Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

«Στην ιερή μνήμη του κυρού Γρηγορίου Παπουτσοπούλου, καθηγουμένου της μονής, μετέπειτα Μητροπολίτου Καστοριάς (1933-1996)». Μετά από διαδρομή τριάμισι χιλιομέτρων από το λιμάνι του Πόρου, μέσα στο πράσινο, με τη θάλασσα διαρκώς στα δεξιά, ο προσκυνητής αντικρίζει ξαφνικά εμπρός του ένα κατάλευκο οικοδόμημα, φρούριο θαρρείς, με κόκκινα κεραμίδια: τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Η αντίθεση ανάμεσα στο πράσινο και το λευκό καθηλώνει.

Στο τέλος του δρόμου, η μαρμαρένια βρύση, το αγίασμα της μονής, το γνωστό «αθάνατο νερό». Η χημική του ανάλυση δεν παρουσιάζει ιαματικές ιδιότητες, ωστόσο αυτές είναι ευρύτατα γνωστές και γι’ αυτό γίνεται λόγος για «αγίασμα» και όχι για πηγή.

Σε μια κατάφυτη από πεύκα, ελιές και εσπεριδοειδή, ήμερη χαράδρα, που ανοίγεται στη θάλασσα, το μοναστήρι παρατηρεί τα αμέριμνα πλοιάρια που πηγαινοέρχονται και τα νησάκια, το Μπούρτζι, το Λαζαρέτο, να ακολουθούν τα ταξίδια τους χωρίς ποτέ να σηκώνουν άγκυρα, αφήνοντας μόνον τους αέρηδες να φουσκώνουν τα δέντρα που έχουν για πανιά και τα κυπαρίσσια να υψώνονται σαν κατάρτια.

Μετά την πύλη του μοναστηριού, απλώνεται η πλακόστρωτη αυλή. Γύρω τα κελιά και άλλα διαμερίσματα σχηματίζουν ένα ορθογώνιο, διώροφο κτίριο, με καμάρες στις τρεις πλευρές στο ισόγειο και ξύλινο χαγιάτι επάνω. Πριν από τα σκαλοπάτια του καθολικού, δύο ταφόπλακες συγκρατούν τον προσκυνητή. Η μία ανήκει στον τάφο της οικογένειας Αντωνίου Ανδρέα Μιαούλη και η άλλη στον τάφο της οικογενείας Ιω. Μπουντούρη. Επάνω στον δεύτερο διαβάζεις: «Μαρία Βασ. Στ. Μπουντούρη, θυγατέρα Μανώλη Τομπάζη, 1812-1894».

Προχωρώντας προς τη θύρα του ναού, στη μαρμάρινη πλάκα στα αριστερά στον τοίχο, διαβάζει: «Υπό τήνδε την πλάκα Νικόλαος Αποστόλης, ο εκ Ψαρών ναύαρχος, κείται υπέρ πατρίδος μεν, άλλοτε προκινδυνεύσας μετά εξηκονταετή δε βίον, σιγή από του 1827 έτους, ώδε αναπαύεται την ΙΗ’ Σεπτεμβρίου ΑΩΝ εν Πόρω». Στην άλλη πλευρά του εξωνάρθηκα, στα δεξιά, κάτω στο πάτωμα, υπάρχει άλλη μία επιτάφια πλάκα, με αέτωμα με γρυπολέοντες και φύλλα ακάνθου. Είναι από τον τάφο του Μανώλη Τομπάζη - «λαμπράς πατρίδος, υιός λαμπρός», όπως καταλήγει το επίγραμμα που φέρει. Οι μνήμες του ’21 είναι πολύ έντονες εδώ και με συγκίνηση ανάβει κερί ο προσκυνητής μέσα πλέον στον ναό.

Η μονή ιδρύθηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Ιάκωβο Β’ (1713-1734), που είχε θεραπευθεί από λιθίαση πίνοντας από το θαυματουργό νερό της πηγής. Χρόνος ιδρύσεως θεωρείται το 1720. Λίγο αργότερα, στη διάρκεια της πρώτης πατριαρχίας του, ο Κωνσταντινουπόλεως Παΐσιος Β’ αναγνώρισε τη μονή ως σταυροπηγιακή με σιγίλιο που φέρει τη χρονολογία «Νοέμβριος 1729 (αψκθ’) ινδικτιώνος 8ης» και βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.

Η μονή ιδρύθηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Ιάκωβο Β’ (1713-1734), που είχε θεραπευθεί από λιθίαση πίνοντας από το θαυματουργό νερό της πηγής

Άλλο σιγίλιο, που φυλάσσεται στη μονή, του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, αναφέρεται επίσης στην Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής, ανανεώνει τη σταυροπηγιακή χάρη και τα προνόμια έναντι των Τούρκων, ορίζει τον φόρο που θα πλήρωνε και τονίζει την εξάρτησή της όχι από τον επιχώριο μητροπολίτη, αλλά απευθείας από τον Πατριάρχη. Με το σύστημα αυτό, που εφαρμόσθηκε σε όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια της Ελλάδας, επιδίωξε και πέτυχε ο Γρηγόριος Ε’ την άμεση σύνδεσή τους με το Πατριαρχείο μέσω αντιπροσώπων, με το πρόσχημα της ύπαρξης φόρων, και αυτό για την προετοιμασία του ξεσηκωμού του Γένους.

Το 1830, ο Ι. Καποδίστριας ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στη μονή. Λέγεται μάλιστα ότι λίγες ημέρες μετά την άφιξή του οργάνωσε εκεί πρόχειρη περίθαλψη των ορφανών. Σε επιστολή γίνεται λόγος για εκατόν πενήντα παιδιά. Άλλοτε πάλι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο.

Το καθολικό είναι μονόκλιτος ναός. Εξωτερικά παρουσιάζει τον τύπο του ψευδοσταυρεπίστεγου, με οκταγωνικό τρούλο. Η επίστρωση του εσωτερικού με καθαρό μάρμαρο, σύμφωνα με επιγραφή, πραγματοποιήθηκε το 1804, επί ηγουμένου Κυπριανού του Πελοποννησίου, με δαπάνες «των καραβοκυραίων της νήσου ταύτης και τέκτονος Αντωνίου Καραμανλή». Το επιβλητικό τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και, κατά μία ανεπιβεβαίωτη παράδοση, προέρχεται από το Μπαλουκλί. Το επάνω και το κάτω τμήμα του είναι διαφορετικά και τα θωράκια φέρουν εικόνες τοπίων αναγεννησιακής τεχνοτροπίας. Οι εικόνες του τέμπλου, έργα Ποριώτη αγιογράφου, είναι του 1804.

Η πλέον εντυπωσιακή εικόνα του ναού είναι της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής στον νότιο τοίχο, κοντά στο τέμπλο και με πλαίσιο της ίδιας με αυτό τέχνης. Στο αντίστοιχο σημείο του βόρειου τοίχου υπάρχει εικόνα της Παναγίας, καθαρά δυτικής τεχνοτροπίας, του Ιταλού ζωγράφου Raffaelo Ceccoli, εκ των ιδρυτών της Σχολής Καλών Τεχνών των Αθηνών. Η εικόνα έχει, εκτός του καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, και ανθρώπινο. Ο Ceccoli είχε μια κόρη που πέθανε από φυματίωση στα είκοσι ένα χρόνια της και τάφηκε στη μονή. Εκτός από την επιτύμβια πλάκα, ενδιαφέρον έχει ότι η μορφή της απεικονίστηκε στο πρόσωπο της Παναγίας και ότι στο κάτω μέρος της εικόνας ο ζωγράφος διέσωσε άποψη της μονής με τη θάλασσα, τα απέναντι βουνά της Πελοποννήσου και την πλαγιά του βουνού απέναντι από τη μονή.

Πολλές επιτύμβιες πλάκες βρίσκονται σε διάφορα σημεία γύρω από το καθολικό, όπως του Brudenell J. Bruce, Άγγλου ναυτικού ακολούθου, που πέθανε στον Πόρο το 1928, του αγωνιστή Κυριάκου Βατικιώτη, του γιατρού Ι.Χ. Δροσινού κ.ά. Σε αρκετές υπάρχουν συγκινητικά επιγράμματα.