Μετά τη Συνέλευση της Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 και παρά τις διαφορετικές απόψεις που εκφράστηκαν για την εκκίνηση ή την αναβολή του Αγώνα, εκδηλώθηκε μια συντονισμένη προσπάθεια σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου για μία στοιχειώδη προετοιμασία. Ο Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως (Κυπαρισσίας) Γερμανός ανέλαβε να ενημερώσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη Μάνη, τον Θεόδωρο Δεληγιάννη στην Καρύταινα, καθώς και τη μοναστική κοινότητα του Μεγάλου Σπηλαίου. Ο Δημήτριος Τομαράς πήρε εντολή να ενημερώσει τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο της Πρέβεζας και τους Υδραίους. Ορίστηκε ταμίας ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, γιατί ήταν πολύ τίμιος και όλοι τον εμπιστεύονταν, ενώ ανατέθηκε στον έμπιστο Ιερόθεο τον Μεγαλοσπηλαιώτη, να περιέλθει όλη την Πελοπόννησο και να συγκεντρώσει τις συνδρομές από τους ορκισμένους Φιλικούς.

Ηδη από τον Φεβρουάριο του 1821 οι Οθωμανικές αρχές της Πελοποννήσου που είχαν την έδρα τους στην Τριπολιτσά είχαν πολλές ενδείξεις ότι προετοιμαζόταν μία μαζική εξέγερση των Ελλήνων. Εκτός της παρουσίας του Κολοκοτρώνη στη Μάνη, που εύλογα δημιουργούσε ανησυχίες στους Οθωμανούς, είχαν βρεθεί έγραφα της Φιλικής εταιρείας στην Κόρινθο, τα οποία παρά τον συνθηματικό τους χαρακτήρα, φανέρωναν ότι μια συνωμοσία των Ελλήνων για εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη. Εκτός όλων αυτών, πληροφορίες έφταναν στην Τριπολιτσά για την περίφημη συνάντηση της Βοστίτσας, όπου σημαντικοί πρόκριτοι και αρχιερείς της Αχαΐας φαίνεται να ήρθαν σε συνεννόηση για εξέγερση κατά της Οθωμανικής δεσποτείας. Επίσης ο Καϊμακάμης της Τριπολιτσάς Σελήχ Μπέης (αντικαταστάτης του Χουρσίτ πασά που πολεμούσε με τον Αλή πασά στην Ηπειρο) λάμβανε ανησυχητικές ειδήσεις ότι οι μπαρουτόμυλοι των Σπηλιοτόπουλων στη Δημητσάνα παρήγαγαν μυστικά περισσότερο μπαρούτι από το επιτρεπτό όριο, ενώ και ο διερμηνέας και ισχυρός πρόκριτος της Τριπολιτσάς Σωτήρης Κουγιάς κατήγγειλε ότι οι Ελληνες ήταν έτοιμοι να αποστατήσουν.

Ο κατάλογος των προγραφών

Ολες αυτές οι πληροφορίες και η έντονη φημολογία είχε προβληματίσει έντονα τον Σελήχ μπέη, ο οποίος ζήτησε οδηγίες από τον Χουρσίτ πασά για τον τρόπο δράσης που όφειλε να ακολουθήσει. Ο Χουρσίτ από τα Ιωάννινα απέστειλε με ταχυδρόμο δύο Σουλτανικά φιρμάνια τα οποία έδιναν το δικαίωμα στον Καϊμακάμη να θανατώσει άμεσα οποιονδήποτε πρόκριτο, αρχιερέα ή έμπορο που θα παρείχε υποψία ότι συμμετείχε στις συνωμοσίες για εξέγερση. Επίσης ο Χουρσίτ ζητούσε από τον Σελήχ να καλέσει στην Τριπολιτσά όλους τους σημαντικότερους προκρίτους και αρχιερείς της Πελοποννήσου, δήθεν για διαβουλεύσεις, αλλά με πραγματικό σκοπό να τους φυλακίσει και να τους κρατήσει ομήρους ώστε να ματαιωθεί η επανάσταση των Ελλήνων. Στα μέσα Φεβρουαρίου ταχυδρόμοι μετέφεραν την επείγουσα πρόσκληση του καϊμακάμη σε όλους τους σημαντικότερους προκρίτους τους οποίους καλούσε επειγόντως για να συζητήσουν σημαντικά διοικητικά θέματα των περιοχών τους. Τα ονόματα όσων έλαβαν την αιματοβαμμένη πρόσκληση ήταν:

1.Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (Μάνη)

2.Θεόδωρος Δεληγιάννης (Καρύταινα)

3. Σωτήριος Νοταράς (Κόρινθος)

4.Ιωάννης Βιλαέτης (Πύργος Ηλείας)

5.Ιωάννης Περούκας (Αργος)

6.Αναγνώστης Κωστόπουλος (Μηλιάκικα)

7.Μελέτης Μελετόπουλος (Μυστράς)

8.Α. Καραπατάς (Τριφυλία)

9.Αναγνώστης Κοπανίτσας (Μυστράς)

10.Ιωάννης Τομαράς (Τριφυλία)

11.Ιωάννης Καραμάνος (Κυνουρία)

12.Αναγνώστης Κωνσταντόπουλος

13.Ανδρέας Καλαμογδάρτης

14.Μ. Κάβας, γιατρός (Αργος)

15.Ευθύμιος Φωτόπουλος

16. Πανάγος Κυριακός (Καλαμάτα)

17. Μήτρος Ροδόπουλος (Αχαΐα)

18.Ανδρέας Ζαΐμης (Αχαΐα)

19. Σωτήρης Χαραλάμπης

20. Ανδρέας Λόντος

21.Παναγιώτης Κρεβατάς

22.Σωτήρης Θεοχαρόπουλος

 

Επίσης προσκλητήριες επιστολές στάλθηκαν σε δέκα επισκόπους. Στους κάτωθι:

1. Ανδρούσης Ιωσήφ

2. Χριστιανουπόλεως Γερμανός

3. Μονεμβασιάς Χρύσανθος

4. Ωλένης Φιλάρετος

5. Δημητσάνης Φιλόθεος

6. Ναυπλίου Γρηγόριος

7. Κορίνθου Κύριλλος

8. Παλαιών Πατρών Γερμανός

9. Κερκίνης Προκόπιος

 

Στη μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών της βόρειας Πελοποννήσου στη Βοστίτσα στις 26 έως 29 Ιανουαρίου 1821, οι παρευρεθέντες είχαν συμφωνήσει να μην μεταβούν στην Τρίπολη εάν καλούνταν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους. Οσοι έλαβαν πρόσκληση για να μεταβούν στην Τριπολιτσά ταράχτηκαν, καθώς γνώριζαν ότι μετέβαιναν εκεί ουσιαστικά ως όμηροι, τη στιγμή που μία εξέγερση των Ελλήνων ήταν επικείμενη και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το πιθανότερο ήταν να θανατώνονταν αμέσως από τον Καϊμακάμη. Οι περισσότεροι όμως προύχοντες και αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτσα, αποφάσισαν να ανταποκριθούν στις τουρκικές αρχές προκειμένου να διασκεδάσουν τις υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα στους Τούρκους για γενικευμένες σφαγές. Ετσι, οι περισσότεροι προσήλθαν και η φυσική τους παρουσία στην Τριπολιτσά καθησύχασε τους Οθωμανούς αξιωματούχους και τους έπεισε ότι τελικώς οι Ελληνες δεν θα επαναστατούσαν. Αναμφίβολα, η πλέον σημαντική ήταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του Θεόδωρου Δεληγιάννη που ήταν ο ισχυρότερος πρόκριτος της Πελοποννήσου. Η παρουσία των προκρίτων στην Τριπολιτσά λύτρωσε και τους χριστιανούς της πόλης από τις πιέσεις και τις συνεχείς απειλές που δέχονταν στο προηγούμενο διάστημα.

Ο Θεόδωρος Δεληγιάννης είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1820, είχε στείλει επιστολή στον Υψηλάντη διαβεβαιώνοντας για την πρόθεση των Πελοποννησίων προκρίτων να επαναστατήσουν, ενώ είχε διεξάγει εργώδεις προετοιμασίες για την οργάνωση της επανάστασης στην περιοχή του. Η πρόσκληση για διαβουλεύσεις στην Τριπολιτσά τον έβαλε σε μεγάλο δίλημμα, καθώς γνώριζε επακριβώς τι έμελλε να πάθει ως βασικός συνωμότης της εταιρείας. Τελικά εισήλθε στην Τριπολιτσά για να ξεγελάσει τους Τούρκους αναφορικά με την επικείμενη έκρηξη της επανάστασης και να προστατέψει τους Ελληνες της πόλης τους οποίους απειλούσαν συνεχώς οι Τούρκοι. Η πρόθεσή του καταγράφηκε σε επιστολή που έστειλε στον αδερφό του Κανέλλο, λίγο πριν οικειοθελώς αιχμαλωτιστεί και θυσιαστεί για την ελευθερία της πατρίδας του. Σε συσκέψεις του με τους Τούρκους ιθύνοντες ο Δεληγιάννης τούς καθησύχαζε για τις ανησυχητικές πληροφορίες που λάμβαναν, λέγοντας πως οι φήμες οφείλονταν στον Αλή πασά που βρισκόταν σε πόλεμο με τον Χουρσίτ και επιθυμούσε να περισπάσει την προσοχή του αλλού.

Ο Μητροπολίτης Αργοναυπλίας Γρηγόριος και εθνομάρτυρας, αποτέλεσε μία σημαντική μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Καταγόταν από τη Σίτσοβα Λακωνίας και κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 από τον Δανιήλ Παμπούκη, ηγούμενο της Μονής του Βράχου Νεμέας. Ο Γρηγόριος ως φιλικός, ανέπτυξε αξιόλογη δράση και κατήχησε στη Φιλική Εταιρεία σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, όπως τον Ιωάννη Ιατρού και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου στο Ναύπλιο, τον Ιωάννη Περούκα, τον Σταμάτη Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάσση στο Αργος, τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, τον Θεοδόσιο Μπούσκο στο Τζαφέραγα, τον Γεώργιο Κακάνη στον Χώνικα, τον αρχιδιάκονό του Αθανάσιο Σολιώτη, τον Ιερέα παπα – Κωσταντή στον Αχλαδόκαμπο. Ομοίως εισήλθε εθελοντικά στην Τριπολιτσά συνοδεύοντας τον Ιωάννη Περούκα.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αρνήθηκε να προσέλθει επικαλούμενος αδυναμία, έστειλε όμως στη θέση του τον γιο του Αναστάσιο, κίνηση που επίσης είχε μεγάλη σημασία. Ο Κρεββατάς (που μόλις είχε επιστρέψει από την Ιταλία) απέφυγε να μεταβεί στην Τρίπολη προφασιζόμενος ασθένεια χάρη στην εγγύηση του προκρίτου της Τρίπολης Κουγιά με τον οποίο είχε συγγένεια. Επίσης δεν προσήλθαν ο Π. Π. Γερμανός, ο Κερκίνης Προκόπιος, ο Κρεββατάς, ο Θεοχαρόπουλος, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος και ο Ζαΐμης, καθώς είχαν συμμετάσχει ήδη στη συνέλευση της Βοστίτσας και γνώριζαν ότι το πιθανότερο ήταν να θανατώνονταν πρώτοι. Οι τελευταίοι συγκεντρώθηκαν στη μονή Αγίας Λαύρας και με διάφορες σκηνοθετημένες δικαιολογίες αρνήθηκαν να μεταβούν στην Τριπολιτσά. Το πιθανότερο είναι ότι η κλήση τους στην Τριπολιτσά ήταν η τελική ώθηση να περάσουν οριστικά στην επανάσταση.

 

 

Τα βασανιστήρια και η δοκιμασία

 

Οταν ξέσπασε η επανάσταση όλοι οι πρόκριτοι που είχαν προσέλθει βρέθηκαν αιχμάλωτοι των Οθωμανών και η μοίρα τους είχε ουσιαστικά σφραγιστεί. Στις 17 Απριλίου 1821 ο Καϊμακάμης τούς φυλάκισε και τους υπέβαλε σε σκληρά βασανιστήρια αλλά δεν τους θανάτωσε, καθώς θεώρησε πιο σκόπιμο να τους χρησιμοποιήσει στις διαπραγματεύσεις ως αντάλλαγμα για να σώσει την ίδια του τη ζωή, καθώς ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έμοιαζε να σφίγγει.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… «Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων... Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

 

Το φρικαλέο σκηνικό περιγράφει στα απομνημονεύματά του ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ: «Επλησιάσαμεν και εστάθημεν κατά σειράν, πρώτος της σειράς ευρέθη ο Αναγνώστης Κοπανίτσας και ο Μελέτιος δεύτερος, από Μυστράν. Ο Καϊμακάμ μετά των πρωτίστων Οθωμανών, άνω εις τα οικήματα εκάθηντο και έβλεπον ημάς τους μετά καταδίκης διερχομένους...  Εβλήθη ο Μελέτιος εις την άλυσσον... Τέλος πάντων εξ αρχιερείς... και δέκα προεστώτες κατεκλείσθησαν εις την ζοφεράν και πολυβάσανον φυλακήν βαστάζοντες την άλυσσον. Η ολκή αυτής ήταν οκάδες εκατόν ογδοήκοντα, άνευ των κουλούρων των επί τον τράχηλον ημών. Εκεί εύρομεν τους διακόνους και δούλους μας εν ελεεινή καταστάσει».

Και αλλού: «Ο Μούσα Κελεντζής ούτος βλέπων τον Κοπανίτζαν πλησιάσαντα και τον τράχηλον εκτείναντα, διά να βληθή η κουλούρα και εν αυτή να διαπερασθή η άλυσσος, είπε μεγαλοφώνως: “Aπιστε Κοπανίτζα έστειλες τον κερατά Κρεββατά εις την Φραγκίαν και μας έφερε αυτά τα σίτελα και μίζελα, αλ’ αύριον θέλει δοκιμάσετε τα επίχειρα της κακίας σας”».

Φόβος και αγωνία είχε καταλάβει τους ομήρους, καθώς οι Τούρκοι τους απειλούσαν συνεχώς με θάνατο. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο Καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στον μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι, «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι... Αέναος ιδρώς έρρεε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν». Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Ελληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς» εκτός ενός νέου, ο οποίος δείλιασε, αλλαξοπίστησε και αφέθηκε ελεύθερος.

 

 

Η θυσία

 

Ο Δεληγιάννης προσπάθησε να έρθει σε μυστική συνεννόηση με τον επικεφαλής των Αρβανιτών, τάζοντάς του οικονομικά ανταλλάγματα για να τους απελευθερώσει. Εκτός φυλακής, ο Κανέλλος Δεληγιάννης διαπραγματεύτηκε μάταια με τους Τούρκους για την απελευθέρωση του αδερφού του, ενώ τελικά ο Θεόδωρος δεν βοηθήθηκε ούτε από τον Σωτήρη Κουγιά διερμηνέα του Καϊμακάμη, με τον οποίο ήταν συγγενείς καθώς είχε νυμφευθεί την αδερφή του. Στις αρχές Σεπτεμβρίου και ενώ η πτώση της Τριπολιτσάς ήταν θέμα χρόνου, οι φυλακισμένοι βρίσκονταν σε οριακό σημείο‧ πολλοί είχαν λιποθυμήσει από την αδυναμία και τις κακουχίες και δεν είχαν επαφή με το περιβάλλον. Εμειναν όμως πιστοί στη χριστιανική θρησκεία τους μέχρι τέλους, σφραγίζοντας με τη ζωή τους την ανδρική στάση τους.

 

Ο Θοδωρής Δεληγιάννης πέθανε από τις κακουχίες στις 20 Σεπτεμβρίου 1821, λίγες ώρες πριν την άλωση της πόλης. Την ίδια τύχη είχαν και οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους, καθώς σύμφωνα και με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, οι φυλακισμένοι στην Τριπολιτσά αρχιερείς ήταν 8 και επέζησαν 2, οι δε φυλακισμένοι προύχοντες ήταν 11 και επέζησαν 3. Ανάμεσά τους ο επίσκοπος Χριστιανουπόλεως Γερμανός πέθανε στη φυλακή λόγω των κακουχιών και των βασανιστηρίων στις 21 Σεπτεμβρίου 1821. Τρεις ημέρες νωρίτερα είχε πεθάνει ο επίσκοπος Ναυπλίου Γρηγόριος.

Οσοι απελευθερώθηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, ανάμεσα τους και ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, βρέθηκαν σε οικτρή κατάσταση λόγω των βασανιστηρίων και της πείνας. Ο Ιωάννης Περούκας που βρέθηκε ζωντανός στη φυλακή, εξέπνευσε λίγες ημέρες μετά στην περιοχή του Αχλαδόκαμπου από τις κακουχίες που είχε υποστεί. Ολοι όσοι επέζησαν έλαβαν ανώτατα κρατικά αξιώματα στη μετέπειτα πορεία τους και τιμήθηκαν για τη συνεισφορά τους στον Αγώνα.

 

 

Το γεγονός όπως παρουσιάζεται στην Ελληνική Ιστοριογραφία

 

Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας την εξιστόρηση του γεγονότος αυτού σε πολλά ιστοριογραφικά έργα διαφορετικής ιδεολογικής κατεύθυνσης, είναι η συντομία της αφήγησής του. Στην ιστορία του Παπαρηγόπουλου δεν αναφέρεται καν, ομοίως και στην ιστορία του Διονυσίου Κόκκινου. Στην τετράτομη Ιστορία του Τρικούπη το γεγονός καταλαμβάνει μία σελίδα, στις 2.500 σελίδες του Βακαλόπουλου η εξιστόρηση επίσης καταλαμβάνει μια σελίδα, στην Ιστορία του Βουρνά 2 μικρές παραγράφους, στη δίτομη ιστορία του Φωτάκου 2 σελίδες, στην Ιστορία του Γερβίνου μια παράγραφο.

Η δεύτερη σημαντικότερη παρατήρηση είναι ότι υπάρχει μία μεγάλη ποικιλία κινήτρων που αποδίδονται στους προκρίτους για την οικειοθελή εμφάνισή τους στην Τριπολιτσά. Σύμφωνα με τον Τρικούπη οι πρόκριτοι παραδόθηκαν στην Τριπολιτσά επειδή δεν μπορούσαν να αντισταθούν, ενώ επειδή πλησίαζε το Πάσχα ήλπιζαν ότι θα παρέμεναν για λίγο χρονικό διάστημα στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου (σελ. 52-53). Ο Βακαλόπουλος υποστηρίζει ότι προσήλθαν επειδή φοβήθηκαν (τόμος Ε΄ σελ. 326), ο Βουρνάς γράφει ότι ξεγελάστηκαν (σελ. 78), ο Σπηλιάδης αναφέρει ότι πήγαν στην Τριπολιτσά από συμφέρον, ο Φιλήμων ότι δείλιασαν! (αν δείλιασαν γιατί πήγαν;). Ο “φιλέλλην” Γεώργιος Φίνλεϋ υποστηρίζει ότι οι προεστοί και οι αρχιερείς εισήλθαν στην Τριπολιτσά πεπεισμένοι ότι θα ξεγελούσαν τους Τούρκους και θα λάμβαναν άδεια να επιστρέψουν στις επαρχίες τους πριν ξεσπάσει η επανάσταση.

Δύο ξένοι συγγραφείς μνημονεύουν το γεγονός με διαφορετική λογική. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Βουτιέ που συμμετείχε στην επανάσταση, χαρακτήρισε ηρωική την απόφαση των προεστών να παρουσιαστούν στους Τούρκους και να τους καθησυχάσουν. Σύμφωνα με τον Βουτιέ η παρουσία των προεστών στην Τριπολιτσά ξεγέλασε τους Τούρκους ώστε αυτοί να αδρανήσουν στις επίμονες ειδήσεις για την Ελληνική εξέγερση που έρχονταν από όλη την Πελοπόννησο. Ομοίως ο αρχηγός του πυροβολικού στην Τριπολιτσά Γάλλος ταγματάρχης Ραιμπώ, αναφέρεται εκτεταμένα στη θυσία των προεστών.

Κατά τη γνώμη μου, η εθελοντική θυσία των προεστών στην Τριπολιτσά βοήθησε σημαντικά στη στερέωση της επανάστασης και η αποσιώπησή της έχει να κάνει ξεκάθαρα με την ταξική προέλευση των θυσιασθέντων και τις ιδεολογικές προτιμήσεις των ιστορικών της επανάστασης.

 

 

ΠΗΓΕΣ

- Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821 (http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/f/a/a/metadata-22-0000024.tkl&do=71016.pdf&pageno=40&pagestart=1&width=840&height=595&maxpage=41&lang=el)

- Παναγιώτης Καγιάς, Χωρίς φόβο και πάθος το 1821, εκδόσεις Ι. Σιδέρης

- Παναγιώτης Βελισσάριος, ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ Αρχείων Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη. Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821), άρθρο στην Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003. https://argolikivivliothiki.gr/2009/11/16/prison

- Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών (σελ. 112, αναφορά στον Θεόδωρο Δεληγιάννη) (https://archive.org/details/vioipeloponnsin00chrygoog)

- Δρ. Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Η Ιστορία της οικογένειας Παπαγιαννόπουλου - Δεληγιάννη - Λίτινα – Λίθινου - Litinus - Latinus με γενάρχες τους αρχαίους βασιλείς Λατίνο και Πελασγό, εκδόσεις VIPAPHARM, Αθήνα 2104. https://argolikivivliothiki.gr/επίσκοπος Ναυπλίου Γρηγόριος

- Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου, Ελληνικό έπος 1821-1824, τόμος Α΄ (σελ 192-193), εκδόσεις Ευρασία

 

 

Γράφει ο Μ.Γ.Βαρβούνης 

 

Οπως και με άλλες ευκαιρίες έχουμε γράψει, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί κύριο φορέα διαχείρισης της ελληνορθόδοξης παράδοσης, καθώς αυτή διαμορφώθηκε στην πράξη από τον λαό μας ανά τους αιώνες, και κυρίως στη μεταβυζαντινή περίοδο, όταν το Γένος βρισκόταν υπό δουλεία, οθωμανική ή φραγκική. Καθώς μάλιστα οι επίσημες κρατικές δομές συνήθως αντιμετώπιζαν τον λαϊκό πολιτισμό με επιφύλαξη ή ακόμη και με περιφρόνηση, ενώ στην καλύτερη περίπτωση ζητούσαν να καθορίζουν και να διαμορφώνουν κατά το εκάστοτε politically correct τις εκδηλώσεις του, η Εκκλησία εξελίχθηκε σε προνομιακό πεδίο ανάπτυξης μορφών του λαϊκού πολιτισμού, χωρίς ιδεολογικό πρόσημο ή πολιτικό προαπαιτούμενο.

Πολλές είναι λοιπόν οι Μητροπόλεις στις οποίες ασκείται ανάλογο έργο, με σημαντική επιτυχία. Και ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και Αλμυρού, την παράδοση της οποίας σε καινοτόμες δράσεις που είχε εγκαινιάσει ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος συνέχισε επάξια και επεξέτεινε, ενίοτε δε επαναπρογραμμάτισε και αναπροσάρμοσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ιγνάτιος, αξιοποιώντας την πείρα που ήδη διέθετε από ανάλογες δράσεις πριν την εκλογή και χειροτονία του σε Επίσκοπο.

Στα πλαίσια αυτά, ο Σεβασμιώτατος έχει ιδρύσει τον Φορέα Πολιτισμού «Μαγνήτων Κιβωτός, για τη διάσωση του Πολιτιστικού Αποθέματος», που έχει σχεδιάσει και εκτελεί πολλά και σημαντικά ερευνητικά και πολιτισμικά προγράμματα, ταυτοχρόνως δε επιτελεί και σημαντικό εκδοτικό έργο. Και εντός αυτής της δράσης έχει ιδρυθεί και η «Ακαδημία Λαϊκού Πολιτισμού και Τοπικής Ιστορίας», για το έργο της οποίας θα γίνει ιδιαίτερος λόγος σε επόμενο σχετικό σημείωμά μας. Ο πολιτιστικός αυτός φορέας έχει δώσει μία νέα προοπτική στη μελέτη του ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας, λαϊκού και εκκλησιαστικού. Για παράδειγμα, οι εκδηλώσεις στα πλαίσια των παρακλήσεων του Δεκαπενταύγουστου, που όπως γράψαμε και σε προηγούμενο άρθρο μας διοργανώνονται και στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας, στα πλαίσια της δράσης του «Κέντρου Εκκλησιαστικών, Ιστορικών και Πολιτισμικών Μελετών», έχουν δώσει μία νέα διάσταση στην πολιτιστική ζωή των χωριών της Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Ενα ακόμη παράδειγμα αποτελεί η μέριμνα για τη διάσωση, μελέτη και προβολή έργων της εκκλησιαστικής τέχνης, στα οποία συχνά συναιρούνται η λαϊκή ευσέβεια, η εκκλησιαστική και λατρευτική ζωή και η λαϊκή τέχνη. Το 2018, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου κ. Ιγνατίου και τη μέριμνα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος Αρχιμανδρίτη π. Δαμασκηνού Κιαμέτη, εγκαινιάστηκε το εκκλησιαστικό μουσείο της Μακρινίτσας του Πηλίου. Για να συγκροτηθεί απαιτήθηκε πολύχρονη, πολύμοχθη και συστηματική εργασία στην ευρύτερη περιοχή, το αποτέλεσμα όμως μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως και τον πλέον απαιτητικό κριτή.

Στα πλαίσια των εγκαινίων διοργανώθηκε Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο «Εκκλησιαστικά κειμήλια: από την λειτουργική χρήση στην μουσειακή προβολή» (Βόλος, 22-23 Σεπτεμβρίου 2018), που διοργάνωσαν ο φορέας πολιτισμού «Μαγνήτων Κιβωτός, για τη διάσωση του πολιτιστικού αποθέματος» της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού και το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, που έχει υπογράψει ειδικό πρωτόκολλο επιστημονικής συνεργασίας με την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος για παρόμοια ζητήματα. Και της λαμπρής τελετής των εγκαινίων ακολούθησε η παρουσίαση ειδικής επετειακής έκδοσης με τίτλο «Οι Θησαυροί της Μακρινίτσας. Σπάνια κειμήλια απαράμιλλης θρησκευτικής και καλλιτεχνικής αξίας», όπου συστηματικά προβάλλονται οι θησαυροί του μουσείου αυτού.

Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στην έκδοση των ετήσιων ημερολογίων του πολιτιστικού αυτού φορέα, που κάθε χρονιά αναφέρονται, και σε μία ενδιαφέρουσα πτυχή του λαϊκού πολιτισμού και της τοπικής ιστορίας της περιοχής, αλλά και στην έκδοση τόμων για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα του Πηλίου, τα περίφημα και από το δημοτικό τραγούδι «ζαγοριανά καράβια», εκδόσεις που πλουτίζουν τη βιβλιογραφία μας. Και βέβαια, στην κατ’ έτος ανάληψη της διοργάνωσης της «Ναυτικής Εβδομάδας» στον Βόλο, με ιδιαίτερη θεματική κάθε φορά, στο πλαίσιο της οποίας η καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή της περιοχής, εξόχως δε ο λαϊκός πολιτισμός, προβάλλονται και καλλιεργούνται.

Αν κοντά σε αυτά υπολογίζει κανείς τα ποικίλα μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα με το αντίστοιχο εκπαιδευτικό υλικό που παράγουν, αλλά και τις διαλέξεις, τις ομιλίες και τις επιμέρους εκδηλώσεις σε όλη τη διάρκεια του έτους, καταλαβαίνει ότι πρόκειται για μια υποδειγματική προσπάθεια διαχείρισης του πολιτισμού, ιδιαιτέρως δε του λαϊκού πολιτισμικού αποθέματος. Μία προσπάθεια που έχει σχεδιαστεί με βάση την πείρα και τα οράματα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου και ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις, παρέχοντας έξοχα δείγματα της πολιτισμικής παρέμβασης και αποτελεσματικότητας που μπορεί να έχει η Εκκλησία, αρκεί να βρεθεί στο πηδάλιό της ιεράρχης οτρηρός, οραματιστής και ρηξικέλευθος, που να σέβεται την παράδοση και να προσβλέπει στη δημιουργία ανάλογων προτύπων δράσης και ζωής για το μέλλον.