Της Έλενας Τσακίρη

 

Αίτηση αναστολής και ακύρωσης κατέθεσε στο ΣτΕ η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) μαζί με γονείς και εκπαιδευτικούς για τη μείωση ωρών στο μάθημα των Θρησκευτικών στο Δημοτικό. Η υπουργική απόφαση που είχε εκδώσει πριν από λίγες εβδομάδες το υπουργείο Παιδείας αφορά αλλαγές στο ωρολόγιο πρόγραμμα από την επόμενη σχολική χρονιά (2016-2017) και ειδικότερα για το μάθημα των Θρησκευτικών προβλέπει μία διδακτέα ώρα λιγότερη σε δύο τάξεις, την Ε’ και ΣΤ’ Δημοτικού.

Στο ιστορικό της προσφυγής αναφέρεται: «Στο υπ’ αρ. φ. Β 1324 ΦΕΚ της 11ης Μαΐου 2016 δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. πρωτ. Φ12/657/70691/Δ1 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με θέμα “Ωρολόγιο πρόγραμμα ενιαίου τύπου ολοήμερου δημοτικού σχολείου”, με την οποία οι συνολικές ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας στο δημοτικό σχολείο μειώθηκαν σε 30 από 35 που προβλέπονταν με την προηγούμενη, υπ’ αρ. Πρωτ. Φ.50/1169/149005/Δ1/23-09-2015/ΥΠΟΠΑΙΘ υπουργική απόφαση. Με τη διά της παρούσας αιτήσεώς μας προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, εκτός των άλλων, μειώνονται για το σχολικό έτος 2016-2017 οι ώρες διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ε’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου κατά 1 ώρα και στη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου κατά 1 ώρα.  Δυνάμει της ως άνω προηγούμενης υπουργικής αποφάσεως, το μάθημα των Θρησκευτικών διδασκόταν κατά δύο (2) ώρες στην Ε’ και κατά δύο (2) ώρες στη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού».

Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, στη διάταξη του Άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού και τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. ... Εξάλλου στη διάταξη του Άρθρου 13 αυτού ορίζεται ότι: “1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. ... Εκ παραλλήλου, στη διάταξη του Άρθρου 16 (παρ. 2) του Συντάγματος ορίζεται ότι: “Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”. Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ιδίως τα όσα ειδικότερα για την προσβαλλόμενη απόφαση ισχύουν με το Άρθρο 16, παρ. 2 Σ, προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέκρουσε την αποσύνδεση της θρησκείας από την εκπαίδευση (κοσμικό πρότυπο) και προτίμησε την οδό του “μέτρου αρίστου”, που αξιώνει τον σεβασμό της “επικρατούσας” θρησκείας και τον συνυπολογισμό της ανάμεσα στους προσδιοριστικούς παράγοντες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αυτή η ρητή συνταγματική επιλογή συμπυκνώνει ιστορικές επιλογές, αντιδιαστολές σε σχέση με τα προϊσχύοντα Συντάγματα, αλλά και ισορροπίες που ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται και να αναπαράγει».

Βάσει των παραπάνω, η ΠΕΘ καταλήγει στην προσφυγή της ότι «διά της προσβαλλομένης αποφάσεως μειώσεως των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στις προαναφερθείσες τάξεις (Ε’ και Στ’) του δημοτικού σχολείου σε μία (1) μόνο ώρα εβδομαδιαίως, δεν είναι πλέον δυνατή η σε επαρκή βαθμό ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών, σύμφωνα προς τις αρχές του Ορθοδόξου Χριστιανικού Δόγματος» και η απόφαση κρίνεται παράνομη και ακυρωτέα.