Ο νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στη Ραψάνη το 1798. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην πολύ γνωστή τότε σχολή της Ραψάνης και το 1816 έγινε δάσκαλος στην ίδια σχολή, η οποία ήταν σημείο αναφοράς για ολόκληρη την περιοχή της Θεσσαλίας. Είχε ιδρυθεί πιθανότατα από τον Μητροπολίτη Λυκοστομίου και Πλαταμώνα, Διονύσιο.

Μεταξύ των μαθητών ήταν κι ένα Τουρκόπουλο από το γειτονικό χωριό Γόννοι κοντά στα Τέμπη. Ο Τούρκος μαθητής όχι μόνο προσαρμόστηκε στις συνθήκες της σχολής, αλλά με την ενθάρρυνση του δασκάλου του ασπάστηκε την ελληνορθόδοξη Παιδεία. Οι γονείς του, όμως, βλέποντας ότι το παιδί απέρριπτε τον μουσουλμανισμό και πριν προλάβει να αλλαξοπιστήσει, κατέφυγαν στους Τούρκους της Ραψάνης, οι οποίοι συνέλαβαν τον Γεώργιο μέσα στη σχολή και τον οδήγησαν δέσμιο να δικαστεί στην έδρα του Βελή Πασά που είχε το πασαλίκι της Ανατολικής Θεσσαλίας από τον πατέρα του Αλή Πασά Τεπελενλή, από το 1811.

Ο Τούρκος δικαστής στον οποίο τον έσυραν αποφάσισε να θανατωθεί με παραδειγματικό τρόπο ο Γεώργιος. Στην αρχή τον έριξαν γυμνό σε καυτό νερό. Στη συνέχεια του τρύπησαν το σώμα με σιδερένια νύχια. Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο φρικτή: ακολούθησαν το πετάλωμα των ποδιών του και η διαπόμπευση στους δρόμους του Τυρνάβου. Έπειτα τον κάρφωσαν σε τετραγωνικό στύλο και αφού τον έδεσαν με σκοινιά βουτηγμένα σε πίσσα και πετρέλαιο, του έβαλαν φωτιά. Ο άγιος νεομάρτυρας, όμως, σύμφωνα με την παράδοση, προς μεγάλη έκπληξη όλων, όχι απλώς δεν πέθανε, αλλά δεν υπέστη το παραμικρό έγκαυμα! Στις ιστορήσεις των εικόνων αργότερα παρουσιάζονται συμπληρωματικά και άλλες σκηνές βασανισμών, όπως στραγγαλισμοί, εξαρθρώσεις, κτυπήματα με το σπαθί, τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιού πάνω στο γυμνό σώμα του. Ύστερα από αυτό, Τούρκοι οδήγησαν τον Γεώργιο στη γέφυρα του Τυρνάβου, όπου και τον αποκεφάλισαν. Η ημέρα του θανάτου του ήταν η 5η Μαρτίου του 1818, ημέρα Τρίτη, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το σώμα του αγίου ενταφιάστηκε στο σημείο του μαρτυρίου του, κάτω από τη γέφυρα του Τυρνάβου. Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης έγραψε: «Τα τίμια λείψανα θέλει δοξάσει (ο Θεός) εδώ κάτω εις την γην ή με την επιφάνεια του Φωτός του ή και με άλλα σημεία και θαύματα, καθώς ήθελε κρίνει η θεία δικαιοσύνη Του, ή το ολιγώτερον ολιγώτερον θέλει τα τιμήση με την παρά των Χριστιανών προσκύνησιν και ευλάβεια».

Σύμφωνα με άγραφες μαρτυρίες, την πρώτη νύχτα του ενταφιασμού του αγίου, Τούρκοι στρατιώτες που βρίσκονταν σε γειτονική περιοχή αντίκρισαν μια τεράστια στήλη φωτός πάνω από τον τάφο του. Όταν αναφέρθηκε αυτό το παράδοξο περιστατικό στον Βελή Πασά, εκείνος διέταξε να καλέσουν από τη Ραψάνη, το συντομότερο δυνατόν, τους συγγενείς του αγίου για να ξεθάψουν και να παραλάβουν το λείψανό του, πλην της κάρας του που, πιθανώς, εξαφάνισαν οι Οθωμανοί. Πραγματικά με ευλάβεια και κατάνυξη τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Ραψάνη. Ύστερα από λίγο καιρό τα άγια λείψανα μεταφέρθηκαν από το κοιμητήριο της Ραψάνης, το οποίο ήταν στον χώρο γύρω από τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην αρχοντική οικία Καραζήση που βρισκόταν κοντά.