Του Γιώργου Ρήγα

 

Μια εκκλησία στην Ύδρα στάθηκε η αφορμή για αυτό που περιγράφει ο ίδιος ως «περιπέτεια της ζωγραφικής». Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ο μεγάλος ζωγράφος και ακαδημαϊκός Παναγιώτης Τέτσης αποκαλύπτεται από το ξεκίνημά του έως την τελευταία έκθεση, που πραγματοποίησε την περασμένη άνοιξη στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Η κουβέντα με τον σημαντικό δημιουργό έγινε το καλοκαίρι, στο εργαστήρι του ζωγράφου στην Ξενοκράτους, ακριβώς δίπλα από την αγαπημένη του λαϊκή αγορά, που έκανε γνωστή με μια σειρά μνημειακών έργων.

«Στο σπίτι μας στην Ύδρα υπήρχε δίπλα ένα μικρό εκκλησάκι, που ακόμη σώζεται. Εμφανίστηκε μια μέρα ένας κύριος μικρόσωμος, που ζήτησε το κλειδί της εκκλησίας. Συνήθως, οι γείτονες το βαστάνε και η γιαγιά ήταν διακόνισσα. Πώς κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει σχέση με την τέχνη δεν μπορώ να το καταλάβω! Του είπε, λοιπόν: “Έχω κι έναν εγγονό, ο οποίος ζωγραφίζει”. Είχα τότε ένα έργο σε χαρτόνι επάνω στο τραπέζι μας κι αυτός της απάντησε ότι θα γυρίσει πάλι το απόγευμα με παρέα, όπως κι έκανε. Ο ξένος ήταν ο Δημήτρης Πικιώνης και ο φίλος του ο Χατζηκυριάκος (Γκίκας). Έτσι αρχίζει η περιπέτεια της ζωγραφικής, με ένα έργο του 1939 που βρίσκεται σήμερα στην Πινακοθήκη. Πρέπει να πω ότι στα νιάτα µου έπεσα σε καλά χέρια».

 

Ζωγραφίζετε μια Ύδρα διαφορετική απ’ αυτήν που ξέρουμε. Η ματιά σας τώρα τα «βλέπει μαύρα»;

Έχει πέσει λίγο μαυρίλα, αλλά δεν είναι λόγω περιστάσεων...

 

Άρα, είστε αισιόδοξος για τον τόπο.

Όχι, δεν είμαι. Δεν πρόκειται να γίνει θαύμα. Εξάλλου, από αυτά που διαβάζεις, βλέπεις κάθε ημέρα το ίδιο. Δεν υπάρχει ένα βήμα, όλα είναι πολύ περίεργα. Νομίζω ότι υπολογίζουμε -δεν λέω υπολογίζουνε, αλλά υπολογίζουμε- το προσωπικό συμφέρον πάντοτε.

 

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας λέγατε πως πρέπει να βλέπουμε την καλή πλευρά της ζωής και να βάζουμε στόχους για να μην είμαστε δυστυχισμένοι.

Η καταιγίδα τότε δεν είχε ξεσπάσει. Άλλωστε, δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει το κεφάλι μας. Δεν μπορεί να ζούμε με δανεικά και να κάνουμε και τον καμπόσο! Συνεχώς η Ελλάδα ζει με δανεικά. Θυμάμαι επί Ανδρέα, έπαιρνε ο κόσμος δάνεια, ενώ ο μπεζαχτάς δεν είχε λεφτά. Σ’ ένα σπίτι τι λένε; Έχουμε τόσα έσοδα, τόσα έξοδα. Είναι απλά πράγματα, άλλο αν εμείς σφυρίζουμε αδιάφορα. Θα σας πω και κάτι άλλο. Όλα γίνονται περίεργα... χαλαρά! Μπογιατίσανε τη μια πλευρά του Πολυτεχνείου. Αυτό έγινε εν μια νυχτί; Όχι, βέβαια... Κι από έναν άνθρωπο; Θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα συνεργείο δέκα ανθρώπων. Διαμαρτυρήθηκε κανείς; Όχι... Εκ των υστέρων πάμε ν’ αποκαταστήσουμε το κτίριο. Ακούστηκαν μεγαλοστομίες, όπως «α, αυτοί οι βέβηλοι δεν σέβονται την πολιτιστική μας κληρονομιά». Λάθος! Εκείνη την ώρα τους σταμάτησε κανείς; Καθόντουσαν και βλέπανε.

 

Υπάρχει, λέτε, συλλογική ευθύνη...

Συλλογική αδιαφορία. Είναι το γενικό αίσθημα «εγώ θα φτιάξω την Ελλάδα;».

 

Οπότε, τι χρειάζεται; Μήπως ένα ισχυρό σοκ;

Θα σας πω πότε αρχίσαμε να είμαστε υπεύθυνοι. Με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία. Ξαφνικά κάτι έγινε! Ήμουν τότε 15 χρονώ παλικαράκι και κατοικούσαμε στον Πειραιά. Υπήρχε μια σύμπνοια κι ένας ενθουσιασμός. Μας το καλλιεργήσανε οι ίδιοι οι Ιταλοί αυτό, διότι μας είχαν κάνει πολλές κασκαρίκες και είχε πια ξεπηδήσει το φιλότιμο το ελληνικό. Δεν φαντάζεστε την πρώτη ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος τι έγινε! Ενθουσιασμός! Και να σκεφτείτε ότι ήμασταν κάτω από μια δικτατορία. Σ’ αυτές τις καταστάσεις ξυπνάει κάτι. Δεν ξέρω, όμως, στη σημερινή περίσταση αν θα ξυπνήσει κάτι.

 

Υπάρχει κάτι από το οποίο παραιτηθήκατε, κάτι που δεν ολοκληρώσατε ζωγραφικά κι έμεινε σκέψη ή σπουδή;

Πάντοτε λες ότι κάτι υπολείπεται. Οτι θα μπορούσα να είχα κάνει κι αυτό, κι εκείνο... Κι όταν βρίσκεσαι μέσα στον χώρο σου, όσο μικρός κι αν είναι, πάντοτε ανακαλύπτεις άλλα πράγματα. Δηλαδή, δεν είναι κάτι που βγάζεις στο μυαλό σου, λέγοντας ότι έπρεπε να είχα κάνει και αυτό... Είναι κάτι που βγαίνει στην πράξη! Και τα περισσότερα έργα που έχω κάνει δεν έγιναν έπειτα από μακροχρόνιο προγραμματισμό. Βεβαίως, βάζεις κάποια πλώρη, έναν στόχο, αλλά δεν έχω αφήσει τον χρόνο να περνά με τα έργα μου.

 

Ποιον στόχο βάζετε μετά την έκθεση στου Θεοχαράκη;

Φοβάμαι πολύ πως, όταν τελειώσει αυτό το σύνολο, θ’ αρχίσω να κάνω «κεντήματα», μικροπράγματα. Προς το παρόν, δεν μπορώ να φανταστώ τι κανάλι θα βρω ή αν μπορώ, λόγω ηλικίας. Ξέρετε, έχει μεγάλη σημασία όταν οι δυνάμεις σου οι σωματικές μειώνονται, για να μην πω ελαττώνονται! Εγώ έπιανα το τελάρο και το γύριζα έτσι... Ε, τώρα, για να σηκώσω αυτό, είναι μια ιστορία.