Απρόβλεπτες διαστάσεις παίρνει η κόντρα μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενόψει της σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ρωσία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Αντιόχεια ανεβάζουν τους τόνους σε μια περίοδο που οι φανατικοί της Τουρκίας μετατρέπουν, έστω και για λίγες μέρες, την Αγία Σοφία σε τζαμί και την ώρα που η Ελλαδική Εκκλησία και η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούν να επικρατήσει η σύνεση και να αποτελέσει η Σύνοδος την αρχή της συνεννόησης στους κόλπους της Ορθοδοξίας.

Αν και αρχικά η κόντρα ξεκίνησε για τη θεματολογία, στην πορεία, με πρώτη τη Ρωσία, ετέθησαν ζητήματα με έντονα συμβολικό χαρακτήρα. Το θέμα που προβλημάτισε τη Ρωσία, τη Ρουμανία και στη συνέχεια τη Βουλγαρία ήταν το πώς θα κάθονται οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών. Με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, οι Προκαθήμενοι θα κάθονται σε «τραπέζι παραλληλόγραμμο» και όχι κυκλικό (!). Η θέση αυτή μπορεί να φαντάζει «αθώα», ωστόσο δείχνει ότι το θέμα της διάταξης έχει να κάνει με το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Κατά τους Ρώσους, εάν ο Πατριάρχης καθίσει στην κεφαλή του τραπεζιού μόνος του, θα βγει προς τα έξω η εικόνα του «ισχυρού», ενώ είναι (κατά τους Ρώσους) πρώτος μεταξύ ίσων! Στην ουσία, ο Πατριάρχης Μόσχας αλλά και οι άλλοι, που ακολουθούν την ίδια στάση, αμφισβητούν τον ηγετικό ρόλο του Φαναρίου, κάτι που βεβαίως γίνεται μεθοδικά τα τελευταία χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η θέση που διατύπωσε ο διάκονος Βλαντιμίρ Βασιλίκ, καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας της Αγίας Πετρούπολης, ο οποίος μίλησε στο πρακτορείο ειδήσεων TASS. «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο περιφρονεί υπεροπτικά Εκκλησίες και Προκαθημένους, κάτι που είναι ενάντια στην ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δημιουργώντας έτσι μια εκκλησιαστική δικτατορία. Η Κωνσταντινούπολη θέλει να σφετεριστεί το δικαίωμα της οικουμενικής δικαιοδοσίας, δηλαδή το δικαίωμα να χαρίζει και να στερεί την αυτοκεφαλία, με άλλα λόγια να διευθύνει οποιαδήποτε Ορθόδοξη Εκκλησία», είπε.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η ανακοίνωση του Πατριαρχείου Αντιοχείας, το οποίο, αφού επικαλείται τις αντιρρήσεις των άλλων, τονίζει ότι δεν θα παραστεί στις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Το Φανάρι, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, αντέδρασε με τη σύγκληση της Ιεράς Ενδημούσης Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία εξέτασε όλες τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί το τελευταίο διάστημα. Όπως αναμενόταν, δεν έκανε δεκτές τις προτάσεις των άλλων Εκκλησιών και κάλεσε όλους να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων: «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ως πρωτεύθυνος Εκκλησία, διά την διασφάλισιν της ενότητος της Ορθοδοξίας, καλεί άπαντας να αρθούν εις το ύψος των περιστάσεων και να μετάσχουν εις τας, κατά τας προκαθωρισμένας ημερομηνίας, εργασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ως πανορθοδόξως απεφασίσθη και υπεγράφη τόσον υπό των Προκαθημένων εις τας Ιεράς Συνάξεις αυτών όσον και υπό των εξουσιοδοτημένων εκάστοτε αντιπροσωπιών καθ’ όλην την μακράν προπαρασκευαστικήν της Συνόδου διαδικασίαν».

Πάντως, Αθήνα και Φανάρι εκτιμούν ότι η Σύνοδος θα γίνει, «έστω και με απουσίες», αφού ακόμη και μία αναβολή θα σηματοδοτούσε γενικευμένες κόντρες για το σύνολο της Ορθοδοξίας.

Οι τελευταίες εξελίξεις προκάλεσαν την έντονη ανησυχία της ελληνικής κυβέρνησης και του υπουργείου Εξωτερικών. Με τη συμμετοχή του υφυπουργού Γιάννη Αμανατίδη, συνεδρίασε η Ειδική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία ασχολήθηκε με οργανωτικά κυρίως θέματα. Σε δηλώσεις του ο κ. Αμανατίδης χαρακτήρισε τη Σύνοδο «ελπιδοφόρα για όλο τον κόσμο».

«Η πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Κολυμπάρι Χανίων της Κρήτης, από τις 16 έως τις 27 Ιουνίου, είναι μια ελπιδοφόρα προοπτική, όχι μόνο για τον Χριστιανικό κόσμο, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Η πραγματοποίησή της θα στείλει ένα μήνυμα ενότητας στον Ορθόδοξο κόσμο και ένα μήνυμα σε έναν κόσμο που ταλαιπωρείται αυτή τη στιγμή από διάφορα προβλήματα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υφυπουργός.

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο ίδιος υπογράμμισε τη σημασία της διεξαγωγής της Συνόδου επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Η Σύνοδος αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της Ορθόδοξης Εκκλησίας τα τελευταία 1.300 χρόνια, ενώ είναι η πρώτη συνάντηση όλων των Ορθόδοξων Προκαθημένων και επισκόπων μετά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ. Στη Σύνοδο θα μετάσχουν όλοι οι Προκαθήμενοι (Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι) από τις 14 αυτοκέφαλες Εκκλησίες, ενώ ο συνολικός αριθμός των συμμετεχόντων αναμένεται να ξεπεράσει τους πεντακόσιους».

Επίσης ο κ. Αμανατίδης διαβεβαίωσε ότι η Πολιτεία έχει λάβει όλα τα μέτρα ώστε η Σύνοδος να στεφθεί από πλήρη οργανωτική επιτυχία.

Σημαντική ήταν η παρέμβαση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος τόνισε ότι «παίζονται παιχνίδια εξουσίας με σημεία ευαίσθητα, που δεν θα έπρεπε να είναι, γιατί ήδη έχουν ξεκαθαριστεί τα πράγματα στις δύο προηγούμενες συνάξεις των Προκαθημένων και δεν νομίζω ότι τα προβαλλόμενα αιτήματα είναι λόγος αναβολής ή κατάργησης της Αγίας Συνόδου. Η Εκκλησία της Ρωσίας με αυτά που προτείνει θέλει να μπει συνδιαχειριστής και γι’ αυτό δημιουργεί μια κρίση και λέει “ελάτε όλοι μαζί να τη διαχειριστούμε και να τη λύσουμε”. Είναι δυνατόν να καλλιεργούμε τέτοιες διχαστικές αντιλήψεις; Τι θα κάνουμε; Θα δημιουργήσουμε δύο πόλους μέσα στην Ορθοδοξία;».

 

Το χρονικό της έντασης

Ενώ όλοι ασχολούνταν με την επιτυχία της Συνόδου -παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων κύκλων της Ορθοδοξίας -, με επιστολή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος διατύπωνε επιφυλάξεις για το «πρωτόκολλο» και συγκεκριμένα για το πώς θα καθίσουν οι Προκαθήμενοι στη συνεδριακή αίθουσα. Ο κ. Κύριλλος ξεκαθάρισε πως, εάν δεν διευθετηθεί το θέμα, δυσχεραίνει και κωλύει τη συμμετοχή του. «Εις το παρουσιασθέν σχεδιάγραμμα, οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών ούτε εις ίδιον τραπέζιον παρακάθηνται, αλλά εις θέσιν ιδιαιτέραν έκαστος και εξ αποστάσεως ο εις εκ των αδελφών αυτού, κεχωρισμένοι όντες, ούτε λέξιν ανταλλάξαι δυνάμενοι με τον πλησίον αυτών. Η κατάταξις των τραπεζιών τούτων είναι τοιαύτη ώστε ούτε καν προσφέρει τη δυνατότητα εις τα διεθνή ΜΜΕ όπως προβάλουν εις το διεθνές ακροατήριον πάντας τους συνελθόντας Προκαθημένους των Αγίων του Θεού Εκκλησιών ταυτοχρόνως. Ούτως διαλύεται μια συνολική εικών της Συνόδου», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος επισήμανε ότι «η προτεινόμενη κατάταξις προσεγγίζει επικινδύνως τα ρωμαιοκαθολικά πρότυπα», προτείνοντας να κάθονται όλοι στο ίδιο, ημικυκλικό τραπέζι, ωστόσο την κεντρική θέση, «ως προεδρεύων, φυσικώς, να καταλαμβάνει η Υμετέρα Παναγιότης».

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας, το οποίο έσπευσε να υιοθετήσει τις θέσεις της Ρωσίας, απειλώντας να μη συμμετάσχει η αντιπροσωπία του, επικαλούμενο ακόμη και αδυναμία κάλυψης των εξόδων!

Ετσι εξελίχθηκε σε χρήσιμο «σύμμαχο» της Ρωσίας, αναδεικνύοντας και αυτό ζητήματα, ανάμεσα στα άλλα, χωροταξικής και οικονομικής φύσεως. Υιοθετώντας τη «γραμμή» της Μόσχας, εκφράζει την αντίθεσή του στον τρόπο με τον οποίο θα καθίσουν οι Προκαθήμενοι και οι τοποτηρητές ετερόδοξων Εκκλησιών, ενώ κάνει λόγο και για «τον κίνδυνο να αναλάβει μεγάλα και αδικαιολόγητα χρηματοοικονομικά έξοδα σε περίπτωση συμμετοχής».

Ξεπερνώντας και αυτούς τους φανατικούς που υποστηρίζουν ότι δεν έχει καμία χρησιμότητα η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και με αφορμή την ύπαρξη διαφωνιών από Αυτοκέφαλες Εκκλησίες για τα κείμενα που θα συζητηθούν, ζητά να αναβληθεί η Σύνοδος, ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος για μελέτη των θεμάτων.

Από άλλη αφετηρία, αλλά σαφώς με υποκειμενικό τρόπο, βλέπει τη συμμετοχή του στη Σύνοδο το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Το πρόβλημα εδώ είναι η διαμάχη που έχει ξεσπάσει με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Κατάρ. Η Αντιόχεια εκφράζει την απογοήτευσή της για το ότι το Φανάρι με δική του πρωτοβουλία παρέπεμψε την επίλυση του ζητήματος του Κατάρ στην περίοδο μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ενώ κατηγορεί τα Ιεροσόλυμα για «εισπήδηση», τονίζοντας πως μετά από αυτό δεν συντρέχει λόγος συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει: «Αυτό που προξενεί περισσότερο πόνο είναι ότι οι προσπάθειες αυτές, οι οποίες έγιναν όλο και πιο εντατικές παράλληλα με τις προετοιμασίες για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποσκοπούσαν στην εξεύρεση εκκλησιαστικής και οριστικής λύσεως της εισπηδήσεως πριν από την έναρξη της Μεγάλης Συνόδου, ούτως ώστε η Σύνοδος να φανερώσει την ενότητα της Ορθοδοξίας».

Κόντρα με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έχει και το Πατριαρχείο Ρουμανίας. Η διαφορά εδώ είναι ότι τα Ιεροσόλυμα κατηγορούν τη Ρουμανία για εισπήδηση για έναν ναό που έχτισαν οι Ρουμάνοι στην Ιεριχώ χωρίς άδεια.