Toυ Γ. Αθ. Τσούτσου

 

Τι συμβαίνει στην Αίγυπτο; Αν πιστέψουμε όσα κατά καιρούς δημοσιεύονται στον Τύπο, η κατάλυση της δημοκρατίας, η στρατιωτική επέμβαση και το άδοξο τέλος της Αραβικής Άνοιξης έδωσαν απότομο τέλος στην ισλαμική διακυβέρνηση, η οποία έδινε διεξόδους στη χώρα και, επομένως, κακώς διακόπηκε το πείραμα Μόρσι. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από αυτήν που παρουσιάζεται από τα μέσα ενημέρωσης. Σε μια χώρα όπως η Αίγυπτος, χωρίς δημοκρατική παράδοση, η διακυβέρνηση από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους υπήρξε τραυματική ως προς την ειρηνική συνύπαρξη Χριστιανών και μουσουλμάνων και τον σεβασμό των πολιτικών ελευθεριών. Αναμφίβολα, «όλοι ευχόμαστε να επανέλθει η χώρα στη δημοκρατική ομαλότητα». Από την άλλη πλευρά, όμως, γνωρίζουμε -αν δεν θέλουμε να είμαστε αιθεροβάμονες- ότι ο μη δημοκρατικά εκλεγμένος στρατός που κυβερνά σήμερα την Αίγυπτο εξασφαλίζει δικαιώματα στους Αιγύπτιους πολίτες, τα οποία, δυστυχώς, ο δημοκρατικά εκλεγμένος Μόρσι επιδίωκε να αφαιρέσει. Είναι χαρακτηριστική η πρόταση βουλευτών του να μη διορίζονται μη μουσουλμάνοι στο Δημόσιο. «Όσο για την Αραβική Ανοιξη... σύντομα μεταβλήθηκε σε Δούρειο Ίππο θρησκευτικού φονταμενταλισμού εν ονόματι της δημοκρατίας».

Είναι χαρακτηριστική η πρόταση βουλευτών του να μη διορίζονται μη μουσουλμάνοι στο Δημόσιο

Ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί αύριο στην Αίγυπτο, που αποτελεί σπουδαίο ανάχωμα έναντι του στρατού του ισλαμικού χαλιφάτου (ISIS). Ακόμα και σήμερα, κάθε Παρασκευή οι Χριστιανοί αποφεύγουν να κυκλοφορούν τις ώρες που βγαίνουν οι μουσουλμάνοι από τα τζαμιά, από τον φόβο επεισοδίων, ιδίως σε κάποιες ευαίσθητες περιοχές. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι δεν είναι ασφαλής η μετάβαση προσκυνητών στην Ιερά Μονή Σινά, λόγω της δραστηριοποίησης ισλαμιστών ανταρτών στην ευρύτερη περιοχή. Είναι, πάντως, παρήγορο το γεγονός ότι το σημερινό καθεστώς τουλάχιστον δείχνει να ενδιαφέρεται για την εμπέδωση αισθήματος ασφαλείας στα εκατομμύρια των κοπτών και για την καλλιέργεια κλίματος μετριοπάθειας στους μουσουλμάνους, έχοντας, βέβαια, εξαπολύσει διωγμό εναντίον των εξτρεμιστών με μέσα τα οποία ουδόλως συνάδουν προς τα δυτικά πρότυπα.

 

Οι σχέσεις Ελλάδος και Αιγύπτου

Ανέκαθεν οι Έλληνες υπήρξαν ιδιαίτερα αγαπητοί στην Αίγυπτο και το αντίστροφο. Είναι χιλιοειπωμένη η διαπίστωση ότι πολλά μπορεί να γίνουν στο επίπεδο της οικονομικής και πολιτιστικής αναβάθμισης των σχέσεών μας. Η Αίγυπτος βρίθει βυζαντινών μνημείων, αλλά και παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον για τους ιστορικούς και αρχαιολόγους σε όλες τις εποχές, λόγω του τεράστιου ιστορικού βάθους των σχέσεών μας. Το λιγότερο που θα μπορούσε να γίνει θα ήταν να ιδρυθεί μια ελληνική αρχαιολογική σχολή κατά τα πρότυπα της πολωνικής, αλλά και άλλων. Η ελληνική κοινότητα διαθέτει αξιόλογα κτίρια, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει προς τον σκοπό αυτό. Κατά καιρούς διεξάγονται έρευνες από ελληνικές αρχαιολογικές αποστολές, αλλά απουσιάζει η απαραίτητη πάγια υποδομή. Θα μπορούσε, επίσης, να εξεταστεί το ενδεχόμενο παροχής παιδείας πανεπιστημιακού επιπέδου σε συνεργασία με ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, με έμφαση στον τομέα των αρχαιολογικών σπουδών. Η γνώση της αραβικής από τους Έλληνες και της ελληνικής από τους Άραβες θα έπρεπε επίσης να προωθηθεί, μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Στην Αφρική εν γένει υπάρχουν αξιόλογες προσπάθειες στον πολιτιστικό τομέα. Αρνητική –κατ’εξαίρεση– εντύπωση προκάλεσε η διακοπή εκδόσεως του «Εκκλησιαστικού Φάρου» (όχι του περιοδικού που εκδίδει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, αλλά του παραρτήματος του Γιοχάνεσμπουργκ), γεγονός αδικαιολόγητο δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας της ελληνικής κοινότητας της Νοτίου Αφρικής. Η κοινότητα, ωστόσο, δεν ευθύνεται, αφού δεν της ζητήθηκε να συνδράμει το περιοδικό, προκειμένου να συνεχίσει να εκδίδεται.

Στη σημερινή συγκυρία η Αίγυπτος μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του αραβικού κόσμου, μέρος του οποίου βιώνει τα γνωστά σε όλους μας προβλήματα. Οι σημερινές σχέσεις Ελλάδος-Αιγύπτου δίνουν την αφορμή για αισιόδοξες σκέψεις.