Ψηλά ο ουρανός, κάτω τα νερά του Καλαρρύτικου ποταμού και ανάμεσα θεόρατοι βράχοι. Και στην καρδιά τους, η αποθέωση της πέτρας, με την τάξη που επέβαλαν Ηπειρωτών μαστόρων χέρια και ο σεβασμός προς το Θείο: Η Ιερά Μονή Κηπίνας, στα Τζουμέρκα, κοντά στους Καλαρρύτες. Η μονή που δεν έχει εντυπωσιακό όγκο, ούτε πλούτη και κειμήλια, αλλά κρύβει καλά «Tο μυστικό της Ορθοδοξίας», σε μια περιοχή όπου η απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο την υποχρέωσε να χτίσει τον δικό της τόπο λατρείας, στα όρια του παράτολμου.

Πρόκειται για ένα μοναστήρι που «στριμώχτηκε» σε λίγα τετραγωνικά βράχων, με γαλαρίες και κρυφές σπηλιές, κτίστηκε το 1212 και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, αν και γιορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου, της Ζωοδόχου Πηγής.

Η ιστορία και εδώ, όπως για τα περισσότερα μοναστήρια, θέλει κάποιους θεοσεβούμενους μοναχούς να βλέπουν στον βράχο απέναντί τους ένα καντήλι να καίει και αποφάσισαν να κτίσουν εκεί τον δικό τους τόπο λατρείας. Τα αναμμένα καντήλια ή οι εικόνες της Παναγίας σε απρόσιτους χώρους συνοδεύουν την ιστορία της ανέγερσης των περισσότερων μοναστηριών της χώρας. Πάντα, όμως, υπάρχει και ο αντίλογος. Και εδώ, στην περίπτωση της Κηπίνας, ο αντίλογος θέλει το «εντός βαθέως μονολίθου» μοναστήρι να χτίστηκε από έναν μοναχό της Μονής Βύλιζας, που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού απέναντι ακριβώς, όταν αυτός διαφώνησε με την εκλογή του ηγουμένου. Προφανώς πικραμένος με την επιλογή, εγκατέλειψε τη Βύλιζα μαζί με τους υποστηρικτές του και έχτισε το νέο μοναστήρι σε μικρή απόσταση από το παλιό.

Το όνομα πρέπει να το πήρε ο συνοικισμός από τους μικρούς κήπους, λόγω της μορφολογίας του εδάφους που είχαν δημιουργήσει οι μοναχοί, για να καλύπτουν τις διατροφικές τους ανάγκες.

Η μονή λόγω της θέσης της -σύμφωνα με έγγραφες μαρτυρίες- δεν άργησε να κεντρίσει το ενδιαφέρον διάσημων περιηγητών, αλλά και των πιστών που έφταναν ως εδώ διανύοντας δεκάδες χιλιόμετρα μέσα από δύσβατα μονοπάτια. Το 1864, ο Μητροπολίτης Αρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ή Βυζάντιος γράφει: «Ωκοδομήθη, εν έτει Α.Κ.Κ 6730, ήτοι Α.Χ 1212, υπό τινός Αρχιεπισκόπου Γρηγορίου, εντός βαθέως μονολίθου σπηλαίου, αξίου όντος επισκέψεως και παρατηρήσεως, ης η μικρά μεν αλλά λίαν κανονική και ωραία εκκλησία, λατομηθείσης της πέτρας κανωνικότατα, φαίνεται ότι ιδίως εκτίσθη υπό κτιστών. Έξω αυτής, προς το αριστερόν μέρος, υπάρχη πύλη τις, ήτις περικλείει βαθύτατον σπήλαιον, εις όπερ προ τινών ετών ή ο εν Πρεβέζη πρόξενος της Αγγλίας κ. Σάνδερ ή ο εν Ιωαννίνοις κ. Στούαρτ, εις δηλονότι εκ των δύο, ακολουθήσας την προς Θησέα συμβουλήν της Αριάνδης, εισήλθε περιπατήσας εν φωτί λαμπάδος ώρας τινάς, αλλά, μη εύρων τέρμα του σπηλαίου και φοβηθείς, επέστρεψε τη βοηθεία του μίτου, όθεν εισήλθε».

Το μοναστήρι όμως δεν ήταν μόνο τόπος λατρείας. Οι μοναχοί είχαν συνδέσει την παρουσία τους και με άλλα έργα, τα οποία διευκόλυναν τη ζωή των κατοίκων. Ο ηγούμενος Καλλίνικος το 1760 κατέβαλε όλα τα έξοδα για την κατασκευή γεφυριού στην τοποθεσία «Αρμπορισίου». Ο Ι. Λαμπρίδης στα «Ηπειρωτικά Μελετήματα» γράφει για τη μονή και την επίσκεψη σε αυτή του Άγγλου περιηγητή Ληκ: «Αξιοσημείωτος είναι και η της Κοιμήσεως μονή εις απόστασιν 1. ώρ. από Καλαρρύτης, εις ην προς της Βερολινείου συνθήκης υπήγετο, Κιπίνα, δ’ επονωμουμένη, δι’ άγνωστον ημίν λόγον. Κείται εντός σπηλαίου, ου μόνον το μέτωπον είναι εκτισμένον, ως το της Πελοποννήσου Μέγα Σπήλαιον, μικροσκοπικού όμως, προς εκείνο συγκρινόμενον, μεγέθους. Έχει μικράν εκκλησίαν και δύο σειράς κελίων, όπισθεν εκτείνεται εις απέραντον βάθος, ένθα και στήλοι σταλακτιτών. Σημειωτέον δε ότι ο Ληκ το χάσμα τούτο ηκολούθησεν επί 20’ μόνον. Επειδή ο αήρ από στιγμής εις στιγμήν καθίστατο ψυχρότερος και ομιχλώδης, η δε λαμπάς δυσκόλως διετηρείτο».

Μπορεί πολλοί να υποστηρίζουν ότι η Μονή Κηπίνας μοιάζει με το Μέγα Σπήλαιο, όμως ανάλογο κτίσμα συναντάμε στο Λεωνίδιο, όπου υπάρχει, σχεδόν σκαλισμένο σε βράχο, το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Σίτζας.

«Συντηρείται διά των ολίγων αγρών»

Η Κηπίνα, παρά την εντυπωσιακή θέση και το δέος που προκαλεί σε πιστούς και περιηγητές, ήταν και παραμένει φτωχή. Ο Π. Αραβαντινός γράφει σχετικά με αυτό: «Της Κεπίνης μονίδριον, κείμενον πλησίον των Καλαρρυτών, εις μέρος λίαν απότομον και δυσπρόσιτον, τιμάται επί τη Ζωοδόχω Πηγή και πτωχώς πως διά των ολίγων αγρών του συντηρείται».

Μπορεί βέβαια η πρόσβαση να μην ήταν εύκολη, αλλά συχνά η μονή δεχόταν «επισκέψεις» ληστών ή και Τούρκων. Έτσι, οι μοναχοί κατασκεύασαν μια ξύλινη γέφυρα, που συνέδεε το μονοπάτι με το κυρίως κτίσμα, την οποία ανέβαζαν με μανιβέλα, μετατρέποντάς τη σε πύλη, όπως ακριβώς είναι και σήμερα. Η «άμυνα» αυτή ήταν που απέτρεψε τα χειρότερα και ίσως να είναι από τα ελάχιστα μοναστήρια που δεν έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές. Ο Ν. Παπακώστας αναφέρει: «Και μόνον εν μοναστήριον, τετράωρον απέχον των Μελισσουργών, κτισθέν εντός σπηλαίου απροσίτου βράχου, η Ιερά Μονή Κηπίνης, Τιμωμένης εις μνήμην Κοιμήσεως της Θεοτόκου, εν τη περιφερεία Καλαρρυτών-Συρράκου, διέφυγε την καταστροφήν, ως απροσπέλαστον».

Η τοποθεσία που επιλέχτηκε για την ανέγερση της μονής ήταν φυσικό να προκαλεί δέος, αφού τα κτίσματά της είναι λαξευμένα στον βράχο, όπως και αυτό ακόμη το καθολικό της, στο οποίο κυριαρχούσε το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Δυστυχώς, όμως, το τέμπλο και οι σπάνιες εικόνες εκλάπησαν το 1997. Εκτός των εικόνων, η μονή έχασε και τα σπάνια βιβλία που είχε, τα οποία ο πρωθυπουργός και καθηγητής Ιστορίας Σπύρος Λάμπρου (1851-1919) είχε πάρει για να τα προστατέψει, και έκτοτε αγνοούνται.