, βλέπουμε κατεξοχήν τη στοργή και την αγάπη Του, για την οποία και σαρκώθηκε. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Όλοι οι Πατέρες αυτό λένε κι αυτό ακριβώς λέει και η Αγία Γραφή. Αλλά έχει μεγάλη σημασία για την αγιογραφία ο τρόπος που θα το πει. Άλλο είναι ο λαιμός του Παντοκράτορα να είναι όρθιος, να στέκει ακλόνητος και σταθερός κι άλλο να σκύβει.

Αυτό, λοιπόν, έδωσε αφορμή για μια σειρά νέων έργων, που λέγεται «Άγγελοι μας χαιρετούν». Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σειρά είναι ότι είμαστε σε ένα δωμάτιο κλεισμένοι, με ανοιχτό το παράθυρο, και περνάει ο άγγελος απέξω γνέφοντας με τα μάτια του και χαιρετώντας. Αυτό είναι μέρος της φράσεως: «Άγγελος Κυρίου μάς αγαπάει, μας συντροφεύει, μας προστατεύει και μας χαιρετάει». Από κει, λοιπόν, που ήταν όρθιος και στητός ο άγιος, βλέπουμε την εικόνα ως «παράθυρο», όπου γέρνει το σώμα του και βάζει το κεφάλι του μέσα απ’ το παράθυρο, για να πει στον καθένα: «Είμαι ο άγγελός σου… Όποια ώρα με θέλεις, ζήτησέ με κι αμέσως θα έρθω κοντά σου». Αυτό νομίζω ότι έχει τα χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής. Δεν λέω ότι ανακαλύψαμε κανένα σπουδαίο πράγμα - μπορεί να φαίνεται και λίγο «συναισθηματικό» σε κάποιους. Κατά τη γνώμη μου, όμως, έχει την απαραίτητη κατάθεση της Εκκλησίας προς τους πιστούς της: Οι άγιοι είναι ένα κομμάτι της ζωής μας, είναι μέρος από εμάς, ασχέτως του ότι εμείς ζούμε μέσα στην κοσμικότητα, στην αμαρτία και σε μιαν ατμόσφαιρα που δεν έχει να κάνει με τον Παράδεισο και την τέλεια ζωή, για την οποία ο Θεός μάς προορίζει και για την οποία μας δημιούργησε. Έχει όμως μεγάλη σημασία και μέσα στην αμαρτία μας να ξέρουμε ότι είναι δίπλα μας, μας ακουμπάει.

Είχε αποκαλυφθεί στον πατέρα Πορφύριο πολλές φορές στη Λειτουργία, την ώρα του Χερουβικού, να βλέπει τους αγγέλους να κυκλώνουν το άγιο θυσιαστήριο. Κι έλεγε: «Βρε παιδί μου, και τα φτερά τους με δροσίζανε και μάλιστα μ’ ακουμπάγανε! Κι άκουσα και τη μελωδία που ψάλανε, που ήταν μια υπερκόσμια μελωδία, που όταν την ακούει ο άνθρωπος, τρελαίνεται από τη χαρά του, γιατί δεν έχει ξανακούσει τέτοιο πράγμα ποτέ!».

 

Πώς βλέπετε το μέλλον της εικονογραφίας;

Δεν μπορούμε αυτά να τα προβλέψουμε, μπορούμε όμως να πούμε: Ας είμαστε ανοιχτοί. Η ιστορία της Εκκλησίας, των αγίων, των μαρτύρων και των μαρτύρων συνειδήσεως, που ήταν οι ασκητές, μας διδάσκει ότι υπάρχουν άπειροι τρόποι για να εκφράζει την αγάπη του προς τον Χριστό ένας άνθρωπος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το μέλλον της αγιογραφίας θα πρέπει να έχει αυτό το στοιχείο που είχε μέχρι τώρα: τη δημιουργία σχολών. Πώς από τη Ραβέννα πήγαμε στη Σχολή του Σινά και από το Σινά στις μικρογραφίες του 9ου αιώνα κι από εκεί στα ψηφιδωτά του 11ου αι. κ.ο.κ.: Όλα αυτά τα δημιουργούσε μία πνευματικότητα, η οποία είχε πράγματι την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό έπαιρνε επάνω της όλη τη μέχρι τότε πορεία της αγιογραφίας, την αφομοίωνε και την εξέφραζε με έναν προσωπικό τρόπο.

Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα να εκφράσω και μία προσωπική άποψη, με κάθε επιφύλαξη. Νομίζω ότι στο μέλλον θα πρέπει η αγιογραφία να μεταπέσει από την τυπικότητα σε μια ευλογημένη ατυπία. Το να τηρούμε το τυπικό είναι ευλογημένο, αλλά το να είμαστε τυπικοί και στο πώς θα περπατήσουμε, πώς θα βήξουμε, πώς θα ντυθούμε, στο αν θα πρέπει να είναι μακριά τα μανίκια κ.τ.λ. είναι μια τυπικότητα που προσβάλλει την ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου. Ο Χριστός μάς θέλει να γίνουμε άγιοι με πρόσωπα, με μία μοναδικότητα και στην αγάπη προς Εκείνον και στην έκφραση του σώματος αυτής της αγάπης. Η ατυπία για την οποία μιλάω -και νομίζω ότι το έχω βασανίσει το θέμα- μπορεί να εκφραστεί με άπειρους τρόπους και, επειδή μιλάμε για τη ζωγραφική, που έχει δύο βασικές συνιστώσες, το σχέδιο και το χρώμα, μπορεί να αποτυπώσει κανείς αυτά τα βασικά, δογματικά θέματα που εκφράζει η εικονογραφία με πιο αφηρημένη ζωγραφική, χωρίς να είναι δέσμιος κάποιου κανόνα, με τρόπο που να συλλαμβάνει το ουσιώδες και να το δίνει με πολύ άμεσο και απλό τρόπο.

 

 

Ποιος είναι

Ο πατέρας Σταμάτης Σκλήρης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1946. Σπούδασε Ιατρική (1971) και Θεολογία (1976) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρακολούθησε μαθήματα Τέχνης και Ιστορίας της Τέχνης στο Παρίσι και στο Βελιγράδι. Έχει μελετήσει την τοιχογραφία της εποχής των Παλαιολόγων στα βυζαντινά μνημεία του 14ου αιώνα. Το 1979 χειροτονήθηκε ιερέας και από τότε υπηρετεί ως εφημέριος στην Ενορία Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βούλας, στην Αθήνα.