Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Όποιος επισκέπτεται πρώτη φορά την κεντρική πλατεία της Τριπόλεως, πρωτεύουσας της Αρκαδίας και του Μωριά ολόκληρου, καταπλήσσεται αντικρίζοντας τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Βασιλείου. Πρόκειται για μνημείο με πολυκύμαντη εθνική και εκκλησιαστική ιστορία και σπουδαία καλλιτεχνική σημασία, σύμβολο της πόλης, με την οποία συνδέεται στενά, χάρη στις θυσίες, την ανδρεία και την αποφασιστικότητα των υπερασπιστών της, καθώς και με την Επανάσταση του 1821 και την απαρχή της ιστορίας της Νεωτέρας Ελλάδος.

Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι κατά την τουρκοκρατία παλαιότατος ναός του Αγίου Βασιλείου είχε μετατραπεί από τους Οθωμανούς κατακτητές σε τζαμί, όταν ανακατέλαβαν την Πελοπόννησο από τους Βενετούς το 1715.

Κάτω από τον ναό εκείνο υπήρχαν καταστήματα και επάνω από αυτά προαύλιο με οροφή, που στηριζόταν σε μαρμάρινους στύλους. Έτσι τον αντίκρισαν οι Έλληνες πολεμιστές όταν εισήλθαν στην Τρίπολη κατά την απελευθέρωσή της, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821. Αμέσως μετά, το τζαμί μετατράπηκε πάλι σε ναό του Αγίου Βασιλείου. Τον Μάιο του 1825 ο Ιμπραήμ κατέλαβε όλες σχεδόν τις απελευθερωμένες περιοχές της Πελοποννήσου και την Τρίπολη, έως το 1828, οπότε την εγκατέλειψε, καταστρέφοντάς τη σχεδόν ολοσχερώς. Τότε κατεδαφίσθηκε και ο ναός, εκτός από ορισμένα εργαστήρια.

Μετά την επιστροφή των Ελλήνων στην Τρίπολη και έως το 1855 δημιουργήθηκαν στα ερείπια εργαστήρια και παραπήγματα. Κάπου εκεί, μέσα σε λάσπες, διασωζόταν η Αγία Τράπεζα του ναού.

Στις 7 Ιουλίου 1855 μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε όλα τα παραπήγματα και απείλησε την αγορά της πόλης. Αμέσως μετά ο δήμος ενεργοποίησε διαδικασίες ώστε να ανεγερθεί νέος ναός του Αγίου Βασιλείου. Τελικά αποφασίστηκε να ανοικοδομηθεί όπως ήταν παλιά, μαζί με τα εργαστήρια. Κάθε αντίρρηση για την παρουσία τους υπερκεράστηκε με την απάντηση της Ιεράς Συνόδου στη σχετική ερώτηση του δήμου. Σε αυτήν ξεκαθαριζόταν ότι επιτρεπόταν κάτω και γύρω από τον ναό να υπάρχουν εργαστήρια, υπό τον όρο το κέντρο του να ευρίσκεται επάνω στο έδαφος. Με βάση πρόχειρο σχεδιάγραμμα του προηγουμένου οικοδομήματος σχεδιάσθηκε το νέο. Διατυπώθηκε η άποψη ότι επρόκειτο για έργο σπουδαίου αρχιτέκτονα, αλλά το όνομά του δεν είναι γνωστό.

Η ιδιομορφία του μνημείου συνίσταται στην ύπαρξη στο ισόγειο δεκατεσσάρων ειδικών χώρων, που λειτουργούν ως καταστήματα, γραφεία, εκθεσιακοί χώροι κ.λπ. και καταλαμβάνουν μόνον το τμήμα που ευρίσκεται κάτω από το προαύλιο. Στο κέντρο του ισογείου, κάτω ακριβώς από τον ναό, υπάρχουν στοές «μπαζωμένες», που αποτελούν τα θεμέλιά του. Επάνω από το ισόγειο, στους χώρους αυτούς είναι οικοδομημένος ο ναός. Περιβάλλεται από εξώστες, στους οποίους οδηγούν δύο μεγαλοπρεπείς, μαρμάρινες σκάλες.

Η ιδιομορφία του μνημείου συνίσταται στην ύπαρξη στο ισόγειο δεκατεσσάρων ειδικών χώρων, που λειτουργούν ως καταστήματα, γραφεία, εκθεσιακοί χώροι κ.λπ. και καταλαμβάνουν μόνον το τμήμα που ευρίσκεται κάτω από το προαύλιο

Ο ναός θεμελιώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1855, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας, Θεοφάνους του Σιατιστέως (1852-1868), επί δημαρχίας Δημητρίου Γαλανόπουλου. Άρχισε να λειτουργείται τον Αύγουστο του 1882, αλλά εγκαινιάσθηκε επίσημα στις 3 Ιουνίου 1884 από τον Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας Θεόκλητο Α’ (1869-1903).

Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο, με τρίπλευρη εξωτερικά αψίδα. Ο τρούλος είναι επενδεδυμένος με χαλκό και το τύμπανό του διάτρητο από μονόλοβα παράθυρα. Κάτω από τον μητροπολιτικό ναό, στη θέση παλαιού καταστήματος, ιδρύθηκε το 2014 παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στη μνήμη της Αγίας Μακρίνης, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου.

Εκατέρωθεν του ιερού υπάρχουν δύο παρεκκλήσια. Το νότιο είναι αφιερωμένο στη Σύλληψη του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, η οποία τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου, οπότε έλαβε χώρα η Αλωση της Τριπολιτσάς, και το βόρειο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, που εορτάζεται στις 25 Μαρτίου, ημέρα κηρύξεως της Επανάστασης του 1821. Είναι δηλαδή ναός τρισυπόστατος. Με τη διαμόρφωση αυτή, προσέλαβε συγχρόνως ιστορική, αφιερωτική και προσκυνηματική μορφή. Στη δυτική πλευρά, εκατέρωθεν της θύρας εισόδου, υψώνονται δύο πολυώροφα κωδωνοστάσια. Ο ναός κατασκευάσθηκε κατά το ισοδομικό σύστημα, με πελεκητούς λίθους της περιοχής και αρίστης ποιότητος μάρμαρο από το όρος Μαρμαριά της περιοχής των Δολιανών έως το ύψος του πρώτου κοσμήτη. Με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού κηρύχθηκε «ιστορικό διατηρητέο μνημείο, με ανάγκες ειδικής κρατικής προστασίας».

Το τέμπλο, ο άμβων και ο αρχιερατικός θρόνος φιλοτεχνήθηκαν το 1911-1912 σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ και δαπάνη του Αποστόλου Πετρόπουλου ή Λαίμη, Μ. Ευεργέτη του ναού. Το εικονογραφικό πρόγραμμα του τέμπλου είναι σύνθετο. Αποτελείται από τρεις σειρές εικόνων. Στην κατώτερη ευρίσκονται οι δεσποτικές εικόνες, έργα του γνωστού στις αρχές του 20ού αι. αγιογράφου Κωνσταντίνου Αρτέμη, που φιλοτεχνήθηκαν το 1918. Το έργο του καλλιτέχνη αποτελεί την τελευταία αναλαμπή της τεχνοτροπίας των Ναζαρηνών στη νεοελληνική αγιογραφία. Πρόκειται για ελαιογραφίες σε μουσαμά. Στο επιστύλιο, στην α’ ζώνη, υπάρχουν είκοσι τέσσερα μετάλλια με Προφήτες και Αποστόλους, ενώ στη β’ ζώνη μορφές Αποστόλων και σκηνές από το Δωδεκάορτο. Στην κορυφή, στο κέντρο του τέμπλου, επάνω από τον Μυστικό Δείπνο, εικονίζεται η Αγία Τριάδα.

 

Η εικονογράφηση

Με χρήματα των Μ. Ευεργετών, αδελφών Γεωργίου και Δημητρίου Σπετσερόπουλου, πραγματοποιήθηκε τα έτη 1925-1927 η αγιογράφηση του ναού από τον Κεφαλλονίτη αγιογράφο Κωνσταντίνο Λιώκη, που ακολουθεί τα δυτικότροπα πρότυπα της πατρίδας του. Στην κόγχη του ιερού εικονίζεται η Πλατυτέρα, πλαισιωμένη από Πατέρες της Εκκλησίας. Υπεράνω αυτής σχηματίζεται παράσταση του Παλαιού των Ημερών. Τη σύνθεση συμπληρώνουν οι δύο Αρχάγγελοι, που παραστέκουν στις πλευρές, και «το Πνεύμα εν είδει περιστεράς» λίγο ψηλότερα. Στην κόγχη της Προθέσεως υπάρχει παράσταση του Ιησού «Ίδε ο άνθρωπος» και στον τρούλο του Παντοκράτορος. Αμέσως πιο κάτω, μεταξύ των παραθύρων του τρούλου, οκτώ Προφήτες και στα σφαιρικά τρίγωνα οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος εικονίζονται στον βόρειο και τον νότιο τοίχο του ναού. Στις άντυγες των τόξων υπάρχουν μορφές Πατέρων της Εκκλησίας και σειρές μεταλλίων Προφητών και Αποστόλων εναλλάξ με διακοσμητικούς σταυρούς. Μορφές διαφόρων αγίων και ποικίλα κοσμήματα υπάρχουν σε διάφορα σημεία του.

Σταθμό στη νεότερη ιστορία του ναού αποτέλεσε η πυρκαγιά της 7ης Οκτωβρίου 1995, που κατέστρεψε ολοσχερώς την είσοδο, προκάλεσε μεγάλες φθορές στον νάρθηκα και κάλυψε με αιθάλη το εσωτερικό. Με την πάροδο του χρόνου, τις ακάματες προσπάθειες του Σεβ. Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας Αλεξάνδρου και του προϊσταμένου του ναού, ιερέως π. Ιωάννου Σουρλίγγα, προκειμένου να ευρεθούν οι πόροι για την αποκατάσταση του μνημείου, η ανακαίνιση προχώρησε και οι πληγές επουλώθηκαν.

Μετά την είσοδο του ναού, υπάρχουν δύο ζεύγη μαρμάρινων προσκυνηταρίων. Στο δεξί εισερχόμενο ζεύγος ευρίσκονται οι εικόνες της Συλλήψεως του Τιμίου Προδρόμου και του Νεομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, εμπρός από την εικόνα του οποίου είναι τοποθετημένη η κάρα του σε ειδική θήκη. Στο απέναντι ζεύγος προσκυνηταρίων ευρίσκονται οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου και της «Παναγίας της Τριπολιτσάς», φιλοτεχνημένη περί το 1826, η οποία σώθηκε δύο φορές θαυματουργικά από φωτιά.

Ο μητροπολιτικός ναός της πρωτεύουσας του Μωριά, κατά τη μακρόχρονη παρουσία του στο κέντρο της πόλης, συνδέθηκε με όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με τη θρησκευτική, κοινωνική, οικογενειακή, πολιτική και καλλιτεχνική ζωή της, όσο η ιδιαιτερότητα του χώρου επιτρέπει, όπως και με κάθε άλλου είδους δραστηριότητες που κατά διαφόρους τρόπους συνδέονται με πρόσωπα που ιερούργησαν και εργάσθηκαν σ’ αυτόν, με τους στενά εννοούμενους ενορίτες του, αλλά και με όλους τους κατοίκους της Τριπόλεως.