Του Πάνου Μπαΐλη

 

Αλήθεια πρώτη: Η Εκκλησία ποτέ δεν ήθελε τον χωρισμό. Αλήθεια δεύτερη: Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας όλες οι κυβερνήσεις ήθελαν «πιο ξεκάθαρες» λύσεις, αλλά ποτέ δεν τόλμησαν να προχωρήσουν σε αποφάσεις. Ανάμεσα σε αυτές τις αλήθειες, κράτος και Εκκλησία, παρά τις κατά καιρούς κόντρες, πορευτήκαν μαζί επί 41 χρόνια, αν και η Ε.Ε. σε πολλές περιπτώσεις πίεζε για ζητήματα που είχαν σχέση με τα δήθεν ανθρώπινα δικαιώματα.

Τον τελευταίο καιρό πολλοί είναι εκείνοι που, αν και δηλώνουν θαυμαστές του έργου της Εκκλησίας, σχεδιάζουν να ανοίξουν το θέμα των σχέσεων, με αφορμή και την αξιοποίηση της περιουσίας. Και η Εκκλησία;

Όταν τον 2004 η κόντρα Βαρθολομαίου-Χριστόδουλου κορυφωνόταν, ένα στέλεχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλεγε σε δημοσιογράφους: «Το Φανάρι και η Εκκλησία έχουν πολλές λύσεις στα συρτάρια τους. Ανοίγει το ένα συρτάρι και, αν αυτή η λύση δεν αρέσει, πηγαίνουν στο δεύτερο, στο τρίτο κ.λπ.».

Ακριβώς αυτό ισχύει και για την Εκκλησία της Ελλάδος, σε περίπτωση που η κυβέρνηση επιδιώξει τον χωρισμό. Αν και αυτή θα είναι η έσχατη λύση, υπάρχει Plan B, και μάλιστα εφαρμόσιμο. Ήδη πολλοί μητροπολίτες συζητούν για την επόμενη μέρα, στη βάση στην ουσία του μοντέλου της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία έχει αυτόνομη πορεία. Σύμφωνα με το σχέδιο που παραμένει χαμηλά -προς το παρόν- στα συρτάρια των λύσεων, η πρώτη απόφαση που θα υλοποιηθεί θα είναι η ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ώστε να βγουν νέα στελέχη στην κοινωνία, τα οποία θα μπορούν να αντιμετωπίσουν με επάρκεια γνώσεων την καινούργια κατάσταση.

Το επόμενο στάδιο θα είναι να αναλάβει η ίδια τη μισθοδοσία των κληρικών. Σε πρώτη φάση τα χρήματα για τη μισθοδοσία θα προέρχονται από τους πλούσιους ναούς των αστικών κέντρων. Η Εκκλησία θα επιτρέπει επίσης στους ιερείς να έχουν δεύτερη δουλειά, ώστε να μπορούν να αντέξουν, ενώ θα ενισχυθεί και ο θεσμός του εθελοντή ιερέα.

Η Σύνοδος θα ζητήσει από την Πολιτεία την επιστροφή της περιουσίας, περίπου 750.000 στρεμμάτων, τα οποία είχαν δοθεί με την προϋπόθεση να καλυφθεί η μισθοδοσία του κλήρου. Εάν το κράτος αρνηθεί να επιστρέψει την περιουσία, τότε η Εκκλησία θα τη διεκδικήσει στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια.

Η υπάρχουσα εκκλησιαστική περιουσία θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του μοντέλου της εταιρείας που ήδη λειτουργεί στην Αρχιεπισκοπή. Τώρα, το 50% προορίζεται για το κράτος και το άλλο 50% για τις ανάγκες της Αρχιεπισκοπής. Σε περίπτωση χωρισμού, το 50% της περιουσίας της Πολιτείας θα περάσει στην Εκκλησία. Ανάλογες εταιρείες θα δημιουργηθούν και σε κάθε μητρόπολη, ώστε να αξιοποιηθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία, που είναι εκτάσεις, σπίτια, καταστήματα, αλλά και ιχθυοτροφεία, δάση κ.λπ.

Το μοντέλο που ήδη έχει επιλεγεί για την αξιοποίηση της περιουσίας είναι η Εκκλησία να μετέχει σε μεικτά σχήματα, διαθέτοντας τη δική της γη, ακόμα και τα άλλα ακίνητα, και οι επενδυτές να βάλουν τα χρήματα που απαιτούνται.

Στις άμεσες προτεραιότητες είναι και η ίδρυση τράπεζας στα πρότυπα της Εκκλησίας της Κύπρου.

Όπως είναι φυσικό, η Εκκλησία θα αποκτήσει το δικό της «υπουργείο Εξωτερικών», προκειμένου να αναπτύξει δικές της σχέσεις με τις άλλες ορθόδοξες και μη Εκκλησίες. Στην πορεία και όσο αποκτά την αυτονομία της, θα μπορεί να προχωρήσει στην ίδρυση πανεπιστημίων, σχολείων, νοσοκομείων και άλλων ιδρυμάτων. Πάντα στις προθέσεις της είναι και η ανάπτυξη δικτύων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν αποτελεί στόχο για το σύνολο της ιεραρχίας, ωστόσο πολλοί μητροπολίτες, επειδή φοβούνται ότι η Ε.Ε θα επιβάλει αλλαγές στις σχέσεις της με την Πολιτεία, συζητούν το ενδεχόμενο της αυτόνομης πορείας, «για να μη μας πιάσουν στον ύπνο», όπως λένε.

Παρ’ όλα αυτά, και οι ίδιοι γνωρίζουν πως –αν και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έχουν τα πάνω χέρι, αφού οι Έλληνες δηλώνουν και είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί- μια ρήξη στις σχέσεις με την Πολιτεία θα ανατρέψει πολλά. Και κυρίως θα ανατρέψει παραδόσεις αιώνων. Ωστόσο, εκτιμούν ότι, αν αρχίσουν να υποχωρούν σε θέματα που έχουν σχέση με τη λειτουργία τους, τότε μοιραία θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν και σε ζητήματα αρχών και αξιών και «αυτό δεν πρέπει να το κάνουν με την απειλή της διακοπής της μισθοδοσίας του κλήρου ή την υψηλή φορολογία».

Στις άμεσες προτεραιότητες είναι και η ίδρυση τράπεζας στα πρότυπα της Εκκλησίας της Κύπρου

Σχέσεις σε δοκιμασία 

Η Εκκλησία μπορεί να μην έχει εκτιμήσει με ακρίβεια τα περιουσιακά στοιχεία της, επειδή σε πολλές περιπτώσεις το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν είναι ξεκάθαρο, ωστόσο 10.000 νομικά πρόσωπα (σ.σ.: μητροπόλεις, μονές, ναοί) είναι όσα διαχειρίζεται σε όλη τη χώρα. Η περιουσία, κινητή και ακίνητη, χωρίζεται σε «διατηρητέα», «εκποιητέα» και «ρευστοποιητέα». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί περιλαμβάνονται σε νομοθετήματα της περιόδου 1930-1931, όταν η διοίκηση και η διαχείριση της «εκποιητέας» ανατέθηκαν στον Οργανισμό Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ).

Η Εκκλησία (κυρίως τα μοναστήρια που υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο) μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου κράτους, το 1828, κατείχε νόμιμα το 25% περίπου της γης. Από τότε και για πολλά χρόνια η περιουσία, με διάφορες κρατικές πιέσεις, απειλές, μεθοδεύσεις, απαλλοτριώσεις και αρπαγές, μειώθηκε δραστικά.

Το πρώτο πλήγμα το δέχτηκε από τον Όθωνα και τους Βαυαρούς αντιβασιλείς. Με βασιλικά διατάγματα του 1833 και του 1834 το κράτος διέλυσε 416 μοναστήρια και διέθεσε την κινητή και την ακίνητη περιουσία τους για την ίδρυση του Εκκλησιαστικού Ταμείου. Ωστόσο, το Ταμείο που ίδρυσε λειτούργησε με τρόπο αδιαφανή, ενώ, όπως έχει γίνει γνωστό, οι επιτήδειοι της εποχής πωλούσαν στα παζάρια, για λογαριασμό τους, τα ιερά σκεύη, τα κειμήλια και τα λείψανα αγίων. Το Ταμείο το 1843 πέρασε στη διοίκηση και τη διαχείριση της επί των Οικονομικών Γραμματείας του κράτους και οι πόροι του διατέθηκαν για άλλους σκοπούς.

Με το Βασιλικό Διάταγμα της 20.5/1.6.1836 «Περί εκκλησιαστικών κτημάτων» έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση, χωρίς καταβολή αντιτίμου. Στην περιουσία που απέμεινε επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία, που, όταν δεν ήταν δυνατόν να καταβληθεί, γίνονταν δημόσιοι πλειστηριασμοί!

Η απαλλοτριωτική επιβολή του νεοελληνικού κράτους συνεχίστηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το 1912-1913. Έτσι, με τους Νόμους 1072/1917 και 2050/1920, αλλά και με άλλους που ακολούθησαν, επιβλήθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση μοναστηριακών κτημάτων, για την αποκατάσταση προσφύγων ή ακτημόνων. Σύμφωνα με έγγραφο του ΟΔΕΠ, από το 1917 έως το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών. Το κράτος καθόρισε αυτό το αντίτιμο, κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο τα 40 εκατομμύρια και οφείλει ακόμα τα 960!

Με νόμο του 1931, το κράτος επέβαλε την εκποίηση («ρευστοποίηση») ακόμα ενός μεγάλου τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, παρά τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε τοποθετήθηκε σε «εθνικά χρεόγραφα και χρηματόγραφα», αλλά η αξία τους εξανεμίστηκε, σχεδόν στο σύνολό της, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή (1946-1950) και η Ειδική Επιτροπή για τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος στο άρθρο 143 προέβλεπαν την πλήρη απαλλοτρίωση όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς αντάλλαγμα! Πρόσχημα; Η αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και γεωργοκτηνοτρόφων. Η ιεραρχία αντέδρασε, η απόπειρα ματαιώθηκε, αλλά στη συνέχεια η πολιτική της απαλλοτρίωσης συνεχίστηκε. Κι ενώ το Σύνταγμα και του 1952 όριζε ότι «επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η Ανατολική Ορθόδοξος», η κυβέρνηση Πλαστήρα προέβαλε την απαίτηση να παραχωρηθεί η εκκλησιαστική περιουσία στο κράτος, με την απειλή μάλιστα της διακοπής της μισθοδοσίας των εφημερίων. Η εμμονή της κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή της από 18.9.1952 «Συμβάσεως περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων». Η σύμβαση αυτή ήταν επαχθής για την Εκκλησία, αφού υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο κράτος τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της και τα 2/3 των βοσκοτόπων. Το αντάλλαγμα; Μόλις το 1/3 της πραγματικής αξίας και κάποια αστικά ακίνητα.

Με νόμο του 1931, το κράτος επέβαλε την εκποίηση ακόμα ενός μεγάλου τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ό,τι εισπράχθηκε τοποθετήθηκε σε «εθνικά χρεόγραφα και χρηματόγραφα», αλλά η αξία τους εξανεμίστηκε στον Β' Παγκόσμιο

 

Από τον Ράλλη στον Τρίτση

Από το 1975 και μετά εντάθηκαν οι πιέσεις για τον λεγόμενο «χωρισμό Εκκλησίας και κράτους», ενώ το 1976 ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεώργιος Ράλλης, κατήρτισε σχέδιο για την παραχώρηση στο κράτος των 3/4 (75%) της περιουσίας, με την Εκκλησία να κρατά το υπόλοιπο 1/4 (25%). Η προσπάθειά του ναυάγησε. Ο διάδοχός του, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, πρότεινε το κράτος να πάρει τα 4/5 (80%) και στην Εκκλησία να μείνει το 1/5 (20%). Κι αυτό δεν υλοποιήθηκε.

Το 1985 ο υπουργός Παιδείας, Απόστολος Κακλαμάνης, κατάρτισε νομοσχέδιο με θέμα «Ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας» και το επόμενο έτος ο νέος υπουργός, Αντώνης Τρίτσης, εμφάνισε σχέδιο συμφωνίας διάρκειας 100 χρόνων για ανάπτυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας και αξιοποίησή της από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, που θα απέδιδαν 10% στην Εκκλησία και 5% στο κράτος. Ο Αντ. Τρίτσης κατάρτισε και έφερε στη Βουλή νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε ως Νόμος 1700/1987. Όμως, ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Πράξη Συγκρότησης του Συμβουλίου του ΟΔΕΠ και κάποιες μονές προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση με τους νόμους αυτούς άρθρων της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της και δικαιώθηκαν.