Mονή Ζωοδόχου Πηγής ή Αγίας

Από μακριά μοιάζει με ένα μικρό φρούριο, επιβλητικό, λόγω της θέσης του, με θέα το γαλάζιο των Κυκλάδων, μόλις επτά χιλιόμετρα από το λιμάνι του Γαυρίου, στην Άνδρο. Πίσω από τη μικρή πόρτα του μοναστηριού της Ζωοδόχου Πηγής, περί του οποίου ο λόγος, αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος, όλο μεγαλοπρέπεια, απλότητα, αλλά και με έντονα τα σημάδια της εκκλησιαστικής ιστορίας του νησιού. Ένα μοναστήρι που στους θολωτούς διαδρόμους, στις πεντακάθαρες, λιθόστρωτες αυλές και στον ναό δεξιά της εισόδου κρύβει «μυστήριον και δόξαν Θεού». Δύο είναι οι μοναχές που φροντίζουν για τα πάντα και με τη βοήθεια κάποιων πολιτών υποδέχονται τους πιστούς που φτάνουν έως εκεί από όλη την Ελλάδα.

Η ανέγερση της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής ή Αγίας, σύμφωνα με την παράδοση της περιοχής, συνδέεται με το όραμα ενός απλού ανθρώπου, στον οποίο η Παναγία υπέδειξε τη σημερινή τοποθεσία. Σύμφωνα με την παράδοση, βορειότερα της μονής εργάτες έχτιζαν ένα μοναστήρι, αλλά το έργο προχωρούσε μετ’ εμποδίων, γιατί τα εργαλεία κάθε βράδυ, για κάποιον άγνωστο λόγο, εξαφανίζονταν. Ένας κάτοικος του νησιού, λοιπόν, ο οποίος αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα μάτια του, περνούσε από την περιοχή. Κατά τη διαδρομή δίψασε, αλλά νερό δεν έβρισκε. Τότε, πέρασε μπροστά του ένας τράγος με βρεγμένο «το γέννειόν του». Ο κάτοικος κατάλαβε ότι κάπου υπήρχε πηγή και, όταν την πλησίασε, είδε μπροστά του μια γυναίκα, στην οποία μετέφερε το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Η γυναίκα τον προέτρεψε να πλύνει τα μάτια του με το νερό της πηγής για να θεραπευτεί, όπως και έγινε. Όπως του αποκάλυψε, ήταν η Παναγία, η οποία του ζήτησε να πάει στους εργάτες που έχτιζαν το μοναστήρι και να τους πει να εγκαταλείψουν τις εργασίες και να χτίσουν ένα νέο στη σημερινή θέση, όπου είχε αναπτυχθεί αρχαίος οικισμός. Εκείνοι υπάκουσαν.

Ο ακριβής χρόνος ανέγερσης της μονής δεν έχει προσδιοριστεί. Ο Διονύσιος, ο οποίος καταγόταν από την Άνδρο και διετέλεσε μητροπολίτης Ξάνθης την περίοδο 1861-1867, αναφέρει ότι στον χώρο λειτουργούσε βυζαντινή σχολή και ότι το 842, μετά την αναστήλωση των εικόνων, καθιερώθηκε ως σταυροπηγιακή. Ωστόσο, τα στοιχεία του ελέγχονται ως προς την ακρίβειά τους, αφού δεν αναφέρει πηγές.

Πέρα από τους θρύλους και τις εικασίες, η πρώτη επίσημη χρονολογία είναι αυτή του 1325, η οποία αναγράφεται σε αργυρή εικόνα, η οποία βρίσκεται στον ναό. Επίσης, στη μονή υπάρχει και έγγραφο που φέρει ημερομηνία 31 Ιανουαρίου του 1400. Οι δύο αυτές χρονολογίες αποδεικνύουν ότι ο ναός υπήρχε κατά τον 14ο αιώνα και πολύ πιθανόν πριν από αυτόν.

Η μονή φαίνεται να καταστρέφεται όταν οι Φράγκοι εγκατέλειψαν την Άνδρο και ανακαινίστηκε αμέσως μετά από τους μοναχούς Μακάριο Δελαγραμμάτικα και Στρατόνικο Στρατηγόπουλο, μάλλον το 1578. Η περίοδος της ακμής της ξεκίνησε όταν νέοι μοναχοί μόνασαν εκεί. Το 1603, αλλά και το 1717 στη μονή γίνονταν διάφορα έργα, που ενίσχυσαν την επιρροή της.

Το 1819, ο μοναχός Ιωαννίκιος, προφανώς μέλος της Φιλικής Εταιρείας, φρόντισε για την οχύρωσή της. Από τότε και μέχρι το 1831, ο μοναχός έχτισε νέα κελιά και άλλους χώρους, δαπανώντας τη δική του περιουσία αλλά και αυτή της μονής.

Προς το τέλος του 17ου αιώνα, το μοναστήρι είχε, σύμφωνα με μαρτυρίες, 100 μοναχούς, ο αριθμός των οποίων το 1836 είχε περιοριστεί στους 51. Και εδώ, όπως και στα περισσότερα μοναστήρια των Κυκλάδων, απαγορευόταν η είσοδος στις γυναίκες.

Το 1928, το μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο, όπως παραμένει μέχρι σήμερα. Η εκκλησία του μοναστηριού είναι βυζαντινού ρυθμού, με ξυλόγλυπτο τέμπλο, και η ζωγραφική διακόσμηση χρονολογείται στη μεταβυζαντινή περίοδο. Ακόμα, υπάρχουν εικόνες του 14ου και του 16ου αιώνα. Σημαντική είναι επίσης η βιβλιοθήκη, με σπάνια βιβλία και χειρόγραφα, αλλά και το μουσείο, με ιερά άμφια και σκεύη, καθώς και μια μικρή συλλογή προϊστορικών εργαλείων. Η μονή εορτάζει την πρώτη Παρασκευή μετά την Κυριακή του Πάσχα.

 

Μονή του Αγίου Νικολάου του Εν Μύροις

Σε αντίθεση με πολλά μοναστήρια, αυτό του Αγίου Νικολάου μοιάζει να κρύβεται κάτω από την κεντρική οδό από την Άνδρο προς το χωριό Αποίκια. Κατεβαίνοντας σε έναν αδιέξοδο χωμάτινο δρόμο, βρίσκεσαι μπροστά σε ένα μοναδικό συγκρότημα, όπου κυριαρχούν οι αρμολογημένες ξηρολιθιές και οι σκούροι σχιστόλιθοι. Μόλις πέντε χιλιόμετρα από τα Αποίκια, πέντε μοναχοί, με ηγούμενο τον πατέρα Δωρόθεο, δέχονται χιλιάδες επισκέπτες όλο τον χρόνο από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η Ιερά Μονή, αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο Μύρων της Λυκίας, ιδρύθηκε το 1540. Υπάρχουν όμως και ιστορικοί που εκτιμούν ότι χτίστηκε τον 11ο αιώνα. Η θέση στην οποία έχει ανεγερθεί ονομάζεται «Εις τας ώρας» και αυτό γιατί κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή οι ναυτικοί της Άνδρου έφταναν έως εκεί για να παρακολουθούν την Ακολουθία των Μεγάλων Βασιλικών Ωρών.

Με πατριαρχικά σιγίλια (1703, 1743, 1782, 1790, 1793, 1798 και 1800) η μονή έγινε σταυροπηγιακή και απέκτησε πολλά προνόμια. Από δωρεές των πιστών και όχι μόνο απέκτησε μεγάλη περιουσία, με μετόχια στην Άνδρο, την Προποντίδα, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, τη Σμύρνη και πολλά νησιά του Αιγαίου. Σήμερα της έχουν απομείνει ελάχιστα στην Άνδρο. Χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας του μοναστηριού είναι ότι στην περιοχή γύρω από αυτό υπάρχουν τουλάχιστον 20 παρεκκλήσια!

Πολλά είναι τα κειμήλια που υπάρχουν εκεί και της προσδίδουν διαχρονικά αίγλη και αρχοντιά. Για παράδειγμα, στο καθολικό της μονής φυλάσσεται η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου «της Ρίζης του Ιεσσαί», της Μυροβλύτισσας, η οποία προέρχεται από τον Ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινούπολης. Η εικόνα έφτασε εκεί από μοναχούς τον 16ο αιώνα από το μετόχι Βλαχ Σαράγι της Πόλης, που ανήκε στη μονή, και τιμάται στις 2 Ιουλίου.

Επίσης, στο καθολικό υπάρχει η αργυροκέντητη εικόνα του Αγίου Νικολάου (τιμάται στις 6 Δεκεμβρίου), η οποία φιλοτεχνήθηκε επί 11 χρόνια από τη μοναχή Λεοντία τη Σμυρναία, κατά τον 17ο αιώνα. Χαρακτηριστικό της εικόνας είναι ότι η δημιουργός της, αντί για νήμα, χρησιμοποίησε τρίχες από τα μαλλιά της κεφαλής της.

Στη μονή φυλάσσονται επίσης τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, του εφόρου αυτής, η κάρα του Οσιομάρτυρα Αγίου Νικολάου του νέου, η γνάθος του Κοσμά του Αιτωλού, το χέρι της Αγίας Μακρίνας, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου, τμήμα της κάρας του Αγίου Ιωσήφ του Αριμαθαίας και πλήθος άλλων.

Σημαντική είναι η συνεισφορά της μονής κατά την Επανάσταση του 1821, αφού στην ουσία είχε εξελιχθεί σε παράρτημα της Φιλικής Εταιρείας. Εκεί λειτουργούσαν μικρό τυπογραφείο, βιβλιοδετείο και κρυφό σχολειό. Εκεί επίσης εκάρη μοναχός ο Σαμουήλ, ο οποίος πρωτοστάτησε στους αγώνες των Σουλιωτών κατά του Αλή πασά και έχασε τη ζωή του στο Κούγκι, όταν αυτό ανατινάχτηκε.

Από το μοναστήρι πέρασε και η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, την οποία οι μοναχοί ενίσχυσαν οικονομικά.