Μετά τη Μητρόπολη Κονίτσης, στην οποία η «Κιβωτός της Ορθοδοξίας» προσέφερε για τη στήριξη του έργου της 5.000 ευρώ, ανάλογο ποσό διατέθηκε και στα εκπαιδευτήρια «Θεομήτωρ» στην Ηλιούπολη. Ο εκδότης της εφημερίδας, κ. Γιάννης Κουρτάκης, και ο Γενικός Διευθυντής Μέσων, κ. Παναγιώτης Τζένος, παρέδωσαν στη διευθύντρια του σχολείου, Μοναχή Πελαγία, επιταγή ύψους 5.000 ευρώ. «Eυχαριστούμε θερμά για την πρωτοβουλία να στηρίξετε το έργο μας, που επιτελούμε εδώ και 65 χρόνια. Τέτοιες πρωτοβουλίες αυτή την κρίσιμη περίοδο για την πατρίδα μας είναι σημαντικές για να συνεχίσουμε να παρέχουμε βοήθεια σε παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα», τόνισε η διευθύντρια των σχολείων.

Από την πλευρά του, ο εκδότης της «Κ», κ. Γιάννης Κουρτάκης, συνεχάρη όλο το προσωπικό των εκπαιδευτηρίων για το έργο που επιτελεί όλα αυτά τα χρόνια, χαρακτηρίζοντας την προσφορά ως «ελάχιστη συμβολή σε μια προσπάθεια που δημιουργεί αξίες για την κοινωνία μας». Επίσης, ο κ. Κουρτάκης τόνισε πως η «Κ» θα συνεχίσει να προσφέρει ανάλογα ποσά σε ιδρύματα και μητροπόλεις, ώστε να στηριχτεί –στο μέτρο του δυνατού– το έργο τους.

Ο κ. Παναγιώτης Τζένος υπεραμύνθηκε της ανάγκης για στήριξη όλων των φορέων της Εκκλησίας που προσφέρουν στον αδύνατο. Με σκοπό, όπως είπε, να δημιουργηθεί ένα «κίνημα προσφοράς σε μια δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα».

Η «Κ» θα συνεχίσει να προσφέρει ανάλογα ποσά σε ιδρύματα και μητροπόλεις, ώστε να στηριχτεί –στο μέτρο του δυνατού– το έργο τους

Τα εκπαιδευτήρια «φιλοδοξούν να δώσουν ελληνορθόδοξη αγωγή στα παιδιά μας. Κυρίως αυτή την εποχή, που είναι, δυστυχώς, πολύ άσχημη. Τα παιδιά μορφώνονται και μέσα από όλες τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις», σημειώνει η υπεύθυνη της διοίκησης των εκπαιδευτηρίων, ηγουμένη της μονής, γερόντισσα Θεοφανώ.

Τα σχολεία «Θεομήτωρ» λειτουργούν υπό τη σκέπη της Μονής Θεομήτορος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Από τη δεκαετία του ’70 και μέχρι σήμερα λειτουργούν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο έως και το Λύκειο. Παράλληλα, υπάρχει και ωδείο, το οποίο είναι παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου. Με την έγκριση, όπως είναι φυσικό, του υπουργείου Παιδείας, τα σχολεία ακολουθούν το αναλυτικό πρόγραμμά του για κάθε τάξη και βαθμίδα, έχουν ολοήμερα τμήματα, ενώ πραγματοποιούν και μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας, ανάλογα με τη ζήτηση και τις ανάγκες των παιδιών.

Στο Γυμνάσιο, σήμερα, ενισχυτική διδασκαλία γίνεται για τα Μαθηματικά, τα Νέα και τα Αρχαία Ελληνικά, ενώ στο Λύκειο για τα Αρχαία Ελληνικά, τα Μαθηματικά, τη Φυσική και τη Χημεία. Επίσης, διδάσκονται τρεις ξένες γλώσσες, Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Το διδακτικό έργο των εκπαιδευτηρίων δεν περιορίζεται, πάντως, στην παροχή γνώσεων και στη «φροντίδα να μην υπάρχουν μαθησιακά κενά». Συμπληρώνεται με πολιτιστικές, αθλητικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και κάθε είδους δραστηριότητες που ενισχύουν την πνευματικότητα και διαπλάθουν τον χαρακτήρα των μαθητών. Το διδακτικό προσωπικό αποτελείται από λαϊκούς, κατά κύριο λόγο, εκπαιδευτικούς, αλλά και από μοναχές, ενώ επιλέγεται με βάση την επιστημονική κατάρτιση, το ήθος και τα παιδαγωγικά προσόντα. Το γεγονός ότι διδάσκουν και μοναχές ίσως στην αρχή ξενίσει έναν νέο μαθητή.

Σήμερα, στα εκπαιδευτήρια φοιτούν συνολικά περίπου 500 μαθητές, ενώ οι δυνατότητες υποδοχής είναι τουλάχιστον κατά 200 παιδιά μεγαλύτερες.

Τα «Θεομήτωρ» έχουν επίσης υποστεί τις συνέπειες της κρίσης. Προτεραιότητα δίνεται πάντα στα παιδιά αποφοίτων του σχολείου, καθώς και στα αδέλφια μαθητών/τριών που φοιτούν σε αυτό. Απαραίτητη πριν από την εγγραφή είναι η αίτηση-δήλωση και η παρουσία-ξενάγηση του παιδιού στον χώρο, στο περιβάλλον του σχολείου. Κάθε νέος μαθητής περνά τη διαδικασία της γνωριμίας και της εξοικείωσης με αυτό.

Τα δίδακτρα για τη φοίτηση στο Δημοτικό είναι 3.950 ευρώ κατ’ έτος, για το Γυμνάσιο 4.500 ευρώ και για το Λύκειο 4.900 ευρώ. Σε όλες τις περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η μεταφορά των μαθητών με λεωφορείο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, κατά πάγια τακτική, το ένα πέμπτο των μαθητών των εκπαιδευτηρίων φοιτά δωρεάν. Πρόκειται για παιδιά είτε από το οικοτροφείο που διατηρεί η μονή είτε από οικογένειες που πληρούν τα οικονομικά κριτήρια τα οποία έχουν θεσπίσει τα εκπαιδευτήρια για τον σκοπό αυτό.