Της Ελένης Χριστοδουλοπούλου


Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε το 1730 σε ένα χωριό της Λακωνίας. Το επίθετό του, δυστυχώς, δεν έχει διασωθεί. Υπάρχει, όμως, ο χαρακτηρισμός Μπαρδάκης, που είναι πολύ πιθανό να είναι και το πραγματικό του επίθετο. Οι γονείς του, όπως γνωρίζουμε, ήταν αρκετά φτωχοί και εργάζονταν ως ξυλοκόποι. Κάποια στιγμή πέρασε από το χωριό του ένας έμπορος από τη Σμύρνη, ο οποίος πρότεινε στον Πέτρο να τον πάρει μαζί του όταν θα τέλειωνε με τις δουλειές του. Τότε σκοτώθηκε ο πατέρας του σε μια συμπλοκή με Τουρκαλβανούς και η μητέρα του αναγκάστηκε να τον στείλει στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Τελικά, ο έμπορος βρήκε τον Πέτρο, τον πήρε από τη μονή και πήγαν μαζί στη Σμύρνη.

Από τα πρώτα χρόνια της παραμονής του εκεί φάνηκε το τεράστιο ταλέντο του στη μουσική και αμέσως ξεκίνησε μαθήματα με τον ιερομόναχο μουσικό Ιωάννη Τραπεζούντιο (πρωτοψάλτης του Πατριαρχείου). Όταν πέθανε ο δάσκαλός του (1770), ο Πέτρος έγινε λαμπαδάριος στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Επίσης, ξεκίνησε να διδάσκει μουσική στην πατριαρχική μουσική σχολή από το 1776. Ήδη από το 1770 ο Πέτρος είχε γίνει γνωστός σε όλη την Πόλη τόσο στους Ορθοδόξους όσο και στους μωαμεθανούς. Όλοι τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν ως μουσικό, ως συνθέτη και ως δάσκαλο. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Λαμπαδάριος είχε την ικανότητα να γράφει στο χαρτί (μουσική παρτιτούρα) οποιαδήποτε μελωδία άκουγε, και μάλιστα με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι Οθωμανοί τον αποκαλούσαν χιρσίζ (κλέφτη), αλλά και χότζα (διδάσκαλος).

Η παρακάτω ιστορία εξηγεί απόλυτα τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς, αλλά αποδεικνύει και το ταλέντο του. Το 1770, λοιπόν, πήγαν στην Πόλη τρεις Οθωμανοί μουσικοί με σκοπό να παρουσιάσουν στον τότε σουλτάνο, Χαμίτ Α’, την καινούργια μουσική τους σύνθεση. Εκείνα τα χρόνια, όλοι οι μουσικοί ήταν υποχρεωμένοι να παίρνουν την έγκριση του σουλτάνου. Εάν ο σουλτάνος ενέκρινε τη μουσική τους, τους γέμιζε με φλουριά και τους έκανε επίσημα μουσικούς στην αυλή του. Εάν, όμως, συνέβαινε το αντίθετο, τους φυλάκιζε, ή τους εξόριζε, ή τους εκτελούσε. Οι τότε μουσικοί της αυλής του σουλτάνου θορυβήθηκαν από την άφιξη κάποιων νέων μουσικών. Έχοντας καλές σχέσεις με τον Πέτρο, ζήτησαν τη βοήθειά του ώστε να τους ξεγελάσουν. Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, λοιπόν, τους πρότεινε να καλέσουν τους τρεις μουσικούς σε δείπνο και να τους ζητήσουν να παίξουν το καινούργιο τους κομμάτι. Και πράγματι έτσι έγινε. Όλο το βράδυ παρέμεινε κρυμμένος και, ακούγοντας το άσμα μόνο δύο-τρεις φορές, κατάφερε να το καταγράψει σε παρτιτούρα. Την επόμενη μέρα, οι Οθωμανοί μουσικοί παρουσιάστηκαν στον σουλτάνο, ώστε να παίξουν το τραγούδι τους. Εκείνη τη στιγμή μπήκε και ο Πέτρος στο παλάτι και κάθισε να ακούσει και αυτός. Όταν τελείωσαν την παρουσίασή τους, ο Πέτρος σηκώθηκε ενοχλημένος, λέγοντας πως το κομμάτι αυτό ανήκε σε εκείνον, επιδεικνύοντας την παρτιτούρα με την υπογραφή του. Οι τρεις μουσικοί, τότε, προκάλεσαν τον Πέτρο να το παίξει και να το τραγουδήσει κι εκείνος, όπως και έκανε, με μεγάλη επιτυχία. Ο σουλτάνος διέταξε αμέσως τη φυλάκιση των μουσικών αλλά και την εξορία τους. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι Τούρκοι τον χαρακτηρίζουν «κλέφτη». Κανένας, όμως, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν μια μουσική διάνοια.

Υπάρχει ακόμα μία ιστορία από τον βίο του Πέτρου που παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Μια μέρα επισκέφτηκε έναν φίλο του μουεζίνη (μουσουλμάνο ψάλτη). Κάποια στιγμή ξεκίνησαν να τραγουδάνε και τότε άρχισε να ψάλλει την προσευχή του μουεζίνη, μα σε διαφορετικό ήχο. Ο φίλος του εντυπωσιάστηκε και τον προκάλεσε να ανέβει αυτός στον μιναρέ το επόμενο πρωί και να ψάλλει την προσευχή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο Πέτρος, πράγματι, το επόμενο πρωί ανέβηκε και έψαλλε αυτός την προσευχή. Ο σουλτάνος, που άκουσε αυτόν τον καινούργιο ήχο, εντυπωσιάστηκε και ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο εκτελεστής. Όταν του παρουσίασαν τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο, εξοργίστηκε και διέταξε τη φυλάκισή του με την κατηγορία της ιεροσυλίας. Ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα της δίκης, κατάφερε να απαλλαχτεί παριστάνοντας τον τρελό μπροστά στους δικαστές, παίζοντας με κάτι καρύδια.

Ο Πέτρος, εκτός από συνθέτης-δάσκαλος, υπήρξε και εξαιρετικός οργανοπαίκτης. Έπαιζε ταμπουρά, όπως είπαμε και παραπάνω, αλλά και νέι (πνευστό μουσικό όργανο από την ευρύτερη περιοχή της Περσίας). Το όργανο αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για τους Οθωμανούς, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μουσουλμανική θρησκεία.

Ο Πέτρος θεωρείται από την εκκλησία η «4η πηγή» της βυζαντινής μουσικής μαζί με τους Ιωάννη Δαμασκηνό, Ιωάννη Κουκουζέλη και Ιωάννη τον Κλαδά

Το έργο του

Το έργο του Πελοποννήσιου μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο ενότητες: τη εκκλησιαστική και την κοσμική μουσική. Στην εκκλησιαστική μουσική το σημαντικότερο έργο του είναι ότι κατάφερε να απλοποιήσει μέθοδο του Ιωάννη Κουκουζέλη και του Ιωάννη Τραπεζούντιου. Αυτό το κατάφερε με τη χρήση περισσοτέρων μουσικών χαρακτήρων και με τη δημιουργία ενός νέου, σημειογραφικού συστήματος. Η σημειογραφία του Πέτρου είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συνδέει την πρώτη σημειογραφία με την τελική σημερινή. Επίσης, ερμήνευσε παλαιότερα εκκλησιαστικά μέλη, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην εξέλιξη της βυζαντινής μουσικής αλλά και γραφής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το έργο του Πέτρου συνολικά είναι μεγάλο και σε όγκο αλλά και σε ποιότητα. Δυστυχώς, διασώζονται ελάχιστα χειρόγραφα. Συγκεκριμένα, ο Πέτρος μελοποίησε το σύντομο Στιχηράριο, το Ειρμολόγιο, το Κρατηματάριο, το Οικηματάριο, το αργό Στιχηράριο, την Παπαδική, το Μαθηματάριο και πολλά ακόμα. Επίσης, συνέθεσε τρία χερουβικά αργά και τρία σύντομα, θεομητορικές και δεσποτικές εορτές (και στους 8 ήχους), ευλογητάρια, πολυελέους, πασαπνοάρια, δοξολογίες, καλοφωνικούς ειρμούς και κρατήματα.

Όπως προαναφέραμε, ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε μόνο με την εκκλησιαστική μουσική. Συνέθεσε πάρα πολλά δημοτικά τραγούδια, τα οποία σημείωσαν τεράστια επιτυχία και έγιναν γρήγορα γνωστά στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής. Τα τραγούδια αυτά φαίνεται να ξεπερνούν τα 100. Πέρα από τη μουσική, φαίνεται να έγραφε και στίχους. Πολλοί είναι οι μελετητές που του αποδίδουν πολλά γνωστά τετράστιχα, χωρίς, όμως, να έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Πέτρος θεωρείται από την εκκλησία η «4η πηγή» της βυζαντινής μουσικής μαζί με τους Ιωάννη Δαμασκηνό, Ιωάννη Κουκουζέλη και Ιωάννη τον Κλαδά.

 

Με ένα νέι

Ο Πέτρος ο Λαμπαδάριος πέθανε το 1777, σε μικρή ηλικία, από πανούκλα. Σύμφωνα με πληροφορίες, όταν οι δερβίσηδες της Πόλης πληροφορήθηκαν τον θάνατό του, ζήτησαν από το Πατριαρχείο να πάρουν μέρος στην τελετή παίζοντας μουσική για τον δάσκαλό τους. Έτσι, λοιπόν, όταν τελείωσε το τρισάγιο, άρχιζαν να παίζουν μουσική και να τραγουδούν. Ένας από αυτούς, μάλιστα, έβαλε στον τάφο του Πέτρου του Πελοποννήσιου ένα νέι ως δώρο προς τον δάσκαλό του, λέγοντας τα παρακάτω λόγια: «Αείμνηστε δάσκαλε, δέξου και από μας, τους ορφανούς μαθητές σου, το στερνό τούτο δώρο, για να συμψάλλεις με αυτό στον Παράδεισο μαζί με τους αγγέλους».

Ό,τι γνωρίζουμε για τον βίο του Πέτρου του Πελοποννήσιου το οφείλουμε στον ιερέα Χρύσανθο, ο οποίος ανέλαβε να γράψει τη βιογραφία του. Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά γι’ αυτόν: «Σχεδόν κατέφερε εις το να φέρει τους μουσικούς χαρακτήρας από συμβόλων εις γράμματα και μόνος από τους καθ’ ημάς μουσικούς ίσως επλησίασεν εις το άκρον της έξεως της πρακτικής μουσικής».

Δυστυχώς, ο Πέτρος ο Λαμπαδάριος πέθανε πριν προλάβει το Πατριαρχείο να τον κάνει Πρωτοψάλτη. Παρ’ όλα αυτά, άφησε πίσω του ένα τεράστιο μουσικό αλλά και εκπαιδευτικό έργο, κατατάσσοντας εαυτόν ως έναν από τους καλύτερους μουσικούς της Εκκλησίας μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα θαυμάζεται το έργο του, τόσο από τους Χριστιανούς όσο και από τους μουσουλμάνους. Με λίγα λόγια, πρόκειται για τον κυριότερο εκπρόσωπο του βυζαντινού είδους.

 

Σημείωση: Λαμπαδάριος είναι εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα. Στα βυζαντινά χρόνια ήταν ο υπεύθυνος για το άναμμα των φώτων, θα λέγαμε, της εκκλησίας η μιας περιοχής. Σταδιακά περιορίστηκε στο να ονομάζεται έτσι ο αριστερός πρώτος ψάλτης του χορού (χορωδίας), αντιπροσωπεύοντας τις γυναίκες κατά την απόδοση των ύμνων. Ο τίτλος του λαμπαδάριου δινόταν σε άντρες στους οποίους είχε προηγηθεί η χειροθεσία τους σε αναγνώστη. Μέγας Λαμπαδάριος ήταν αυτοκρατορικός τίτλος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σήμαινε μέγας φωτοδότης – αυτός που δίνει το φως του πολιτισμού στον κόσμο.