Στη Μαρία Μπραουδάκη

«Το παραμικρό θέμα μπορεί να πυροδοτήσει μια κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, με ανεξέλεγκτες συνέπειες», εκτιμά ο Μητροπολίτης Καισαιρινής, Βύρωνος και Υμηττού, Δανιήλ. Στη συνέντευξή του στην «Ορθόδοξη Κιβωτό» επισημαίνει ότι «αποτυγχάνουν παταγωδώς» οι πολιτικές ιδεολογίες όταν επιχειρούν να αποφανθούν για τα θεία και σημειώνει ότι «για τον πιστό ισχύει το αποστολικό “πειθαρχείν Θεώ μάλλον ή ανθρώποις”»...

Όπως τονίζει, «οφείλουμε εκκλησιαστικά και πολιτικά να μη γινόμαστε θεομάχοι», ενώ υποστηρίζει ότι η Δύση «δεν ενδιαφέρεται» να βοηθήσει τον Χριστιανισμό της Μέσης Ανατολής.

 

Αριστερά και Εκκλησία: Πώς αντιλαμβάνεστε τις σχέσεις των δύο πόλων ύστερα από τους πρώτους μήνες της αριστερής, κατά πλειοψηφία, διακυβέρνησης;

Η Εκκλησία είναι θεανθρώπινος Οργανισμός, έχει Κεφαλή, Νομοθέτη και Κυβερνήτη τον Τριαδικό Θεό. Έχει ως τελικό σκοπό να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και να τον καταστήσει μέτοχο της θείας ζωής είτε βρίσκεται-ζει στη γη είτε στον ουρανό. Στην Εκκλησία καλούνται να μετάσχουν αδιακρίτως όλοι οι άνθρωποι, εφόσον θελήσουν. Στα μέσα που η Εκκλησία χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό συμπράττει ο θείος και ο ανθρώπινος παράγοντας. Υπήρχε πριν από τις πολιτικές ιδεολογίες και θα υπάρχει και όταν αυτές θα παύσουν να επηρεάζουν και να ενδιαφέρουν τους ανθρώπους. Η ιστορία, πρόσφατη και απώτατη, έχει περίτρανα παραδείγματα.

Η Αριστερά είναι πολιτική ιδεολογία που επιδιώκει να οργανώσει την ζωή των ανθρώπων ανταγωνιστικά με άλλες πολιτικές ιδεολογίες. Άλλος σκοπός, άλλα μέσα και, πάντως, όλα αυτά είναι μεταβλητά και εφήμερα. Όταν οι πολιτικές ιδεολογίες επιχειρούν να αποφανθούν για τα θεία και ουράνια θέματα, τα λεγόμενα μεταφυσικά ή υπερφυσικά, ως μη ανήκοντα στα εγκόσμια, και μάλιστα με διάθεση αμφισβητήσεως, ή διαψεύσεως, ή ανατροπής, αποτυγχάνουν παταγωδώς. Αντιθέτως, είναι χρήσιμες και αποτελεσματικές όταν αποδέχονται τις θείες αρχές και αξίες στη ζωή των ανθρώπων. Τελικώς, η ελευθερία επιλογής έχει συνέπειες. Αυτό είναι το άθλημα της ανθρωπίνης θελήσεως και ελευθερίας. Η ελευθερία επιλογής συνοδεύεται από συνέπειες σε όλα εγκόσμια και υπερκόσμια.

Μόνο ο Θεός ευρίσκεται υπεράνω αυτού του νόμου, επειδή είναι αναίτιος, αδιάδοχος, αυτάγαθος, πανάγιος, παντοδύναμος, δίκαιος και αιώνιος.

 

Ποια κίνηση της κυβέρνησης κρίνετε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο τριβής στις σχέσεις της με την Εκκλησία;

Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσω και να αποφανθώ ποιο θέμα μπορεί να αποτελέσει σημείο τριβής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας.Στην ιστορία, π.χ., η απόφαση του αυτοκράτορος Λέοντος του Γ' του Ισαύρου να αφαιρέσει τις εικόνες από τις εκκλησίες, ενώ εφαίνετο εύκολο για την πολιτική εξουσία, ταλαιπώρησε την Αυτοκρατορία 150 χρόνια και απεδείχθη μάταιο.Έτσι, και το παραμικρό θέμα μπορεί να πυροδοτήσει μια κρίση με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Όπως στην εικονομαχία είχαμε και αυτοκράτορες που εκθρονίσθηκαν και πατριάρχες που εξορίσθησαν και μαρτύρησαν. Εκκλησιαστικά και πολιτικά, οφείλουμε να σεβόμαστε τους νόμους του Θεού και να μη γινόμαστε θεομάχοι. Στην περίπτωση που ανθρώπινος νόμος ανατρέπει τον νόμο του Θεού, για τον πιστό ισχύει το αποστολικό «πειθαρχείν Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξεων, ε' 29).

 

Πώς αντιμετωπίζετε τη συζήτηση περί διαχωρισμού Κράτους- Εκκλησίας;

Η συζήτηση για τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας απαιτεί περαιτέρω αποσαφηνίσεις, για να προσδιορισθεί τι εννοούμε όταν μιλάμε περί του διαχωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Ωστόσο, μπορούμε να αναφέρουμε ότι:

α. Εκκλησία και Πολιτεία είναι δύο εντελώς διαφορετικοί και ανεξάρτητοι οργανισμοί. Η συνύπαρξή τους, όμως, και η δράση τους στη κοινωνία διαμόρφωσε διάφορα συστήματα σχέσεων. Η Εκκλησία δεν είναι κρατική υπηρεσία. Ακόμα και κατά τους μνημονιακούς νόμους η Εκκλησία δεν ανήκει στη Γενική Κυβέρνηση.  Ζει και δρα, όμως, εντός του Κράτους, σεβομένη τους νόμους του Κράτους, για να επιτελέσει την αποστολή της. Χωρίς να ασκεί κατ’ ουδένα τρόπο κρατική εξουσία.

β. Το Κράτος ασκεί ασφυκτική εποπτεία στη ζωή της Εκκλησίας με τους νόμους που ψηφίζει για διοικητικά και διαχειριστικά θέματα, παρά τη διακυρηγμένη αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας.

γ. Το Κράτος ρυθμίζει τις σχέσεις του με τις εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες της επικράτειας και τις θρησκευτικές ενώσεις με τους νόμους που ψηφίζει.

δ. Στη συζήτηση αυτή εμπλέκονται διάφορα θέματα καθόλου ασήμαντα. Η νομική και πολιτική σκέψη δεν έχει πάντοτε ευχέρεια να τα διευθετήσει, όπως, π.χ., από τη θέση και τη νομική προσωπικότητά της, τη σχέση του Κράτους με τις άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες και τις ηθικές και συμβατικές υποχρεώσεις του Κράτους έναντι της Εκκλησίας.

Όταν, λοιπόν, ευρίσκεσαι μπροστά στο πλέγμα αυτών των σχέσεων, απαιτείται, για τη σοβαρότητα της μελέτης της αντιμετωπίσεως, γνώση, εμπειρία, προσοχή και προοπτική.

 

Έχει διατυπωθεί ο φόβος ότι τα πατριαρχεία της Ανατολής κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ποίμνια, μετά τις αλλεπάλληλες θρησκευτικές και εθνοτικές διώξεις από τους ισλαμιστές. Με ποιον τρόπο νομίζετε ότι θα μπορούσε να αντιδράσει η Δύση, σε πολιτικό και εκκλησιαστικό επίπεδο;

Οι Δυτικοί, νομίζω, δεν ενδιαφέρονται να βοηθήσουν. Η Δύση έχει άλλες προτεραιότητες και δεν ενδιαφέρεται να προστατεύσει τους Χριστιανούς και τα πατριαρχεία στη Μέση Ανατολή. Ουδέποτε επενέβη για να βοηθήσει τους Χριστιανούς της Ανατολής.

Από τον 13ο αιώνα, μετά το Σχίσμα, με πρόσχημα την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων και της Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους, οργάνωσε τις Σταυροφορίες και, αντί να ελευθερώσει την Ιερουσαλήμ και να υπερασπιστεί τους Χριστιανούς, κυρίευσε το 1204 την Κωνσταντινούπολη, εκθρόνησε τον Χριστιανό Ορθόδοξο αυτοκράτορα, διαμέλησε την αυτοκρατορία σε τιμάρια φεουδαρχών και λεηλάτησε τα μνημεία πολιτισμού και τέχνης. Μας αντιμετώπισε με υπεροψία και περιφρόνηση. Αυτά μαρτυρούν πολλά.