H Ελλαδική Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ανέπτυξε σημαντικό ρόλο σε όλη την επικράτεια. Πολλές φορές προστάτεψε τους κυνηγημένους, έσωσε πολλούς από τη μανία των Τούρκων και κράτησε ζωντανές τις παραδόσεις και τη γλώσσα. Και όταν ήρθε η ώρα της Επανάστασης, πρωτοστάτησε τόσο στην προετοιμασία όσο και καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Τα μοναστήρια έγιναν ορμητήρια των καπεταναίων, νοσοκομεία για τους τραυματίες, καταφύγια για τους κυνηγημένους. Έδωσαν χρήματα και τρόφιμα στους αγωνιστές και όπλισαν τους επαναστατημένους, ενώ εκατοντάδες ιερείς και μοναχοί εντάχθηκαν σε ένοπλες ομάδες και πήραν μέρος σε πολλές μάχες. Πολλοί σκοτώθηκαν και ακόμη περισσότεροι τραυματίστηκαν και φυλακίστηκαν. Επίσης πολλά μοναστήρια καταστράφηκαν, μία και δύο φορές, ειδικά την περίοδο του Ιμπραήμ. Και σαν να μην έφταναν αυτά, μετά την απελευθέρωση οι Βαυαροί αποφάσισαν να κλείσουν μοναστήρια. Ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματά του για τα μοναστήρια (κυρίως της Πελοποννήσου): «...αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας κι όλα τ’ αναγκαία του πολέμου. Ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους».

 

Η προσφορά της Εκκλησίας όπως την είδαν οι αγωνιστές του 1821

Στρατηγός Μακρυγιάννης

«...και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τούς είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον διά να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια. Ντροπή, Έλληνες!».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

«Σαν μια βροχή ήρθε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι γραμματισμένοι και οι έμποροι, όλοι συμφωνήσαμε στον ίδιο σκοπό και κάναμε την επανάσταση... Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν από όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών τους είναι εμφύλιος πόλεμος· ο εδικός μας πόλεμος ήτο πλέον δίκαιος. Ήτον έθνος με άλλον έθνος».

 

Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γαζής

«Η ημέρα (της Επανάστασης), την οποίαν επιθυμούσιν οι πατέρες μας να την ιδούν, έφθασε ... διά να λάμψη πάλιν ο Σταυρός και να λάβη πάλιν η Ελλάς ... την ελευθερίαν της... Ό,τι και αν εκάμαμεν ήτο έμπνευσις και έργον της Θείας Προνοίας».

 

Εμμανουήλ Ξάνθος

«Την επανάστασιν εκίνησαν και ενεψύχωσαν οι κληρικοί ... άνευ των οποίων ο λαός δεν ήθελε κινηθή...».

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης,

«Είναι καιρός ... να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον και να υψώσωμεν το σημείον, δι᾿ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την πατρίδα και την Ορθόδοξον ημών πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν».

 

Αδαμάντιος Κοραής

«Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή εμπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους. Οι Έλληνες πολέμησαν όχι μόνο υπέρ πατρίδος, αλλά και υπέρ πίστεως».

 

Ντομένικο Οριγκόνο, πρόξενος Ολλανδίας

«Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί, όπως διαδίδεται, οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών».

Προχωράμε στον περίφημο αφορισμό του Αλ. Υψηλάντη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Σε επιστολή του στον Θ. Κολοκοτρώνη τον Ιανουάριο του 1821, ο Αλ. Υψηλάντης αναφέρει: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας (Υψηλή Πύλη), σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου» («Ιστορία του Ελλ. Έθνους», τόμ. ΙΒ’, σ. 130β). Μόνο, λοιπόν, μετά τη γνώση αυτής της μαρτυρίας μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου του Ε’. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμιοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του σουλτάνου και όχι των Ρωμιών. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική επίδραση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη για το αγωνιζόμενο Έθνος (π. Γεώργ. Μεταλληνός). 

Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμιοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του σουλτάνου και όχι των Ρωμιών

Τη συμμετοχή κληρικών στη Φιλική Εταιρεία επισημαίνει ακόμα και ο Γ. Κορδάτος: «Οι Φιλικοί επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την οργανωμένην επανάστασιν και δι’ αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους κληρικούς». 

Από το 1818 μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία σχεδόν όλοι οι αρχιερείς της Πελοποννήσου, κάτι που αναγκάζεται να παραδεχθεί ο Σκαρίμπας: «Η Φιλική Εταιρεία στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες» («Το Εικοσιένα και η αλήθεια», τ. Α’, σ. 59, και Β’, σ. 93).

Ένα από τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήταν, κατά τον Σπηλιάδη, ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος, ο γνωστός Παπαφλέσσας («Απομν. Σπηλιάδου», Τόμος Α’, Αθήνησι 1851, σελ. 4). Κοντά στα γεγονότα, ο Σπηλιάδης αναφέρει μάλιστα ότι «συγκαταλέγοντο ήδη μεταξύ αυτών (Φιλικών) και Πατριάρχαι και Αρχιερείς και προεστώτες πολιτικοί των επαρχιών και πολεμικοί αρχηγοί» (αυτ.).

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε δύο εκ των εκατοντάδων Εθνομαρτύρων Κληρικών, που προσέφεραν το αίμα τους για την ελευθερία της πατρίδος. Πρόκειται για τον Επίσκοπο Σαλώνων (Άμφισσας) Ησαΐα, ο οποίος ήταν αδελφός της Ι.Μ. Οσίου Λουκά και σκοτώθηκε πολεμώντας στη μάχη της Χαλκομάτας μαζί με τον αδελφό του, παπα-Γιάννη, έγγαμο κληρικό και πατέρα πολλών τέκνων, καθώς και για τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος ήταν διάκονος. Στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Λιβαδειάς σώζεται ο σταυρός στον οποίο ορκίστηκε για «του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία».

Στις πηγές αναφέρονται επώνυμα 73 αρχιερείς που έλαβαν ενεργό μέρος στον Εθνικό Αγώνα. Σαράντα δύο αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (ο Γρηγόριος Ε’ και ο Κύριλλος ΣΤ’) και 45 αρχιερείς (μητροπολίτες) εκτελέστηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ, οι κληρικοί που σκοτώθηκαν στον Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000.

Στις πηγές αναφέρονται επώνυμα 73 αρχιερείς που έλαβαν ενεργό μέρος στον Εθνικό Αγώνα

Υπάρχει όμως και η μαρτυρία των Τούρκων ιστορικών για τη δράση του Ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ’21 . Έτσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον Κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους». Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των μητροπολιτών, των παπάδων, των δημογερόντων» (π. Γεώργ. Μεταλληνός).

Το Κρυφό Σχολειό

Για πολλούς η ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού θεωρείται μύθος ή θρύλος. Το θέμα είναι ανεξάντλητο και δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε όλες του τις διαστάσεις στο πλαίσιο αυτού του ενοριακού εντύπου. Ωστόσο, πολλοί ιστορικοί διά της αναδείξεως του εν λόγω «θρύλου» παρουσιάζουν μια εξωραϊσμένη κατάσταση για τα της Παιδείας κατά την τουρκοκρατία. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι δεν υπήρχε καμία νομική διάταξη από πλευράς Οθωμανών που να απαγορεύει την ίδρυση σχολείων. Όμως η κατάσταση από πλευράς μορφώσεως ήταν απελπιστική. Ελάχιστα σχολεία υπήρχαν και σε αυτά είχαν πρόσβαση μόνο οι «κατέχοντες», ενώ, αν μελετήσει κανείς τα απομνημονεύματα των αγωνιστών, θα διαπιστώσει ότι ούτε οι μεγαλοκοτζαμπάσηδες ήξεραν γράμματα. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η Εκκλησία συνέβαλε μαθαίνοντας στους Έλληνες έστω μερικά κολλυβογράμματα διά των λειτουργικών της βιβλίων. Χαρακτηριστικά, ο Φωτάκος, που ήταν υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, αναφέρει στα απομνημονεύματά του: «Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν διά την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα και ολίγην αριθμητικήν, ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου, ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους» (Φωτάκου, «Απομνημονεύματα»).

Στο θέμα αναφέρεται και ο γνωστός ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος: «Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και διά τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσι τόσων αμέσων αναγκών, που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη» (Δ. Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις», Τόμος 1, Αθήναι 1976, σ. 21).

Σε όσους συνεχίζουν να σχετικοποιούν τη συμβολή της Εκκλησίας στον Αγώνα θα πρέπει να υπενθυμίσουμε το νέφος των Νεομαρτύρων, τον απαγχονισμό του Πατριάρχη, τη συμβολή των Φαναριωτών και τη μαρτυρία των ίδιων των αγωνιστών. Η αναδίφηση στα απομνημονεύματά τους παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκτός αν κι αυτά είναι «μύθοι»!

Ας αφήσουμε την τελευταία λέξη στον κορυφαίο Έλληνα ιστορικό Νίκο Σβορώνο: «Οι αξιόλογες προσπάθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εκπαίδευση, η οποία στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της, με μοναδικούς δασκάλους τους μοναχούς και τον κατώτερο κλήρο (στα σχολεία που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια ως την κάποιαν ανώτερη παιδεία των διαφόρων μητροπόλεων και της Πατριαρχικής Ακαδημίας, που ίδρυσε αμέσως μετά την Άλωση ο Γεννάδιος και αναδιοργάνωναν οι διάδοχοί του), οι αγώνες για τη διαφύλαξη της Χριστιανικής πίστης και την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, τα μέτρα για το σταμάτημα των εξισλαμισμών αποτελούν θεμελιακή συμβολή για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Οι Νεομάρτυρες, συχνό φαινόμενο της εποχής, που δέχονται τον μαρτυρικό θάνατο για τη χριστιανική τους πίστη, είναι συγχρόνως και οι πρώτοι εθνικοί ήρωες του νέου ελληνισμού (...). Άλλωστε, στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας η Εκκλησία όχι μόνο δεν αντιτίθεται στα απελευθερωτικά κινήματα από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, αλλά συχνά συμμετέχη ενεργά και πολλές φορές τα κατευθύνει».

Η Ιστορία της Εκκλησίας και του Έθνους μας γράφτηκε με αίμα και δάκρυα, υφάνθηκε με προσευχή, αυταπάρνηση, θυσία, θάρρος, αποφασιστικότητα, αρετή και δικαιοσύνη.

Η Εκκλησία μας προσέφερε κι αυτή τη δική της προσφορά, τη δική της «αρτοκλασία» στο πανηγύρι της Παλλιγγενεσίας, προσέφερε ως άρτους τα σώματα των ηρώων τέκνων της, Ιεραρχών, Ιερέων, Ιερομονάχων και Μοναχών, ως οίνο το αίμα τους, ως έλαιον την πίστη και την ελπίδα.

Με αυτά συνεχίζει να χορταίνει σήμερα τους «εκζητούντες τον Κύριον», τους εκζητούντες την ελευθερία των τέκνων του Θεού και την ελευθερία του Γένους.

Η δράση των κληρικών

Η δράση της Εκκλησίας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας άλλοτε επαινέθηκε και άλλοτε επικρίθηκε. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Κλήρος -όλων των βαθμίδων- συνέβαλε τα μέγιστα για να διατηρηθούν η πίστη, η γλώσσα και οι παραδόσεις του λαού. Πολλοί αρχιερείς συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του 1821, ενώ και καθ’ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς οργάνωσαν πολλά κινήματα κατά των Τούρκων, τα οποία μπορεί να μην πέτυχαν, κράτησαν όμως ζωντανή την ελπίδα για το «μεγάλο βήμα του Γένους».

- Το 1575 κήρυξε επανάσταση στη Μάνη ο Αρχιεπίσκοπος Επιδαύρου Μακάριος Μελισίδης.

- Το 1600 και το 1609 ο Μητροπολίτης Τρικάλων Διονύσιος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος επαναστάτησε κατά των Τούρκων, για να συλληφθεί και να βρει μαρτυρικό θάνατο στα Γιάννινα το 1611.

- Το 1684 ο Μητροπολίτης Άμφισσας Φιλόθεος σήκωσε τα όπλα κατά των Τούρκων στην Κόρινθο, με ένοπλο σώμα που συγκρότησε ο ίδιος. Στη μάχη που ακολούθησε τραυματίστηκε θανάσιμα.

- Την ίδια χρονιά, ο Μητροπολίτης Κεφαλλη­νίας Τιμόθεος Τυπάλδος συγκρότησε επίσης επανα­στατικό σώμα με 150 κληρικούς και πήρε μέρος σε όλες τις απελευθερωτικές προσπάθειες που γίνονταν εκείνη την περίοδο στο νησί.

- Το 1770 ο Μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος στο Αίγιο και ο Μητροπολίτης Μακάριος Νοταράς στην Κόρινθο ανέλαβαν αντιστασιακή δράση κατά των Τούρκων.

- Το 1793, ο Άνθιμος Αργυρόπουλος ίδρυσε στο ορεινό, απροσπέλαστο χωριό των Θεοδώριανων, στην Άρτα, ένα μοναστήρι και σχολείο, για να μορφώνονται τα παιδιά. Όταν ο Αλή πασάς κατάφερε μετά από αλλεπάλληλες πολιορκίες, αλλά και προδοσία, να υποτάξει το ηρωικό Σούλι, πολλοί αγωνιστές έφυγαν κυνηγημένοι στα γύρω χωριά. Τότε οι Μποτσαραίοι βρήκαν καταφύγιο στη μονή του Αργυρόπουλου, ο οποίος τους περιέθαλψε.

Όταν ο Αλή πασάς έμαθε για τις δραστηριότητες του ιερομόναχου, τον συνέλαβε, τον αλυσόδεσε και τον έκλεισε για 18 χρόνια, όπως λέγεται, σε σκοτεινό μπουντρούμι, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την όρασή του. Μετά από θερμές παρακλήσεις ισχυρών οπλαρχηγών, ο Αργυρόπουλος απελευθερώθηκε και πήγε στην Κέρκυρα, όπου γνώρισε και συνδέθηκε φιλικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στη συνέχεια, πήγε στη Ζάκυνθο ως εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εκεί ορκίστηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά, τον υπεύθυνο της Αόρατης Αρχής. Από τότε άρχισε συστηματικά να στρατολογεί και να ορκίζει τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης, μεταξύ των οποίων και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο, κυνηγημένος από τους Τούρκους. Όρκισε ακόμη τον Διονύσιο Σολωμό, καθώς και άλλους αγωνιστές της Επανάστασης, όπως τον Νικηταρά και τον Πετμεζά.

Στο βιβλίο «Μνήμη του Σουλίου», ο Βασίλης Κραψίτης γράφει: «Ο Διονύσιος Σολωμός έδωκε τον όρκο του Φιλικού μπροστά στον θρυλικό μονόφθαλμο Ηπειρώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Αργυρόπουλο, εφημέριο τότε του ναού, που είχε ορκίσει όλους σχεδόν τους Φιλικούς που μυήθηκαν στη Ζάκυνθο, ντόπιους και ξένους, που ζούσαν τότε εκεί…». Ο Αργυρόπουλος πέθανε τυφλός στη Ζάκυνθο, στις 20 Ιανουαρίου 1847, χωρίς να προλάβει να δει την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Άρτα, ελεύθερη, καθώς απελευθερώθηκε το 1881.

Εκτός αυτών των περιστατικών, που αποτέλεσαν το προοίμιο όλων των απελευθερωτικών προσπαθειών που ακολούθησαν, οι Μητροπολίτες Σαλώνων Τιμόθεος, Θη­βών Ιερόθεος, Λάρισας Μακάριος και Εύβοιας Αμβρόσιος συντηρούσαν οι ίδιοι ένοπλα σώματα, των οποίων ήταν οπλαρχηγοί. Οπλαρχηγός και επικεφαλής των αρματολών των Χασίων ήταν και ο θρυλικός Παπαβλαχάχας, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Ειδική αναφορά γίνεται από τους ιστορικούς στον νεαρό διάκο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, Νικηφόρο Ρωμανίδη, ο οποίος, αφού χειροτονήθη­κε ιερέας, υπηρέτησε την Επανάσταση υπό τις διαταγές του Ανδρέα Μιαούλη.

Το ράσο στη μάχη

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, πολλοί αρχιερείς και ιερείς συμμετείχαν ενεργά σε ένοπλα σώματα, ενώ πολλά μοναστήρια εξελίχθηκαν σε κέντρα εξορμήσεων κατά των Τούρκων:

- Ο Ιερομόναχος Σεραφείμ, από το Φανάρι Θεσσαλίας, ηγήθηκε της επανάστασης των Αγραφιωτών.

- Ο Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας ήταν αυτός που κήρυξε την επανά­σταση στις 27/3/1821 στην περιφέρειά του, μέσα στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά Βοιω­τίας.

- Η Μονή του Οσίου Λουκά, μετά τη σύ­σκεψη του Δεσπότη Σαλώνων, στα μέσα Μαρτίου του 1821, με τους οπλαρχηγούς της περιφέρειας, Αθ. Διάκο κ.ά., έγινε επαναστατικό κέντρο και χώρος κατασκευής φυσεκιών.

- Στην ίδια περιοχή και στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Πέτρας είχε στήσει το στρατηγείο του ο Δημήτριος.

- Λίγο πιο δυτικά, ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης Γεώργιος Καραϊ­σκάκης είχε ως ορμητήριό του τη Μονή Προυσού της Ευρυτανίας.

- Το Μοναστήρι του Ομπλού Πατρών ήταν στρατηγείο των επαναστατών της περιοχής.

- Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκίνησε τον απελευθερωτικό αγώνα του από την εκκλησία. Μέσα στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου έλαβε το πολεμικό ξίφος από τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν Κωστάκη, ο οποίος ευλόγησε και τη σημαία του αγώνα του.

- Ο Χρύσανθος Πηγάς, Μητροπολίτης Μο­νεμβασίας και Καλαμάτας, το 1819 μπήκε στη Φιλική Εταιρεία και εργάστηκε εντατικά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψή του από τους Τούρκους και τον εγκλεισμό του στις Φυλακές της Τρίπολης, όπου μαζί με άλλους μητροπολίτες πέθανε από τις κακου­χίες.

Πιο συγκεκριμένα, ενεργό μέρος στον Αγώνα αναφέρονται ότι έλαβαν:

Από τους αρχιερείς της Πελοποννήσου οι: Παλαιών Πατρών Γερμανός, Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, Δαμαλών Ιωνάς, Έλους Άνθιμος, Κερνίτσης Προκόπιος, Κορίνθου Κύριλλος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Τριπολιτζάς Δανιήλ, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Λακεδαιμονίας Χρύσανθος, πρ. Τριπολιτσάς Διονύσιος, Μαΐνης Νεόφυτος, Μαΐνης Ιωσήφ, Μαλτζίνης Ιωακείμ, Χαριουπόλεως Βησσαρίων, Ζαρνάτας Γαβριήλ, Ανδρουβίτσας Θεόκλητος, Πλάτζης Ιερεμίας, Καρυουπόλεως Κύριλλος, Μηλέας Ιωσήφ. Από τους αρχιερείς της Στερεάς Ελλάδας οι: Αθηνών Διονύσιος, Ταλαντίου Νεόφυτος, Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεος, Θηβών Παΐσιος, Λιδωρικίου Ιωαννίκιος, Μενδενίτσης, Γρηγόριος, Μενδενίτσης Διονύσιος. Από τους αρχιερείς των νήσων Αιγαίου Πελάγους οι: Καρύστου Νεόφυτος, Παροναξίας Ιερόθεος, Σάμου Κύριλλος, Χίου Δανιήλ, Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιος, Σκύρου Γρηγόριος, Αιγίνης, Πόρου και Ύδρας Γεράσιμος, Άνδρου Διονύσιος,Τζιας και Θερμίων Νικόδημος.

Για τους παραπάνω αρχιερείς όμως ο δύσπιστος επικριτής θα μπορούσε να αντιτείνει ότι όλοι αυτοί ή, έστω, οι περισσότεροι ξεσηκώθηκαν και συμμετείχαν στην Επανά­σταση κάτω από το «ζορμπαλίκι» των ελληνικών γιαταγανιών. Αν είναι δυνατόν! Αλλά και εάν υποτεθεί ότι αυτή είναι η αλήθεια, τι θα μπορούσε να ισχυρισθεί για έναν άλλο αριθμό αρχιερέων, οι οποίοι, επειδή στις επαρχίες τους δεν είχε εκδηλω­θεί ή δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει η επανάσταση, δεν δίστασαν να εγκαταλείψουν τους θρόνους και τις τιμές τους, για να σπεύσουν, αυτόκλητοι, όπου υπήρχαν επαναστατικές εστίες και μάλιστα προς την αγωνιζόμενη Νότια Ελλάδα, για να συμμε­τάσχουν στον αγώνα αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού;

Έτσι, βλέπουμε να σπεύδουν προς τις επαναστατημένες περιοχές αρχιερείς από διάφορα μέρη και με κάθε τρόπο να συμπράττουν για τον κοινό σκοπό. Πιο συγκεκριμένα: Από τη Θεσσαλία οι: Πρ. Λαρίσης Κύριλλος, Δημητριάδος Αθανάσιος, Δημητριάδος Παρθένιος, Σταγών Αμβρόσιος, Φαναριοφαρσάλων Γεράσιμος. Από την Ήπειρο οι: Πρ. Άρτης και Ναυπάκτου Πορφύριος, πρ. Παραμυθιάς Προκόπιος, πρ. Παραμυθιάς Αμβρόσιος, Περιστεράς Λεόντιος, πρ. Ρωγών Μακάριος. Από τη Μακεδονία οι: Αρδαμερίου Ιγνάτιος, Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριος, Σιατίστης Ιωαννίκιος. Από τη Θράκη οι: Μετρών Μελέτιος, Σηλυβρίας Μακάριος, Παμφίλου Κύριλλος, Θεοδωρουπόλεως Άνθιμος. Από τη Μικρά Ασία οι: Μοσχονησίων Βαρθολομαίος, πρ. Αγκύρας Αγαθάγγελος, Μυρρίνης Σωφρόνιος, Ελαίας Παΐσιος, Κομάνων Αγαθάγγελος.

Τέλος, για να κλείσει όλο αυτό το «νέφος» των γνωστών αγωνιστών ιεραρχών, θα πρέπει να περιληφθούν ακόμα οι: Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, Μολδοβλαχίας Βενιαμίν, Μεθώνης Γρηγόριος, Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιος, Πλαταμώνος Γεράσιμος, Μαρώνειας Κωνστάντιος και Σωζοπόλεως Παΐσιος, Αδριανουπόλεως Γεράσιμος, Βιζύης Ιωάσαφ, Αγαθουπόλεως Ιωσήφ, Βάρνας Φιλόθεος και Ευδοκιάδος Γρηγόριος.

Εκτός των αρχιερέων που έδρασαν στην ελληνική επικράτεια, σημαντική ήταν η δράση και πολλών που ζούσαν «κάτω από τη μύτη του σουλτάνου»: Οι Πατριάρχες: Ευγένιος, Άνθιμος, Χρύσανθος και Αγαθάγγελος, οι Αρχιερείς Χαλκηδόνος Άνθιμος, Νικομήδειας Πανάρετος, Δέρκων Ιερεμίας, Θεσσαλονίκης Ματθαίος, Μυτιλήνης Καλλίνικος, Σμύρνης Παΐσιος, Εφέσου Μακάριος, Δέρκων Νικηφόρος, Προύσης Νικόδημος, Σβορνικίου Γαβριήλ, Αδριανουπόλεως Γεράσιμος, Ηρακλείας Ιγνάτιος, Τορνόβου Ιλαρίων, Ρασκοπρεσρένης Ζαχαρίας, Βιζύης Ιωάσαφ, Φιλιππουπόλεως Σαμουήλ, Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος, Αγαθουπόλεως Ιωσήφ, Βάρνας Φιλόθεος, Ρόδου Αγάπιος, Ιωαννίνων Γαβριήλ, Άρτης Άνθιμος, Ευδοκιάδος Γρηγόριος, πρ. Ελασσόνος Σαμουήλ, Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Ευρίπου Γρηγόριος, Σερρών Χρύσανθος, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Ανδρούσης Ιωσήφ, Κορίνθου Κύριλλος, Βιδύνης Γερμανός, Λαρίσης Μελέτιος, Αρκαδίας (Κρήτης) Νεόφυτος, Διδυμοτείχου Καλλίνικος, Μυριοφύτου Σεραφείμ, Νύσσης Ιωσήφ και πρ. Μήλου Διονύσιος.

Μεγάλος είναι ο αριθμός των ηγετών της Εκκλησίας που θυσιάστηκαν για τον Αγώνα: Οι Πατριάρχες Γρηγόριος Ε’ και Κύριλλος ΣΤ’. Οι Αρχιερείς: Εφέσου Διονύσιος, Αγχιάλου Ευγένιος, Νικομηδείας Αθανάσιος, Τορνόβου Ιωαννίκιος, Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Δέρκων Γρηγόριος, Σωζοπόλεως Παΐσιος, Μαρωνείας Κωνστάντιος, Γάνου και Χώρας Γεράσιμος, Μυριοφύτου και Περιστάσεως Νεόφυτος, Σαμμακοβίου Ιγνάτιος, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος, Ωλένης Φιλάρετος, Δημητσάνης Φιλόθεος, Κορώνης Γρηγόριος, Μεθώνης Γρηγόριος, Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Λαρίσης Πολύκαρπος, Λαρίσης Κύριλλος, Γηρομερίου Αγαθάγγελος, Κίτρους Μελέτιος, Ιερισσού και Αγ. Όρους Ιγνάτιος, Πλαταμώνος Γεράσιμος, Χίου Πλάτων, Κύπρου Κυπριανός, Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος, Κυρηνείας Λαυρέντιος, Κρήτης Γεράσιμος, Κνωσού Νεόφυτος, Χερσονήσου Ιωακείμ, Ρεθύμνης Γεράσιμος, Κυδωνίας Καλλίνικος, Λάμπης Ιερόθεος, Πέτρας Ιωακείμ, Σητείας Ζαχαρίας, Κισσάμου Μελχισεδέκ, Διουπόλεως Καλλίνικος.

Από τους 200 αρχιερείς που υπήρχαν σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατο­ρία, ενεργό μέρος στον Αγώνα, επώνυμα και αδιαμφισβήτητα, μαρτυρούνται να έλαβαν 73 ιεράρχες, δηλαδή ποσοστό 36,5%. Επίσης, δοκιμάστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν 42 αρχιερείς, δηλαδή ποσοστό 21,0%, και μαρτυρείται ότι θυσιάστηκαν για την ελευθερία, είτε με βασανιστήρια και θανάτωση από τους Τούρκους είτε στις πολεμικές συρράξεις, 45 αρχιερείς, δηλαδή ποσοστό 22,5%. Συγκεντρωτικά, λοιπόν, έχουμε: α) Ποσοστό αγωνιστών ιεραρχών 36,5%. β) Ποσοστό μαρτύρων ιεραρχών 21,0%. γ) Ποσοστό θυμάτων ιεραρχών 22,5%.

Οι πηγές για την θυσία των απλών ιερέων

Εκτός των γνωστών αρχιερέων, που έγραψαν τη δική τους, ξεχωριστή ιστορία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, είναι και οι εκατοντάδες απλοί ιερείς, αλλά και οι μοναχοί, που αγωνίστηκαν κατά των Τούρκων. Μάλιστα, μετά το τέλος της Επανάστασης, η «πατρίς ευγνωμονούσα» τους κατέγραψε βάσει των εκθέσεων που υπέγραψαν οι πρωταγωνιστές του αγώνα των Ελλήνων και οι οποίες σήμερα υπάρχουν στα αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Σημαντικά στοιχεία για αυτές αναφέρονται στο βιβλίο του Δημητρίου Γ. Πανόπουλου «Ο Κλήρος στην Εθνεγερσία του 1821» (Εκδόσεις Περί Τεχνών).

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης έγραψαν για τον ιερέα Αντώνιο Αναγνωστόπουλο από την Κυπαρισσία: «Πιστοποιούμεν ότι ο Αιδεσιμότατος Παπά κυρ Αντώνιος Αναγνωστόπουλος, εκ Κυπαρισσίας, άμα ήρχισεν ο υπέρ ελευθερίας Ελληνικός αγών, δράξας τα όπλα και τον σταυρόν εις χείρας, έδραμεν εις διαφόρους μάχας, άλλοτε εκτελών τα ιερά του καθήκοντα εις τους στρατούς, άλλοτε εγκαρδιώνων και άλλοτε πολεμών. Ιδίως δε εις τας μάχας του λάλα Δράμαλη, της πολυορκίας του Νεοκάστρου, του αποκλεισμού των Ναυαρίνων από του Ιμπραΐμη Πασσά, της Δραμπάλας και άλλων». Εν Αθήναις, την 18ην Ιανουαρίου 1844. Άλλοι οπλαρχηγοί, δίνοντας και άλλες λεπτομέρειες για την εξέλιξη της Επανάστασης, αναφέρουν για τον ιερέα Αναγνωστόπουλο: «... ο ιερεύς Αντώνιος Αναγνωστόπουλος ... από του 1821 έτους τον Ιανουάριον, όταν οι αείμνηστοι και μακάριοι αρχιερείς Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ και Χριστιανουπόλεως Γερμανός μετάβησαν εις Πάτρας και εκείθεν εις την μονήν Αγίας Λαύρας, συμμετέβη μετ’ αυτών...».

Ο ιερέας Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, από το χωριό Θεολόγος της Σπάρτης, ήταν εκ των πρωταγωνιστών σε πολλές μάχες. Ο οπλαρχηγός Π. Βαρβιτσιώτης διαβεβαίωσε με επιστολή του την «Επιτροπή Εκδουλεύσεων και Θυσιών» για τη δράση του: «Πιστοποιώ ότι ο εκ του χωρίου Θεολόγου του δήμου Σελλασίας Παναγιώτης ιερεύς Γιαννακόπουλος, άμα ήρξατο ο περί ανεξαρτησίας Ιερός Αγών του 1821, λαβών τα όπλα εις χείρας του, ετέθη υπό τας διαταγάς μου, παρευρέθη μαχόμενος μετ’ ενθουσιασμού και ζήλου εις τας μάχας Φραγκοβρυσίου, Βαλτετσίου, Δολιανών, Βερβένου, Τρίκορφου μέχρι αλώσεως του φρουρίου Τριπόλεως και εις λοιπάς της Πελοποννήσου μάχας...».

Ο πλοίαρχος Γκίκας Ιωάννου Ψεύτης έγραψε στην επιστολή του για τον ιερέα Γεώργιο Μαρινιώτη-Παπαγιώργη: «Ο υποφαινόμενος, διευθυντής του πολεμικού πλοίου “Κίμων”, κατά την διάρκεια του θαλασσίου αγώνος μας πιστοποιώ ότι εντός του πλοίου μου αυτού ήλθεν αυθόρμητα ο εφημέριος του ναού “Ο Άγιος Παντελεήμων”, παππά Γεώργιος από το χωρίον Κορακοβούνι της Λακωνίας, γεννημένος εις Ύδραν, ηγωνίσθη μεθ’ ημών εις τας ακολούθους ναυμαχίας: Τω 1821: εις την εκστρατείαν προς το Φρούριον του Ναυπλίου, εις εκστρατείαν κατά την Ναύπακτον και εις την εκστρατείαν της Σάμου. Τω 1822: εις την εκστρατείαν προς το Μεσολόγγιον. Εις την εκστρατείαν κατά την Μυτιλήνην. Τω 1823: εις την εκστρατείαν κατά τον Ελλήσποντον. Εις την Σούδαν. Τω 1824: Εις την εκστρατείαν “εις Ψαρά, εις Κω, εις Κάλυμνον και Γέροντα, εις Γαϊδουρονήσι, εις Καραβουρνά και εις Κρήτην”, εις όλας τας ανωτέρω ναυμαχίας, ευρισκόμενος εντός του πλοίου μου ηγωνίσθη και ενθαρρύνων τους ναύτας διά των ευχών και θρησκευτικών του λόγων εχρησίμευσε σημαντικά, όχι μόνον εντός του πλοίου μου, αλλά καθ’ όλον το διαληφθέν διάστημα, θεωρούμενος ως συμπολίτης Υδραίος, και σεβόμενος παρ’ όλων ενάρετος ιερεύς εχρησίμευσε πολλάκις και εις λοιπά πολεμικά πλοία. Ομολογώ προσέτι ότι ο ιερεύς ούτος ηκολούθησεν εις μνησθέν διάστημα από καθαρόν ζήλον, πατριωτικόν και θρησκευτικόν».

Οι κορυφαίοι οπλαρχηγοί Κανέλλος Δεληγιάννης, Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς Σταματελόπουλος και Δ. Πλαπούτας υπέγραψαν για τον ιερέα Σταμάτιο Σακελλαρίδη: «Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι οπλαρχηγοί ότι ο εκ χωρίου Κασίμι του δήμου Μεγαλουπόλεως κύριος Σακελλάριος Σταμάτιος υπηρέτησε Στρατιωτικώς την πατρίδα απ’ αρχής μέχρι τέλους του υπέρ ανεξαρτησίας ιερού αγώνος, παρευρεθείς εις διαφόρους κατά των εχθρών μάχας, όπου και επληγώθη κατά την χείρα. Η δε οικογένειά του ηχμαλωτίσθη υπό των Αράβων. Εκτός των διαφόρων ατομικών εκδουλεύσεών του, διακρινόμενος μεταξύ των συγχωριανών του και απολαύων την υπόληψιν και το σέβας αυτών, συνετέλη να εκστρατεύωσι ούτοι προθύμως και γενικώς κατά των εχθρών ενθαρρύνων αυτούς και με λόγον και με χρηματικάς βοηθείας, αναλόγως της καταστάσεώς των».

Σημαντική ήταν η προσφορά του ιερέα Θωμά Γεωργίου, για τον οποίο οπλαρχηγοί όπως ο Κριεζώτης και ο Διοβουνιώτης έγραψαν: «Ο κ. Παπαθωμάς, πρόκρητος από το χωρίον Κακόσι (Θήβα), απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος και αυτός οπλισθείς, μάλιστα φέρον μεθ’ εαυτού και όλους τους εκ της πολυαρίθμου οικογενείας του, εδούλευσε την πατρίδα με προθυμίαν και μ’ όλον τον πατριωτικόν ζήλον, κατ’ εξοχήν εις την εποχήν του μακαρίτου Οδυσσέως πραγματικώς απέδειξεν κατά τούτο, συμαντικάς προς την πατρίδα, αίτινες γνωστές είναι τοις πάσι, εκδουλεύσεις. Ηδη δε, μείνας άπορος, υστερούμενος (όσον) και τον επιούσιον άρτον, διά την στέρησιν και αυτής της ιερωσύνης του...».

 

Ο Επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός

Για τον ρόλο του Παλαιών Πατρών Γερμανού, οι Ζαΐμης, Λόντος, Φωτήλας και Χαραλάμπης ανέφεραν σε επιστολή τους προς επιτροπή: «Διά του παρόντος ενδεικτικού γράμματος, γίνεται δήλον ότι ο Πανιερώτατος μητροπολίτης άγιος Π. Πατρών κύριος Γερμανός, ζήλω πάντοτε κινούμενος υπέρ ελευθερίας της πατρίδος, ουκ επαύσατο ανέκαθεν συνεργών υπέρ των κοινή συμφερόντων του γένους μας και λόγοις και έργοις και αναλώμασιν ιδίοις, εις τοις πάσι γνωστόν, μετά δε την επανάστασιν ου μόνον υστερήθη όλης της περιουσίας του, ικανής ποσότητος ούσης, αλλά και εις πολλάς περιστάσεις διεκινδύνευσε και αυτήν την ζωήν. αφ’ ου δε κατεπυροβολήθη υπό των εχθρών η πόλις των Πατρών και άπαντες οι κάτοικοι αυτής της πόλεως διεσκορπίστησαν ένθεν κακείθεν, μόνος η Πανιερώτης του εσύστησε στράτευμα εις της επαρχίας ταύτης των Πατρών και το οικονόμησεν εξ ιδίων του εις διάστημα πέντε περίπου ημερών και μετά του κ. Ανδρέα Ζαΐμη, αρχηγού του στρατεύματος των Καλαβρύτων, εφύλαξαν την πολιορκίαν του φρουρίου των Πατρών, εστρατοπεδευμένοι εις τα μοναστήρια του Ομπλού και του Μπαμπιώτου και εις το Σαραβάλη, μέχρις ότου, προσκεκλημένος παρά πάντων των προκρίτων της Πελοποννήσου, μετέβη εις τα Τρίκορφα και συγκαταρριθμήθη μέλος εις την τότε εν Καλτέζαις συστηθείσαν Πελοποννησιακήν Γερουσίαν, μετά δε ταύτα, εις την πρώτην εθνικήν συνέλευσιν εκλεχθείς ως μέλος παραστατικόν της Πελοποννήσου, συμπεριφέρετο μετά των λοιπών χωρίς να λάβη ουδέν παρά της πατρίδος ένεκα των εξόδων του, όθεν εις ένδειξιν της αληθείας ταύτης υπεγράφη το παρόν».

 

Ο Ιγνάτιος, Επίσκοπος Άρτης και Ναυπακτίας

Τον Ιούνιο του 1865, ο ανιψιός του Δεσπότη Άρτης Ιγνάτιου, Νικόλαος Μαγκανάς, στην αναφορά του προς την επιτροπή έγραψε για τον ιεράρχη: «Ο αρχιερεύς Ιγνάτιος Ναυπακτίας και Άρτης και μετέπειτα Ουγγαροβλαχίας, πρώτος θείος μου, αποβιώσας κατά το έτος 1829 εις Πίζαν της Τοσκάνης, δικαίως κληρονομείται παρ’ εμού, του μοναδικού κληρονόμου. ο αρχιερεύς ούτος, ως γνωστόν τοις πάσιν, υπήρξεν εις των αρχηγών της ανεξαρτησίας του ελληνικού έθνους, αναστάσεως. Πριν εκραγεί αύτη, υποπτευθείς ως τοιούτος υπό του ηγεμόνος Αλή πασά, όστις απεπειράθη να τον συλλάβη ίνα τον δολοφονήση, ανεχώρησεν εντεύθεν, εγκαταλείψας την τε ακίνητον περιουσίαν του, ην και εδήμευσεν πάραυτα, ως και την επισκοπήν του, μεταβάς δε εις Πίζαν εκράτει μετά των επισημοτέρων προσώπων αλληλογραφίαν αφορώσαν την ελληνικήν επανάστασιν. Ότε δε εξερράγη αύτη, πρώτος απέστειλεν εις Σούλιον, Μεσολόγγιον και Πάτρας πολεμοφόδια, πυροβόλα όπλα, μεγάλης ποσότητος και αξίας, απέστειλε δε ταύτα πάντα διά του αειμνήστου Κίτσου Τζαβέλλα ... κατά το έτος 1823, ότε μετέβησαν αυτοπροσώπως εις Πίζαν, ως και ιματισμόν και τροφάς πολλάς. Κατηνάλωσε δε άπασαν την περιουσίαν του υπέρ πατρίδος, αφήσας χρέος 16 χιλ. ταλήρων εις την τράπεζαν του εν Λιβόρνω μεγαλεμπόρου Γιαλιά και υπέρ των αιχμαλώτων Ελλην. Μεσολογγιτών και τρία ολόκληρα έτη διετήρησεν εις Αγκώνα όλην την οικογένειαν του αειμνήστου Μάρκου Βότσαρη. Αποβιώσαντος, δε, προς απαίτησιν του χρέους του, εσυλήθησαν η μεγαλοπρεπεστάτη οικία του, τα αρχιερατικά του και τα πολύτιμα και τιμαλφή πράγματά του και πολλά της τραπέζης αργυρά σκεύη. Μετά δε την πλήρη επιτυχίαν της επαναστάσεως και την αποβίωσιν του θείου μου, ελθών εξ Ευρώπης κατά τω 1835 όχι μόνο δεν ανταμείφθην διά τας ατομικάς εκδουλεύσεις του αρχιερέως, κληρονομικώ δικαιώματι, από τας τότε κυβερνήσεις, αλλ’ ούτε τα δημευθέντα υπό του τυράννου Αλή πασσά κτήματα, του Παλίμπεη και Μήλον Λουτρακίου ονομαζόμενα, κείμενα εις Ακαρνανίαν, ηθέλησε να μοι παραχωρήση, άτινα η ελ. Κυβέρνησις της πεσούσης τυραννικής δυναστείας, θεωρήσασα ως κτήματά της, κατέλαβεν αυτά δικαιώματι του πολέμου. Φρονώ ήδη ότι δικαιούμαι να ζητήσω ως κληρονόμος του ειρημένου Ιγνατίου ...».

Επτά Ζακυνθινοί, μέλη της Φιλικής Εταιρείας, έγραψαν για τον ιερέα Αναστάσιο Πολίτη: «Ημείς, οι υποφαινόμενοι Ζακύνθιοι, χρηματίσαντες συνέταιροι της Φιλικής Εταιρείας, της υπέρ πίστεως και Πατρίδος των Ελλήνων συσταθείσης κατά το 1816, μαρτυρούμεν ότι ο αποβιώσας κατά το 1861, Δεκεμβρίου 17, ιερεύς Αναστάσιος Πολίτης, Ζακύνθιος, εγένετο εις των Φιλικών κατηχηθείς υπό του Νικολάου Καλύβα της τάξεως των ιερέων και ενθουσιωδώς και πατριωτικώς εξετέλεσε τα επιτραπέντα αυτώ καθήκοντα και υποχρεώσεις της εταιρίας ημών, ου μόνον δι’ ιδίων αυτού συνεισφορών και προτροπών προς άλλους, όπως δράμωσιν εις τον υπέρ Πατρίδος αγώνα, συνεισφέρωσι και συνεργασθώσιν μετ’ αυταπαρνήσεως, αλλά και καταδιώξεις έλαβεν επί επαναστάσεως του ελληνικού αγώνος κατά το 1821. Ότι πολλάς κακουχίας έπαθεν υπέρ θρησκείας και Πατρίδος η ιστορία και ημείς, οι επιζήσαντες, διαμνημονούντες μαρτυρούμεν και επιβεβαιούμεν».