Της Λητώς Μησιακούλη

 

Η συλλογή έργων Τέχνης και εικόνων σίγουρα δεν είναι ένας χώρος που τους αφορά όλους. Υπάρχουν πολλοί που δεν ανήκουν στους κατεξοχήν γνώστες της εν λόγω αγοράς, ούτε και τους απασχολεί να μάθουν πράγματα σχετικά με αυτή. Τυχαίνει, όμως, να είναι κάτοχοι κάποιου έργου Τέχνης, ενός αντικειμένου ή μιας εικόνας με μεγάλη αξία, τόσο εικαστική όσο και εμπορική (σε επίπεδο μεταπώλησης) είτε επειδή τους το έκαναν δώρο είτε επειδή ήταν οικογενειακό κειμήλιο.

Πόσο περιπλέκονται τα πράγματα σε αυτές τις περιπτώσεις; Τι πρέπει να προσέχουν όσοι ανήκουν σε αυτή την πολύ ιδιαίτερη κατηγορία; Ο κ. Μηνάς Χατζηχρήστου, ιδιοκτήτης του ομώνυμου οίκου συντήρησης έργων Τέχνης και σύμβουλος αγοραπωλησιών έργων Τέχνης, μίλησε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για το ζήτημα. Έχοντας, μάλιστα, μεγάλη εμπειρία στη συντήρηση εικόνων, στάθηκε στο γεγονός ότι κάθε ιδιώτης που έχει στην κατοχή του ένα εκκλησιαστικό κειμήλιο, όπως μια εικόνα, ένα ξυλόγλυπτό ή ακόμα και ένα βιβλίο, θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό, οφείλει να δηλώσει την κυριότητά του στην αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων.

Η δήλωση ενός τέτοιου κειμηλίου είναι πάρα πολύ σημαντική, διότι όχι μόνο κατοχυρώνει τον εκάστοτε κάτοχό του για την κυριότητά του, αλλά συγχρόνως η καταγραφή του διευκολύνει την ανεύρεσή του, σε περίπτωση κλοπής. Κατά τον κ. Χατζηχρήστου, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που ύστερα από κλοπή και αφού είχαν ενημερωθεί οι αρμόδιες Αρχές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προστατεύθηκε η προώθηση και η πώληση αυτών των αντικειμένων από οίκους δημοπρασιών ή ιδιώτες.

«Κατόπιν επικοινωνίας με την αρμόδια τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, ο εκάστοτε ιδιώτης πραγματοποιεί αίτηση δήλωσης κυριότητας με φωτογραφικό υλικό που έχει στα χέρια του για τα αντίστοιχα κειμήλια. Συνήθως, ανάλογα με τη διάθεση προσωπικού, η Εφορεία απαντάει για τη συνέχεια της διαδικασίας, αφού έχει προηγηθεί αυτοψία στον χώρο του ιδιώτη», υπογραμμίζει.

 

Φθορά ή αλλαγή διεύθυνσης

Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα είναι τι πρέπει να γνωρίζει ο κάτοχος ενός αντικειμένου αξίας που, όπως αναφέραμε στην αρχή, δεν είναι σε θέση ούτε να παρακολουθεί τις τάσεις της αγοράς ούτε να ξέρει τις παγίδες του χώρου.

«Οι υποχρεώσεις του κατόχου απορρέουν από τις διατάξεις του Νόμου 3028/2000. Μεταξύ άλλων, ο κάτοχος ενός τέτοιου κειμηλίου, μετά τη δήλωσή του, είναι υποχρεωμένος, για την προστασία του από υλική φθορά ή αλλοίωση, να δηλώσει κάθε αλλαγή στην κατάστασή του, όπως αλλαγή διεύθυνσης, μεταφορά, τυχόν απώλεια ή φθορά του», ξεκαθαρίζει ο κ. Χατζηχρήστου, συμπληρώνοντας πως, σε περίπτωση μεταβίβασης (δωρεά ή πώληση), ο ιδιώτης οφείλει να γνωστοποιήσει στην αρμόδια Εφορεία τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο έγινε η μεταβίβαση.

 

Ο ρόλος της συντήρησης

Βεβαίως, σε όλη αυτή τη διαδικασία, η συντήρηση του αντικειμένου παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Αφενός συμβάλλει στην καλή διατήρησή του και τη μη επέκταση των φθορών του, αφετέρου βοηθά στο να προηγείται κάθε σχετικής δήλωσης στην Εφορεία Αρχαιοτήτων. «Έτσι, λοιπόν, η φωτογραφική καταγραφή αυτών από τις αρμόδιες Αρχές πρέπει να αποτυπώνει τη συντηρημένη κατάστασή τους για διευκόλυνση οποιασδήποτε ταυτοποίησής τους στο μέλλον, εφόσον κριθεί αναγκαίο», συμβουλεύει ο κ. Χατζηχρήστου.

Αναμενόμενο είναι να αναρωτηθούν όλοι εκείνοι που βρέθηκαν τυχαία με μια εικόνα στον ιδιωτικό τους χώρο: «Έχω δικαίωμα να την πουλήσω;». Πόσο εύκολο είναι, λοιπόν, για έναν ιδιώτη να πουλήσει τις εικόνες του στην Ελλάδα και ποια μονοπάτια πρέπει να αποφύγει; Η προαναφερθείσα δήλωση της εικόνας και η ενημέρωση της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων είναι αναπόφευκτα στάδια, ιδίως στην περίπτωση που υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον από το ελληνικό Δημόσιο – περίπτωση όχι και τόσο συχνή τα τελευταία χρόνια.

 

Γιατί οι εκκλησίες θέλουν ΕΣΠΑ

Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια, ενώ διαθέτουν τεράστιες συλλογές εικόνων, σχεδόν ποτέ δεν επιλέγουν τη λύση της πώλησης κάποιων από αυτές για να καλύψουν τις μεγάλες ανάγκες τους, όπως η συντήρηση και η αποκατάστασή τους. Πόσο εύκολο είναι να αντληθούν τα απαραίτητα κονδύλια;

«Στη δύσκολη οικονομική περίοδο που διανύουμε, οι οικονομικοί πόροι των ιερών μητροπόλεων, των ιερών μονών και των ιερών ναών έχουν περιοριστεί κατά πολύ. Για τον λόγο αυτό οι περισσότεροι απευθύνονται σε προγράμματα της Ε.Ε. (ΕΣΠΑ κ.ά.) ή ιδρύματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν πόρους για την εκτέλεση των έργων συντήρησης και αποκατάστασης των εκκλησιαστικών έργων Τέχνης και μνημείων», αποκαλύπτει ο κ. Χατζηχρήστου και επιμένει πως «για να εγκριθούν αυτά τα κονδύλια από οποιονδήποτε φορέα, είναι απαραίτητο να προηγούνται μελέτες συντήρησης και αποκατάστασης των φορητών εικόνων, των ξυλογλύπτων, των τοιχογραφιών και των κτιρίων, οι οποίες θα πρέπει να έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ., επισυνάπτοντας παράλληλα οικονομικούς προϋπολογισμούς εκτέλεσης των έργων. Οι μελέτες αυτές κρίνονται τότε ώριμες προκειμένου να απορροφηθούν τα αντίστοιχα κονδύλια εκτέλεσης. Ανάλογες μελέτες συντήρησης εκκλησιαστικών έργων Τέχνης, όπως εικόνων, ξυλογλύπτων, τοιχογραφιών κ.λπ., μπορούν να εκπονήσουν συντηρητές έργων Τέχνης, πιστοποιημένοι από το ΥΠ.ΠΟ, καθώς και αρχιτέκτονες αναστηλωτές για μελέτες συντήρησης κτιρίων».

Από τα λεγόμενα του κ. Χατζηχρήστου αντιλαμβάνεται λοιπόν, κανείς πως η συντήρηση πάλι κρίνεται αναγκαία και γίνεται συνάμα «όχημα» για να επιτευχθούν οι σκοποί αυτοί.

«Σε αρκετές περιπτώσεις είναι απαραίτητη η συνεργασία των παραπάνω ειδικοτήτων προκειμένου να κατατεθούν και να εγκριθούν ταυτόχρονα η μελέτη συντήρησης του κτιρίου ενός ιερού ναού με τη μελέτη συντήρησης των τοιχογραφιών εσωτερικά του συγκεκριμένου ιερού ναού. Είναι απαραίτητη πλέον σήμερα η συνύπαρξη και των δύο διαφορετικών -πλην όμως άμεσα σχετικών- μελετών για να προχωρήσουν προς έγκριση από το ΥΠ.ΠΟ. Διαφορετικά οποιαδήποτε μελέτη καθυστερεί και στο τέλος σταματάει, διότι δεν είναι πλήρης ο φάκελος των μελετών», προειδοποιεί καταλήγοντας.