Πριν από λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 18 χρόνια από την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, κατά κόσμον Βησσαρίωνος Τίκα. Ενός ιεράρχη που, αν και δεν διέθετε πολλά πτυχία, εξελίχτηκε σε ηγέτη, με έντονα λαϊκά χαρακτηριστικά.

Ήταν ένας άνθρωπος με αυθορμητισμό που περίσσευε, με δυναμισμό και, όπως έλεγε ο Μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος (στενός φίλος και συνεργάτης του), τετράγωνη λογική. Υπεράσπιζε τις θέσεις της Εκκλησίας χωρίς να νοιάζεται για το ποιον είχε απέναντί του.

Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος που είχε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κάπου το 1977, όταν ο τότε πρωθυπουργός του είχε πει: «Ήρθε η ώρα να χωρίσουμε τα τσανάκια μας» (σ.σ.: να χωριστεί η Εκκλησία από το κράτος). Χωρίς δεύτερη κουβέντα είχε χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι και είχε απαντήσει: «Και τώρα αν το θέλεις».

Δύο χρόνια αργότερα, την Πρωτοχρονιά του 1979, στο Προεδρικό Μέγαρο, κατά την επίσκεψή του στον Κ. Καραμανλή, του είχε πέσει το περίστροφο. «Εδώ το έχω ακόμη. Δεν το αποχωρίζομαι ποτέ», του είχε πει και το είχε βάλει στη ζώνη του.

Αργότερα δεν είχε διστάσει να αποκαλέσει έναν υπουργό της Νέας Δημοκρατίας «τενεκέ ξεγάνωτο», γιατί ο συγκεκριμένος παράγοντας επιθυμούσε την επιστροφή στις μητροπόλεις των λεγόμενων «ιερωνυμικών», τους οποίους η χούντα είχε καθαιρέσει.

Ως αντάρτης του ΕΔΕΣ, στο πλευρό του Ζέρβα, ήξερε από όπλα. Μα, ήξερε καλύτερα από όλους πόσο βαθιά επηρεάζουν το σώμα του έθνους οι πληγές του διχασμού. Μπορεί να ήταν με τον Ζέρβα και να εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος επί χούντας, τον Ιανουάριο 1974, όμως καλός του φίλος ήταν και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Με καταγωγή και οι δύο από την Καρδίτσα, όταν ήταν νέοι έπιναν ένα ποτήρι κρασί, ενώ και μετά τα έλεγαν πολύ συχνά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χαρίλαος Φλωράκης είχε μιλήσει με θερμά λόγια στην εξόδιο ακολουθία του.

Βγήκε στο βουνό με την παρότρυνση του τότε Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, γιατί, στον Άγιο Λουκά Αθηνών όπου υπηρετούσε -ήταν τότε αρχιμανδρίτης- εκφωνούσε κάθε Κυριακή πύρινους λόγους κατά των κατακτητών, οι οποίοι είχαν αποφασίσει τη σύλληψή του.

Λέγεται πως, όταν τον είχε δει ο Ζέρβας είχε πει στους δικούς του: «Aυτό τον άνθρωπο ακόμη και ο Xάρος όταν τον αντικρίσει θα γυρίσει πίσω. Ούτε κι αυτός θα τον νικήσει».

Δεκάδες είναι τα περιστατικά που θυμούνται όσοι ήταν κοντά του, κυρίως για τον τρόπο που αντιδρούσε. Ήταν, δε, φορές που δεν έχανε το χιούμορ του. Κάποτε ένας μικρόσωμος Μητροπολίτης από τη Βόρεια Ελλάδα τον είχε συναντήσει στο ασανσέρ στη Μονή Πετράκη.

Οταν εκείνος του φίλησε το χέρι τον ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ;». «Ο άγιος...». «Και ποιος σε έκανε δεσπότη;». «Εσείς, μακαριότατε». «Ε, να σε σένα, να και σε μένα», του είπε και έκανε μια χαρακτηριστική κίνηση με τα χέρια του!

Ο Σεραφείμ σε μια περίοδο, όταν και η Εκκλησία μετά την πτώση της χούντας έμπαινε σε νέα εποχή, ίδρυσε νέες μητροπόλεις και ανέδειξε νέους σε ηλικία μητροπολίτες, τους οποίους εμπιστευόταν. Μεταξύ αυτών, ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, αλλά και ο νυν, κ. Ιερώνυμος, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος κ.ά.

Ιδιαίτερες σχέσεις δεν είχε με πολλούς, αλλά οι πλέον κοντινοί άνθρωποί του ήταν ο Μακαριστός Ιωαννίνων Θεόκλητος και ο τέως Ζακύνθου και νυν Δωδώνης Χρυσόστομος.

Άνθρωπος ανεκτικός, προσπαθούσε να ενισχύσει την Εκκλησία. Δεν τα πήγαινε καλά, ωστόσο, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αφορμή το καθεστώς των Νέων Χωρών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι δεν είχε δεχτεί επισήμως στην Αθήνα τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Όμως, ποτέ δεν επιχείρησε να παίξει παιχνίδια σε βάρος του Φαναρίου, κατανοώντας τη σπουδαιότητα του ρόλου του.

Ως ο άνθρωπος που έβαλε την Εκκλησία στην εποχή μετά τη δικτατορία, χειρίστηκε πολλά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, τον πολιτικό γάμο και το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Μάλιστα, όταν ο τότε Μητροπολίτης της Βορείου Ελλάδος είχε κατηγορήσει για τη στάση τους τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, του είχε αρπάξει από τα χέρια το μικρόφωνο, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν ήθελε εντάσεις. Υποχώρησε στον πολιτικό γάμο, αντιλαμβανόμενος τα σημεία των καιρών, και έως έναν βαθμό στη διαχείριση της περιουσίας.

Αντέδρασε, όμως, δυναμικά στον Νόμο Τρίτση, προχωρώντας σε λαοσύναξη, με αποτέλεσμα ο νόμος να μην περάσει και ο Τρίτσης να παραιτηθεί.

Τα τελευταία χρόνια είχε αρρωστήσει και έκανε αιμοκαθάρσεις. Προς το τέλος της ζωής του είχε αναπτυχθεί έντονη διαδοχολογία, γεγονός που τον είχε πικράνει αφάνταστα. Μάλιστα, κάποια στιγμή βγαίνοντας από το Συνοδικό Μέγαρο είχε σταματήσει μπροστά στους δημοσιογράφους και είχε πει οργισμένος: «Είμαι ο Σεραφείμ και είμαι εδώ. Πολλά κοράκια και όρνια πετούν από πάνω μου...».

Όταν εκοιμήθη, ξημερώματα της 10ης Απριλίου, όλη η Ελλάδα τον ύμνησε. Τα μέσα ενημέρωσης καθημερινά του αφιέρωναν πολύ χρόνο, ενώ πολιτικοί από όλα τα κόμματα εξέφραζαν τον θαυμασμό τους για τον δυναμικό Αρχιεπίσκοπο. Δίπλα του ως την τελευταία στιγμή έμεινε ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος.

 

Το ανθρωπιστικό έργο του στην Κατοχή και τον Εμφύλιο

Ο Σεραφείμ γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσης, στις 2 Αυγούστου του 1913. Στην Καρδίτσα τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και αμέσως μετά, το 1931, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις και μπήκε στην Ιερατική Σχολή Άρτης και στη συνέχεια σε αυτή της Κορίνθου.

Σπούδασε βυζαντινή μουσική, ενώ μαθήματα πήρε και στη Σχολή του Σίμωνος Καρά στην Αθήνα. Το 1936 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1940.

Σε ηλικία 25 χρόνων, το 1938, εκάρη μοναχός στη Μονή Πεντέλης. Αμέσως χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Κορίνθου Δαμασκηνό Παπανδρέου, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

Για έναν χρόνο υπηρέτησε στον Ναό Αγίας Τριάδος, Νέου Ηρακλείου Αθηνών, και το 1939 μετατέθηκε στον Ναό Αγίου Λουκά στα Κάτω Πατήσια.

Το 1942 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αρχιμανδρίτη. Τελικά, έμεινε στον Άγιο Λουκά έπειτα από απαίτηση των ενοριτών. Στον ναό οργάνωνε συσσίτια για εκατοντάδες παιδιά, τα οποία σώθηκαν από την πείνα που μάστιζε την πρωτεύουσα.

Μετά την απελευθέρωση, με έδρα τον Άγιο Λουκά ίδρυσε τον σύλλογο, «Ευαγγελιστής Λουκάς», συγκεντρώνοντας φάρμακα και τρόφιμα τα οποία πρόσφερε στους απόρους.

Σε ηλικία μόλις 36 χρόνων, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1949, εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, επί αρχιεπισκοπίας του από Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου. Η Άρτα εκείνη την εποχή, εκτός από τις σφαγές και τις καταστροφές που είχαν κάνει οι Γερμανοί, αντιμετώπιζε πρόσθετα προβλήματα και λόγω του Εμφυλίου.

Σχεδόν πενήντα χωριά είχαν καεί και εκατοντάδες οικογένειες είχαν αναγκαστεί να τα εγκαταλείψουν. Πολλές από αυτές τις οικογένειες είχαν κατασκηνώσει στον χώρο της Μητρόπολης, με τον Σεραφείμ να βρίσκει στέγη σε ένα μικρό ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Μαθημένος στα δύσκολα, ανέλαβε αμέσως δράση με στόχο τη στήριξη της νεολαίας. Συνέβαλε τα μέγιστα να γίνουν στην πόλη γήπεδο, σχολεία, παιδικοί σταθμοί, νοσοκομείο και κατασκηνώσεις στο ορεινό Βουργαρέλι. Οι παιδικές κατασκηνώσεις τότε ήταν η μόνη διέξοδος για τα παιδιά που αντιμετώπιζαν προβλήματα.

Με δική του πρωτοβουλία η πόλη απέκτησε στάδιο, υδροδοτήθηκε το χωριό Πράμαντα, ενώ αναγέρθηκαν πολλά σχολεία, το Ζάρειο νοσοκομείο, παιδικός σταθμός, οικοτροφείο αρρένων και μαθητικές κατασκηνώσεις στο Βουργαρέλι.

 

Στήριξε τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου

Όλη αυτή η δράση που ανέπτυξε ο Σεραφείμ αναγνωρίστηκε από όλους και το 1958, μετά την κοίμηση του τότε Μητροπολίτη Δημητρίου, εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων. Και εκεί ανέδειξε την τοπική εκκλησία σε σημαντικό παράγοντα, ενώ στήριξε με κάθε τρόπο τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Μάλιστα, το 1969 ηγήθηκε της Κεντρικής Επιτροπής του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΚΕΒΑ). Στα μεγάλα έργα που στήριξε με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο εντάσσεται το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Οταν στις 25 Νοεμβρίου 1973 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα Ιωαννίδη, ο Σεραφείμ κλήθηκε να ορκίσει Πρόεδρο Δημοκρατίας. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος παραιτήθηκε. Τον Ιανουάριο του 1974 έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του νέου Αρχιεπισκόπου από την Ιεραρχία, στην οποία μετείχαν 32 μητροπολίτες. Ο Σεραφείμ έλαβε 20 ψήφους, ενώ ο Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος μόλις 7.

Από τότε άρχισε μια περίοδος κατά την οποία η Εκκλησία συμμετείχε ενεργά στη ζωή του λαού. Χρόνο με τον χρόνο ο Σεραφείμ αναγνωριζόταν όλο και πιο πολύ, μα ο ίδιος παρέμεινε απλός. Δεχόταν επισκέψεις πολλών συμπατριωτών του, προτιμούσε να τρώει αυγά, χόρτα και πίτες από την πατρίδα του και να διηγείται ιστορίες από το χωριό του. Του άρεσε να πίνει «ένα ποτήρι κρασί» και να ακούει δημοτικά τραγούδια.