Στον Γιώργη Μυλωνά

 

Αν για εμάς, στην Ελλάδα, τα Χριστούγεννα ήταν μια ευκαιρία να βγούμε, έστω και για λίγο, από το τέλμα της κρίσης, για τους Χριστιανούς στη Βόρειο Αφρική ήταν «στοίχημα ζωής». Ο Μητροπολίτης Καρθαγένης, Αλέξιος, μεταφέρει στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» το αίσθημα τρόμου που είχαν όσοι γιόρτασαν τη γέννηση του Χριστού στη σκιά πολύνεκρων τρομοκρατικών επιθέσεων, ακριβώς όπως οι πρώτοι Χριστιανοί στις κατακόμβες. Με την ιδιότητα του δασκάλου στη Ριζάρειο Σχολή, ο κ.κ. Αλέξιος επισημαίνει ακόμη ότι η Εκκλησία χρειάζεται σχολεία για παπάδες. «Έχει γίνει, νομίζω, κοινή συνείδηση ότι χρειάζεται επιτακτικά αναμόρφωση το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η εκκλησιαστική εκπαίδευση. Θέλει δύο-τρία κύτταρα εκπαιδευτικά, τα οποία να παράγουν ιερείς».

 

Πώς ήταν τα φετινά Χριστούγεννα στις περιοχές που διακονείτε;

Στη Μητρόπολη έχουμε δύο ελληνικές κοινότητες στην Τυνησία και μία στο Μαρόκο. Κάθε κοινότητα αριθμεί πια ελάχιστους Ορθοδόξους. Είναι ό,τι έχει μείνει για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τους μνημειακούς ναούς μας, γιατί, αν αυτοί κλείσουν, φοβάμαι ότι θα τους πάρουν. Αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται είναι η αύξηση της τρομοκρατίας και αυτό που βιώνουμε στην επαφή μας με τους ελάχιστους πιστούς που έχουν απομείνει είναι ότι ο κόσμος φοβάται να έρθει στην εκκλησία. Όσοι ήρθαν το έκαναν με το υψηλό ρίσκο μήπως σκάσει καμία βόμβα δίπλα τους! Αν και υπάρχουν δυνάμεις ασφαλείας, αυτό δεν σημαίνει ότι αναλίσκονται μόνο σ’ εμάς, καθώς στην Τυνησία και στο Μαρόκο εξακολουθούν να ασχολούνται με θέματα εσωτερικής ασφάλειας. Οι ελάχιστοι Έλληνες που έμειναν εδώ μαζί με τους Ορθόδοξους Ρώσους, Ουκρανούς και Ρουμάνους, που υπάγονται και αυτοί στην ποιμαντική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου μας, δίνουν, όποτε εκκλησιάζονται, ένα στοίχημα ζωής και μαρτυρία πίστης. Δεν σας κρύβω ότι μετά την Αραβική Άνοιξη δέχτηκα κι εγώ, σε μεμονωμένα περιστατικά βέβαια, απειλές στην ελληνική και τη ρωσική εκκλησία, αλλά και στα κοιμητήρια. Τελευταία αιωρείται έντονα η απειλή για τους Χριστιανούς και τους ξένους, γιατί πλέον το ISIS έχει μπει σε αυτές τις χώρες. Κάποτε είχαμε να κάνουμε με τους ντόπιους σαλαφιστές, ενώ τώρα αντιμετωπίζουμε μια ακραία εξτρεμιστική οργάνωση. Τα στοιχεία λένε ότι 3 με 4 χιλιάδες Τυνήσιοι είχαν ταξιδέψει μέσω Τουρκίας ή μέσα από τη Λιβύη στη Συρία, για να ενταχθούν και να εκπαιδευτούν ως μαχητές του «Ισλαμικού Κράτους». Όσοι από αυτούς έχουν διασωθεί, και υπό το καθεστώς της σκληρής εκπαίδευσης που έχουν περάσει, προφανώς τώρα επιστρέφουν με τα δικαιώματα που έχουν ως Τυνήσιοι πολίτες. Τα τελευταία γεγονότα είναι άκρως ανησυχητικά: Το τραγικό περιστατικό στο Εθνικό Μουσείο της χώρας, το μακελειό με τους τουρίστες στην πόλη Sousse και η έκρηξη μηχανισμού πριν από δύο εβδομάδες κοντά στην εκκλησία μας, που σκότωσε 15 νέους της προσωπικής ασφάλειας του Τυνήσιου προέδρου. Σε καθημερινή βάση έχουμε επιθέσεις εναντίον ενστόλων και αστυνομικών. Όλα αυτά λοιπόν δημιουργούν ένα κλίμα φόβου και ανησυχίας στους εναπομείναντες Χριστιανούς. Αλλά και στην Αλγερία, για τους ίδιους λόγους που προανέφερα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα λειτουργώ ως απλός παπάς. Εκεί διακονούνται ελάχιστοι Ορθόδοξοι, Έλληνες και σλαβόφωνοι, που εργάζονται στις Ορθόδοξες διπλωματικές αντιπροσωπίες. Το εκκλησάκι τιμάται στην Αγία Τριάδα και βρίσκεται για λόγους ασφαλείας στο εσωτερικό της ελληνικής πρεσβείας, δίκην κατακόμβης, θα έλεγα.

Δεν σας κρύβω ότι μετά την Αραβική Άνοιξη δέχτηκα κι εγώ, σε μεμονωμένα περιστατικά βέβαια, απειλές στην ελληνική και τη ρωσική εκκλησία, αλλά και στα κοιμητήρια. Τελευταία αιωρείται έντονα η απειλή για τους Χριστιανούς και τους ξένους, γιατί πλέον το ISIS έχει μπει σε αυτές τις χώρες

Υπηρετήσατε 13 χρόνια κοντά στον πρώην Τρίκκης, Αλέξιο. Θεωρείτε ότι η πράξη του να αποχωρήσει από την ενεργό ποιμαντική δράση αποτελεί καλό παράδειγμα για τους γεροντότερους αρχιερείς;

Ο γέροντάς μου, όταν ήταν νεότερος, έλεγε πάντοτε ότι, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, ο ποιμένας είναι ισόβιος. Με βάση, λοιπόν, αυτό, που τον αντιπροσώπευε ως βασική αρχή, πιστεύαμε όλοι ότι θα έμενε έως το τέλος. Περνώντας τα χρόνια και μη έχοντας κάποιο ουσιαστικό θέμα υγείας, προφανώς αναθεώρησε και μέτρησε εντός του αυτό που μου απάντησε όταν τον ρώτησα για την απόφασή του: «Το σκέφτηκα καλά και δεν θέλω να ’ρθει η στιγμή που θα χρειαστεί να με κρατούν στην ωραία πύλη και να πουν κάποιοι από το ποίμνιο “τον καημένο, δεν μπορεί!”». Νομίζω, λοιπόν, ότι για τη διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπρέπειάς του, αλλά και επειδή ήταν σίγουρος ότι θα τον φροντίσουν στα γεράματά του, προχώρησε στην παραίτηση. Γι’ αυτό θα έλεγα πως και από αυτήν την πράξη τον χαρακτηρίζει αξιοπρέπεια και υψηλή ευαισθησία. Αυτό είναι ένα από τα μαθήματα που δίνει σε μας, τους νεότερους. Κάθε αρχιερέας, όμως, αποφασίζει ανάλογα με το τι κουβαλάει, ποιες είναι οι απόψεις του, η βιοθεωρία του και ανάλογα με τον βαθμό που η εκκλησιολογία τού το επιτρέπει. Αν βεβαίως η Εκκλησία, εν γένει, λάβει μέριμνα για τους γέροντες αρχιερείς και γενικά για τους άγαμους κληρικούς και υπάρξει κάποια προϋπόθεση φροντίδας, ίσως αυτό να διευκολύνει κάποιους. Πολλοί δυσκολεύονται να αποφασίσουν την οριστική αποχώρησή τους από την ενεργό ποιμαντική δράση, γιατί φοβούνται για το τι μέλλει γενέσθαι∙ είναι κι αυτό μια παράμετρος. Άλλωστε, αυτό που συμβαίνει τελευταία με κάποιους αρχιερείς σχετικώς με τη διαδοχή των γεροντάδων από τους υποτακτικούς τους έχει συμβεί στον ρουν της εκκλησιαστικής ζωής και της Ιστορίας. Αν αυτό λοιπόν θεσμοθετηθεί με κάποιον τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, γραπτό ή προφορικό, θα διευκόλυνε. Όμως, δεν μπορώ να πω ότι, επειδή το κάνει ένας, πρέπει όλοι να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Θεωρώ ότι είναι κάτι υποκειμενικό και, κατά περίπτωση, χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης.

 

Από τα Τρίκαλα βρεθήκατε στο Κάιρο και αφήσατε κληρονομιά ένα σημαντικό ανακαινιστικό έργο στον τόπο όπου έζησε ο Άγιος Νεκτάριος. Πώς ήταν η εμπειρία στην Αίγυπτο;

Το κτιριακό ζήτημα και η ανασυγκρότηση ήταν από τις κύριες ενασχολήσεις μου, κατά πατριαρχική πάντοτε εντολή. Ακολούθησαν, βεβαίως, η αλλαξοπατριαρχία και η μετάβαση από έναν πολύ ικανό άνθρωπο, όπως ο Μακαριστός Πέτρος, σε έναν επίσης ικανότατο, τον Θεόδωρο, που όλοι στηρίξαμε για να γίνει Πατριάρχης και στον οποίο στάθηκα κοντά στο Κάιρο για περίπου έναν χρόνο, μέχρι να παραδώσω το έργο στο Χαμζάουι. Δεν ήταν ήρεμα όλα τα χρόνια. Διήλθαμε διά πυρός και σιδήρου: Μέσα σε εφτά χρόνια χάθηκε ένας Πατριάρχης, φάνηκε ότι το έργο του μπορούσε να πάει πίσω, όμως ήρθε ένας άλλος που το αυξάνει και το ολοκληρώνει σε τέλειο βαθμό. Αν για τον Πέτρο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ο Πατριάρχης των έργων και της ανασυγκροτήσεως, για τον Θεόδωρο θα έλεγε ότι είναι ο Πατριάρχης της ολοκληρώσεως των έργων και της ιεραποστολής, καθώς εκεί έχει ρίξει σχεδόν όλο το βάρος. Αυτή είναι η κατεξοχήν πατριαρχική του μέριμνα. Άλλωστε, είναι βέβαιο ότι η Ιστορία θα τον αναδείξει ως πολύ αποτελεσματικό Πατριάρχη, αφού στα ένδεκα χρόνια της ευκλεούς Πατριαρχίας του έχει αναλάβει και έχει φέρει σε πέρας τεράστιο ανακαινιστικό και πνευματικό έργο. Όταν εγώ έγινα αρχιερεύς, η Ιερά Σύνοδος είχε 13 μέλη και σήμερα είναι πάνω από 30. Με βάση δηλαδή τις ανάγκες του πατριαρχικού θεσμού, ο Θεόδωρος έκανε άλματα φοβερά! Πριν από λίγο καιρό είχε πάει στην Ουγκάντα και μπόρεσε εκ του σύνεγγυς να δώσει τις δέουσες λύσεις. Πηγαίνει, τρέχει και οδοιπορεί, βλέπει τα προβλήματα και άμεσα τα λύνει. Έχει τις προσευχές και την αγάπη όλων μας.

Αν για τον Πέτρο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ο Πατριάρχης των έργων και της ανασυγκροτήσεως, για τον Θεόδωρο θα έλεγε ότι είναι ο Πατριάρχης της ολοκληρώσεως των έργων και της ιεραποστολής

Ως καθηγητής στη Ριζάρειο Σχολή, πώς βλέπετε το εγχείρημα με τη φοίτηση κοριτσιών;

Δεν μπήκαν μόνο στη Ριζάρειο. Έχουν αρχίσει σταδιακά να μπαίνουν στα περισσότερα σχολεία. Το ότι βάλανε κορίτσια ήταν ένα βήμα για να σώσουν τη σχολή, γιατί είχε φτάσει το 2010 στην παρακμή με μόνο 30 μαθητές. Πολλά από τα παιδιά μάλιστα είχαν μαθησιακές δυσκολίες και επίπεδο πολύ χαμηλό. Άλλωστε, πρέπει να επισημάνουμε ότι το θέμα είναι νομοθετικό, καθώς, εξαιρουμένης της Αθωνιάδος, με το ειδικό καθεστώς, όλες οι υπόλοιπες σχολές δεν δικαιολογούνται νομικά να αποκλείουν τα κορίτσια. Για εμένα, ως δάσκαλο, η επιθυμία και το όραμά μου είναι μια καλή εκκλησιαστική εκπαίδευση, με σύγχρονα προγράμματα κατάρτισης των ιερέων για την Εκκλησία. Παράλληλα, όμως, να έχουμε και μερικά καλά σχολειά, με Ορθόδοξο ήθος, με προσευχή, εκκλησιασμό και με μαθητές που θα βγαίνουν καλοί επιστήμονες, αλλά και γενικά καλοί άνθρωποι στην κοινωνία. Άλλωστε, αυτό τόσα χρόνια το βλέπαμε σε ιδιωτικά κολέγια των καθολικών, που λειτουργούν σαν πρότυπα. Θα ήταν κακό και κάποια καλά δημόσια Ορθόδοξα εκκλησιαστικά σχολεία να δουλεύουν με τον επιστημονικό και παιδαγωγικό πήχη ψηλά; Νομίζω πως όχι, ιδιαιτέρως όταν θα μπορούν να βρίσκονται κάτω από την πνευματική προστασία της Εκκλησίας μας. Πάντως, τώρα που το ζω από κοντά, διαβεβαιώ κάθε ενδιαφερόμενο ότι, από επιστημονική άποψη, στη Ριζάρειο γίνεται καλή εκπαιδευτική εργασία, κάτι που βαίνει προοδευτικά την τελευταία τριετία.

 

Κατά καιρούς, συζητείται το ζήτημα της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει;

Έχει γίνει, νομίζω, κοινή συνείδηση ότι χρειάζεται επιτακτικά αναμόρφωση το πλαίσιο μέσα στο οποίο η εκπαίδευση αυτή λειτουργεί. Επίσης, έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι μας ότι έγιναν λάθη και παραλείψεις -ηθελημένα ή αθέλητα- και από τη μεριά της Εκκλησίας και από την Πολιτεία τα τελευταία 20 με 25 χρόνια. Το τελευταίο πάντως νομοθέτημα νομίζω ότι θα είναι στη σωστή κατεύθυνση.

Εγώ, ως εκπαιδευτικός -εκφράζοντας, πιστεύω, και την άποψη πολλών αγίων αδελφών, με τους οποίους κατά καιρούς συζητώ- θεωρώ ότι η Εκκλησία χρειάζεται σχολειά για παπάδες. Θέλει δύο-τρία κύτταρα εκπαιδευτικά, τα οποία να παράγουν ιερείς. Βλέπετε παντού στον Ορθόδοξο κόσμο, στην Εκκλησία της Ρωσίας, στη Σερβία κ.α., σχολές, σεμινάρια υψηλού κύρους και τις Εκκλησίες να είναι υπεύθυνες για το προσωπικό τους και για τους αποφοίτους, από τους οποίους αντλούν το δυναμικό τους απευθείας. Αυτό χρειαζόμαστε.

Αυτά τα σχολειά, που ήδη λειτουργούν, δεν παύουν να είναι γυμνάσια και λύκεια, που απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας 15 έως 18 ετών. Στις ηλικίες αυτές δεν μπορείς να προσδιορίσεις ή να προκαθορίσεις ποιοι θα γίνουν ιερείς. Μπορεί να πάρουν οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση και επαγγελματικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό επιμένω ότι με την πνευματική καθοδήγηση και ευλογία της Εκκλησίας πρέπει να έχουμε αυτά τα καλά σχολειά, αλλά η απόφαση της ιεροσύνης έρχεται σε ωριμότερη ηλικία. Η Εκκλησία μας χρειάζεται, λοιπόν, καλά εκπαιδευτικά κύτταρα, που θα βγάζουν παπάδες. Έχουμε ανάγκη από τον παπά που θα χειροτονήσει και ο δεσπότης του αστικού κέντρου και ο δεσπότης της υπαίθρου, αλλά και ο δεσπότης της ιεραποστολής στην Αφρική ή όπου αλλού στον κόσμο.

Η Εκκλησία μας χρειάζεται καλά εκπαιδευτικά κύτταρα, που θα βγάζουν παπάδες

Ποιος είναι

Ο Μητροπολίτης Καρθαγένης κ. Αλέξιος (κατά κόσμον Παναγιώτης Λεονταρίτης) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964, χειροτονηθείς από τον πρώην Τρίκκης και Σταγών Αλέξιο, κοντά στον οποίο ανέπτυξε πλούσια ποιμαντική και διοικητική δραστηριότητα ως πρωτοσύγκελλος. Με σπουδές Φιλολογίας και Θεολογίας, διδάσκει ως φιλόλογος στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Από το 2004 ποιμαίνει τη Μητρόπολη Καρθαγένης.