Η Μονή της Παναγίας Δουραχάνης ή Ντουραχάνης βρίσκεται απέναντι από την πόλη των Ιωαννίνων, στους πρόποδες του όρους Μιτσικέλι. Είναι αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου και έχει επιδείξει σημαντική φιλανθρωπική και κοινωνική δράση. Εκεί, το 1974 έγινε ξανά ενεργό και λειτουργεί οικοτροφείο-σχολείο. Σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι χτίστηκε το 1434 από τον Ντουραχάν πασά, Μπεϊλέρ μπέη της Ρούμελης, επί των σουλτάνων Μουράτ Β’ και Μωάμεθ Β’. Το 1434 ο Ντουραχάν πασάς κινήθηκε με ισχυρό στράτευμα από τη Θεσσαλία, όπου είχε την έδρα του, μέσω Κατάρας και Ιωαννίνων προς το Αργυρόκαστρο, με σκοπό να καταπνίξει την ανταρσία του Αλβανού τοπάρχη Αριανίτη Σπάτα Κομνηνού. Αφού πέρασε την περιοχή της Κατάρας, έφθασε νύχτα στη θέση της σημερινής μονής και μη γνωρίζοντας ότι βρίσκεται μπροστά στην παγωμένη λίμνη των Ιωαννίνων η στρατιά πέρασε επάνω από τα παγωμένα νερά και συνέχισε την πορεία της προς το Αργυρόκαστρο. Μετά τη νικηφόρα έκβαση της επιχείρησης, ο Ντουραχάν, που εν τω μεταξύ είχε πληροφορηθεί τον κίνδυνο που είχε διατρέξει περνώντας χωρίς να το ξέρει με το στράτευμά του επάνω από την παγωμένη Παμβώτιδα, επιστρέφοντας στη Θεσσαλία διέταξε να χτισθεί μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία, στη θέση όπου κατεβαίνοντας από το Δρίσκο είχε συναντήσει εικονοστάσι. Ο Τούρκος πασάς, που κατά την παράδοση είχε γονείς Χριστιανούς, θεώρησε ότι ο ίδιος και το στράτευμά του σώθηκαν χάρη σε θαυματουργή επέμβαση της Παναγίας.

Σύμφωνα με άλλη άποψη, ιδρυτής της μονής δεν ήταν ο Ντουραχάν, αλλά ένας άλλος Τούρκος πασάς, ο οποίος επέκτεινε μοναστήρι που προϋπήρχε στη συγκεκριμένη θέση. Άλλοι αποσυνδέουν οποιαδήποτε φάση οικοδόμησης της μονής από τη χορηγία του φημισμένου στρατηγού Ντουραχάν, υποστηρίζοντας ότι η επωνυμία «Δουραχάνη» προέρχεται από κάποιον Δουρ, ενδεχομένως κατώτερο αξιωματούχο, που μετονομάσθηκε σε Δουραχάν επειδή έκτισε κοντά στη μονή κάποιο χάνι. Από ενθυμήσεις καταχωρημένες σε διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία η ύπαρξη της μονής βεβαιώνεται με ασφάλεια στις αρχές του 19ου αιώνα. Παρόλο που το μοναστήρι κάηκε ολοσχερώς το 1825, το 1830 χτίστηκε εκ θεμελίων και εξακολούθησε να λειτουργεί μέχρι το1933, χρονιά κατά την οποία λεηλατήθηκε και δολοφονήθηκε ο ηγούμενός του.

 

Ιερά Μονή Τζιόρας

Στη δυτική πλαγιά του Δρίσκου, τρία χιλιόμετρα από το χωριό Βασιλική (Γιάνιστα), είναι χτισμένη η Μονή Αγίου Νικολάου Τζιόρας ή Όρους. Το μοναστήρι για πρώτη φορά αναφέρεται το 1321 σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου. Ήταν από τα πλούσια μοναστήρια, γι’ αυτό και πολλές φορές λεηλατήθηκε από Τούρκους ληστές, το 1886 και το 1888. Σε μια ενθύμηση του μοναστηριού αναφέρεται: «1888, ημέρα στ. Σάβατον επέφουσκεν έγινε ο τραγικός θάνατος του μακαρίτου Ηγουμένου Κωσταντίνου από Κλαζιάδες. Ταύτα γράφη αδελφί μου και πατέρες μου να βρήσκετε. Μεγάλες πεδευσές και τιμορίες του έκαναν οι άθλιοι η λιστέ. Τον κέντισαν με τα ξίφι, τον έκαυσαν ζωντανό και τι μεγάλα βάσανα οπού έλαβε αδύνατον να το γράψο. Αναστάσιος ηερεύς Κλαζιάδες». Το 1934 ήταν επίσης μια μαύρη χρονιά για τη μονή, αφού άγνωστοι δολοφόνησαν τον ηγούμενο, μια καλόγρια και έναν λαϊκό. Κατά τον πόλεμο 1912-1913 στην περιβόητη Μάχη του Δρίσκου, όπου σκοτώθηκε ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, το τάγμα του είχε στη μονή το στρατηγείο του. Μετά τον θάνατό του, ετάφη κοντά στον Άγιο Νικόλαο.

 

Προφήτης Ηλίας

Το Μοναστήρι του Αϊ-Λια της Ζίτσας είναι χτισμένο στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, πάνω από την κωμόπολη. Ήταν και είναι τέτοια η φυσική ομορφιά του χώρου, που ανάγκασε τον λόρδο Βύρωνα (επισκέφτηκε τη μονή στις 12 και 13 Οκτωβρίου 1809) να γράψει ένα υπέροχο ποίημα στο βιβλίο του «Ταξίδι του Χάρολδ», τον εξής ύμνο:

«Ω, Ζίτσα, με το μοναστήρι σου!

Απ' την ψηλή κορφή σου μικρή, μικρή γωνιά και μυριόχαρη στη γη τούτη την άγια

Τι ουρανίων τόξων χρώματα, τι ευωδιές και μάγια».

Η μονή χτίστηκε κατά πάσα πιθανότητα τον 14ο αιώνα και μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση το 1598. Από την εποχή εκείνη και στη συνέχεια έφτασε σε μεγάλη οικονομική ακμή και απέκτησε πάρα πολλά κτήματα, αγροτικά και αστικά. Οι κτιριακές της εγκαταστάσεις ήταν τεράστιες. Στη μέση ήταν η εκκλησία στο όνομα του Προφήτη Ηλία, η οποία σώζεται και σήμερα και είναι θολωτή κι αγιογραφημένη. Το μοναστήρι μετά το 1862, όταν έχασε πηγές εσόδων που προέρχονταν από τα μετόχια που διατηρούσε στη Ρουμανία κ.α. και από κακή διοίκηση, άρχισε να πέφτει σε παρακμή. Και όμως, ήταν από τα πλουσιότερα της Ελλάδος, με μεγάλη περιουσία, πολλά μετόχια και ευεργέτες τον τσάρο Νικόλαο, τον Πατριάρχη της Ρωσίας Νίκωνα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία, ο οποίος καταγόταν από τη Ζίτσα, τους αυτοκράτορες της Ρωσίας Αλέξανδρο και Αλέξιο-Νικόλαο και τις αυτοκράτειρες Ολγα, Αικατερίνη και Θεοδώροβνα. Ήταν όμως τόσο κακή η διαχείριση των εσόδων, που το μοναστήρι χρεοκόπησε το 1787 και πέρασε στη δικαιοδοσία της Σχολής Γκιούμα, στα Γιάννινα, η οποία ανέλαβε τα χρέη του. Ομως το 1797 ο Μέγας Ναπολέων κατέσχεσε τα κεφάλαια της σχολής, που τα είχαν στην Ενετική Τράπεζα, οπότε η κατάσταση έγινε δυσκολότερη. Την καταστροφή ήρθε να συμπληρώσει η πυρπόληση της μονής το 1820 από τον Αλή πασά. Η μονή είχε συμμετοχή στον αγώνα κατά των Τούρκων, αλλά και θύματα. Πρώτο θύμα ήταν το 1822 ο ηγούμενος της μονής, Ζαχαρίας, ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Λίγο πριν απελευθερωθούν τα Γιάννινα, οι Τούρκοι σκότωσαν τον λαϊκό φύλακα της μονής Δημήτρη Πανταζάκο, γιατί είχε φιλοξενηθεί εκεί ο στρατηγός Πουτέτσης. Ιστορικά έχουν μείνει και τα πανηγύρια της μονής στις 20 Ιουλίου.

 

Μονή Παλιουρής

Είναι χτισμένη στη βόρεια πλευρά του λόφου της Κοινότητας Παλιουρής στον Δήμο Ζίτσας, είναι αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου και εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Η μονή βρίσκεται στο 30ό χλμ της εθνικής οδού Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας. Η πρόσβαση είναι εύκολη, αφού ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι ασφαλτοστρωμένος σε όλο το μήκος του (400 μ). Ο ναός του μοναστηριού είναι ρυθμού βασιλικής τρίκλιτης, με προεξέχοντα -της στέγης- τρούλο. Η θολωτή στέγη του ναού αποτελείται από 12 ισομεγέθεις θόλους, διατεταγμένους σε τρεις παράλληλες σειρές, που στηρίζονται σε δύο κιονοστοιχίες, από τρεις κίονες η κάθε μία. Εσωτερικά, ο ναός κοσμείται με τοιχογραφίες του 1833, έργα των Ιωαννιτών ζωγράφων Θεοδοσίου και του γιου του, Κωνσταντίνου. Στον ναό σώζονται εικόνες του 1678 (έργο του Εμμανουήλ Τζάνε) και του 18ου αι., καθώς και αντίγραφο χαλκογραφίας της Παναγίας της κυπριακής Μονής Κύκκου. Σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1373 από τον Σέρβο ηγεμόνα των Ιωαννίνων, Θωμά Πρελιούμποβιτς, και επανιδρύθηκε το 1688-90 από τον Παπαναστάση Αλεξίου, από τη Ζίτσα. Βάσει μιας επιγραφής, το καθολικό καταστράφηκε από Αλβανούς το 1782 και ανοικοδομήθηκε το 1786. Το 1796, το μοναστήρι πιθανόν ανακαινίστηκε όπως είναι στη σημερινή του μορφή και μάλιστα με τη συνδρομή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Το 1820, χάλασε (εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς που διέμεναν εκεί έως τότε. Το 1825, ανασυστάθηκε με ειδικό διάταγμα από τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά τον Κιουταχή, διοικητή των Ιωαννίνων.