Αρχική » Αλέξανδρος Καριώτογλου: «Τα Θρησκευτικά κινδυνεύουν από εμάς τους ίδιους»

Αλέξανδρος Καριώτογλου: «Τα Θρησκευτικά κινδυνεύουν από εμάς τους ίδιους»

από kivotos

Στον Γιώργη Ρήγα

 

Για «ταλιμπανιστές της θρησκείας» και για «ταλιμπανιστές της εκκοσμίκευσης και του Διαφωτισμού» κάνει λόγο στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» ο π. Αλέξανδρος Καριώτογλου, συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και σχολικά για όλες τις βαθμίδες. Με μακρά εμπειρία στην εκπαίδευση, καθώς αφυπηρέτησε από τη θέση του σχολικού συμβούλου, ο π. Αλέξανδρος στηλιτεύει τους «επαγγελματίες του είδους» θεολόγους, ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στην πρόταση που απέστειλε η Εκκλησία στην Πολιτεία για το μάθημα των Θρησκευτικών.

 

Πιστεύετε ότι η συζήτηση γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών έχει χαρακτηριστικά πολιτικής αντιπαράθεσης;

Από την εποχή που εισήχθη το μάθημα των Θρησκευτικών είναι σαφές ότι υπήρχε μια πολιτική σκοπιμότητα. Φαίνεται από την πορεία των πραγμάτων ότι η Πολιτεία το χρειαζόταν για δύο λόγους: Πρώτον, για να μην έρχεται σε σύγκρουση με τη διοικούσα Εκκλησία και, δεύτερον, για να διατηρεί τον έλεγχο των πολιτών, δημιουργώντας χρηστούς και υπάκουους σε αυτήν πολίτες. Αυτό φαίνεται από το ότι οι θεολόγοι στήριζαν αδιάλειπτα την επικρατούσα ιδεολογία του κράτους, νομίζοντας ότι ήταν η επιταγή της υπάκουης στο κράτος Εκκλησίας. Από τη δεκαετία του ’80, όταν άρχισαν πολλές αλλαγές στην κρατική μηχανή, το μάθημα και οι φορείς του βρέθηκαν σε ένα «κενό αποδοχής» τους. Πολύ περισσότερο επειδή χωρίς αμφιβολία το μάθημα έγινε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης από τους πολιτικούς. Και εξηγούμαι: Οι πολιτικοί που μέχρι τότε κυβερνούσαν θεωρούσαν αναγκαίο το μάθημα, όχι βέβαια για τον ίδιο λόγο που το θεωρεί η Εκκλησία, αλλά περισσότερο για τους αρχικούς λόγους που ανέφερα και, επιπλέον, γιατί η συμπόρευσή τους με την ιδέα του αναγκαίου του μαθήματος τους προσέθετε ψήφους από την πλευρά των πολιτών. Οι αντιπολιτευόμενοι και ελθόντες μετά στην εξουσία -μέχρι σήμερα- θα το ήθελαν εντελώς διαμορφωμένο, δήθεν κατά τα πρότυπα του δυτικού κόσμου, στην πραγματικότητα όμως επειδή τους διακατέχει το «σύνδρομο του Διαφωτισμού» και -καθώς νομίζουν- θα ήταν καλύτερο εάν πάψει να είναι κατηχητικό μάθημα. Όπου στην έννοια της κατήχησης βλέπουν και μια άλλου είδους ιδεολογική, ας πούμε, κατήχηση, η οποία -ομολογουμένως- δεν έπαυσε να υφίσταται μέχρι σήμερα.

Από τη συγγραφική και διδαχτική εμπειρία σας, τι είδους αλλαγές χρειάζεται το μάθημα;

Υπηρέτησα 37 χρόνια στην εκπαίδευση και είμαι από τους συγγραφείς τεσσάρων σχολικών βιβλίων, από τα οποία το ένα («Βήματα πίστης και ζωής») διδάσκεται μέχρι σήμερα στα Επαγγελματικά Λύκεια. Πρέπει να ομολογήσω ότι το μάθημα είναι στενά συνυφασμένο με την προσωπικότητα του διδάσκοντος. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα ξεκινάει από τις παραγωγικές σχολές των καθηγητών Θεολογίας, δηλαδή τις Θεολογικές Σχολές. Αν οι εν λόγω σχολές βγάζουν «επαγγελματίες του είδους», τότε το μάθημα είναι σχεδόν άχρηστο. Υπάρχουν καθηγητές -επιτρέψτε μου να το γνωρίζω από τα τελευταία τρία χρόνια που υπηρέτησα ως σχολικός σύμβουλος- οι οποίοι ενδιαφέρονται να μεταδώσουν το υλικό του μαθήματος μόνο γνωστικά, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν αυτοί οι ίδιοι, να αξιολογήσουν τον μαθητή με βάση τις γνώσεις τους και τίποτε άλλο. Στην περίπτωση αυτή τα παιδιά θεωρούν το μάθημα «άχθος» δυσβάσταχτο. Οι παιδαγωγικές γνώσεις των καθηγητών είναι ελάχιστες, όπως ακριβώς η θεολογική τους κατάρτιση στοιχειώδης. Βέβαια, δεν κάνω λόγο για τους χαρισματικούς θεολόγους, οι οποίοι γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και το κάνουν με θαυμαστά αποτελέσματα. Αποτελούν, όμως, την κραυγαλέα εξαίρεση. Ως προς τα βιβλία, είναι γραμμένα με βάση συγκεκριμένες οδηγίες του υπουργείου και, επομένως, οι συγγραφείς έχουν σαφείς δεσμεύσεις.

Μια πρόταση θα ήταν -την έχω κάνει πολλές φορές, αλλά δεν εισακούστηκα- να γράφονται βιβλία με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες της ηλικίας στην οποία απευθύνονται. Ένα παράδειγμα: Δεν μπορεί να διδάσκονται τα παιδιά της Α’ Γυμνασίου το προπατορικό αμάρτημα, ένα θέμα που έχει βαθύ θεολογικό νόημα, με προεκτάσεις στη ζωή του ανθρώπου, και το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων να διδάσκεται στη Γ’ Λυκείου, όπου οι μαθητές σχεδόν το έχουν ξεπεράσει. Στην περίπτωση μιας τέτοιας πρότασης μπορεί να ξεπεραστεί και το αίτημα για ένα πολιτιστικό ή θρησκειολογικό μάθημα… Και ποιος θεολόγος έχει την πρέπουσα θρησκειολογική κατάρτιση; Μεταβάλλεται σε ένα μάθημα ζωής, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη τα παιδιά και είναι, νομίζω, αυτό που θα ήθελε η Εκκλησία: Να δημιουργήσει ανθρώπους που σκέπτονται ελεύθερα, προβληματίζονται και δουλεύουν μέσα τους το ερώτημα της ύπαρξης, πέρα από συνταγές, αφού το Πνεύμα του Θεού «όπου θέλει πνει».

Δεν μπορεί να διδάσκονται τα παιδιά της Α’ Γυμνασίου το προπατορικό αμάρτημα, ένα θέμα που έχει βαθύ θεολογικό νόημα, με προεκτάσεις στη ζωή του ανθρώπου, και το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων να διδάσκεται στη Γ’ Λυκείου, όπου οι μαθητές σχεδόν το έχουν ξεπεράσει

Η πρόταση που απέστειλε η Εκκλησία στον υπουργό Παιδείας, Νίκο Φίλη, είναι προς αυτή την κατεύθυνση;

Μου προκαλεί εντύπωση που η πρόταση της Εκκλησίας παραμένει στο γνωσιολογικό μέρος και στην ανάγκη «επικαιροποίησης» της ύλης. Η πρόταση διακατέχεται από τον φόβο μη και το μάθημα έχει κατηχητικό χαρακτήρα και δεν δίνει απαντήσεις στο πρόβλημα της εμφάνισης θρησκευτικών διδασκαλιών ξένων από τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Έχει μάλλον γραφεί από επισκόπους που ποτέ δεν δίδαξαν και δεν έχουν έρθει σε επαφή με τις βαθύτερες αναζητήσεις των νέων μας. Τελειώνοντας, θα ήθελα να τους ρωτήσω τι θα έλεγαν στον μαθητή εκείνον που μπαίνοντας ως σχολικός σύμβουλος στην τάξη του στο τέλος του μαθήματος, που έκανα εγώ, εμφανίστηκε (δεν ήταν μέσα στην τάξη) κι όταν του είπα «Εμείς τελειώσαμε κι εσύ τώρα μπαίνεις μέσα;», μου απάντησε ότι ήταν απαλλαγμένος από το μάθημα των Θρησκευτικών, όντας Ορθόδοξος. Η απάντησή μου ήταν: «Και πολύ καλά κάνεις. Τώρα, όμως, που είσαι έφηβος, να αναζητάς πάντα την αλήθεια». Ύστερα από 20 μέρες η διευθύντρια με αναζήτησε και μου είπε ότι ένας μαθητής ζητούσε να πάω στο σχολείο γιατί με ήθελε. Την επομένη πήγα και μου έφερε τον μαθητή εκείνον, ο οποίος μου είπε ότι αυτό που του είχα πει πριν 20 μέρες δεν τον άφηνε ήσυχο και ήθελε να κουβεντιάσουμε για την αλήθεια, κάτι που έγινε με ενδιαφέρουσα συνέχεια.

Η γνώση, ο σχολαστικισμός και ο επιστημονισμός των Θεολογικών Σχολών και μεγάλου μέρους των θεολόγων, καθώς και οι μακριά από την πραγματικότητα προτάσεις της διοικούσας Εκκλησίας είναι χρήσιμα στοιχεία, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Χρειάζεται μετάνοια, αλλαγή πλεύσης δηλαδή, με παραδοχή των τεραστίων λαθών που έχουν γίνει. Ας ερωτώνται και κάποιοι που παραμένουν στη σιωπή τους… είναι πιο Ορθόδοξο και εκκλησιαστικό.

 

Στη συνεδρίαση που έκανε η Εκκλησία με τους θεολόγους ακούστηκε πως, αν δεν υπάρξουν γενναίες αλλαγές, κινδυνεύει το ίδιο το μάθημα. Κρίνετε πως είναι ορατός ένας τέτοιος κίνδυνος;

Το μάθημα δεν κινδυνεύει από εξωτερικούς παράγοντες, παρά μόνο από εμάς τους ίδιους. Αν οι παραγωγικές σχολές (τις οποίες η διοικούσα Εκκλησία δεν τις άγγιξε στις παρατηρήσεις της και στις προτάσεις της) δεν έχουν έγνοια να καταρτίζουν θεολόγους με εκκλησιαστικό και πατερικό φρόνημα, δηλαδή με ανοιχτότητα ως προς τον τρόπο που σκέφτονται και παιδαγωγικότητα ως προς τη μεθοδολογία τους, θα δεχόμαστε επικρίσεις και προτάσεις για αλλοίωση του μαθήματος, όπως θα το θέλουν κάποιοι. Δυστυχώς, το μάθημα πιέζεται από δύο πλευρές: τους «ταλιμπανιστές της θρησκείας» και τους «ταλιμπανιστές της εκκοσμίκευσης και του Διαφωτισμού». Χάθηκε ο δρόμος της «καμήλας», δηλαδή ο δρόμος της καταλλαγής και της «θεολογίας του αυτεξουσίου»;

 

Ο Αρχιεπίσκοπος στην ίδια συνάντηση αναφέρθηκε στο παράδειγμα της Γερμανίας, όπου οι καθηγητές πρέπει να έχουν άδεια διδασκαλίας και από την Εκκλησία. Ποια η άποψή σας για αυτό;

Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη του Αρχιεπισκόπου, όχι επειδή το λέει ο Αρχιεπίσκοπος, αλλά επειδή γνωρίζει ακριβώς τη σημασία μιας τέτοιας απόφασης. Μια τέτοια πρακτική θα έβαζε στο περιθώριο τους «επαγγελματίες του είδους». Αναρωτιέμαι αν είναι ο ίδιος έτοιμος να αντιμετωπίσει τις ενστάσεις των Θεολογικών Σχολών και του κράτους.

Η ηλικία των μαθητών του Γυμνασίου και του Λυκείου είναι τέτοια που δεν αντέχει να του διδάσκεις έναν Θεό τύραννο, αποκρουστικό, αυστηρό και τιμωρό. Άλλωστε, ο Θεός δεν είναι τίποτα από αυτά

Πώς πρέπει να μιλάμε στο παιδί για τον Θεό;

Δεν χρειάζονται μεγάλες φιλοσοφίες, τις οποίες είναι βέβαιο ότι θα αναζητήσει αργότερα, με την τριβή του σε κάθε περίσταση της ζωής του. Εκείνο που έχει ανάγκη είναι να διαπιστώσει πως ο ίδιος ο δάσκαλος φέρνει στην πράξη αυτά που διδάσκει. Όπως κι ο γονιός πετυχαίνει τον ρόλο του ως γονιού, αν είναι σταθερός στη σχέση του με το παιδί του και δίνει πρώτος το παράδειγμα. Η ηλικία των μαθητών του Γυμνασίου και του Λυκείου είναι τέτοια που δεν αντέχει να του διδάσκεις έναν Θεό τύραννο, αποκρουστικό, αυστηρό και τιμωρό. Άλλωστε, ο Θεός δεν είναι τίποτα από αυτά. Ο μεγάλος Δάσκαλος, ο Χριστός, ούτε αυστηρός ήταν, ούτε μελιστάλακτος. Δίδαξε την αληθινή σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον Θεό. Όταν οι μαθητές μου με ρωτούσαν «Πού είναι ο Θεός», τους απαντούσα ότι τον έβλεπα εκείνη τη στιγμή στα μάτια τους και στο πρόσωπό τους, γιατί -εξηγούσα- η καλύτερη εικόνα του Θεού είναι ο άνθρωπος. Σε αυτό δεν μου απαντούσαν, αλλά τους έβλεπα μόνο να στοχάζονται την απάντηση. Είναι το ίδιο που κάνω όταν μου φιλούν το χέρι και γυρίζω και τους φιλώ κι εγώ το δικό τους και, όταν με ρωτούν γιατί, παίρνουν την ίδια απάντηση: «Φιλώ το χέρι σας γιατί είστε εικόνες του Θεού». Ύστερα από μια τέτοια διαχείριση της διδασκαλικής ιδιότητας, τα παιδιά αρχίζουν να σκέφτονται. Σκέφτονται μήπως και τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα έχουν μάθει από το σπίτι τους ή από τους φίλους τους και τον κοινωνικό περίγυρο. Μια τέτοια ρήξη μέσα τους μπορεί να τους φέρει στην αναζήτηση της αλήθειας.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ