«Του λόγου μου, ο μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτόν μου, είδα ότι όλες τις εντολές του Κυρίου τις παρέβην. Όλες τις αμαρτίες τις έχω κάνει. Δεν έχουν σημασία εάν ορισμένες έχουν γίνει σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφρυντικά, επειδή με έχει ευεργετήσει πολύ ο Κύριος. Εύχεσθε να με ελεήσει ο Χριστός. Συγχωρέστε με και συχωρεμένοι να είναι όσοι νομίζουν ότι με ελέησαν. Ευχαριστώ πολύ και πάλιν εύχεσθε».

Ο Παΐσιος ίσως είναι ο μοναδικός μοναχός στη σύγχρονη ιστορία της Ορθοδοξίας για τον οποίο έχουν γραφτεί τα περισσότερα βιβλία, στα οποία οι συγγραφείς μεταφέρουν τις απόψεις, τις θέσεις και τις ιδέες του, δημιουργώντας τον δικό τους μύθο γύρω από έναν άνθρωπο που ήθελε να περνά απαρατήρητος. Βλέποντας όμως ότι πολλοί από όσους τον επισκέπτονταν κατά εκατοντάδες κάθε χρόνο στο κελί του, την Παναγούδα, κοντά στη Μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος, μετέφεραν τον λόγο του όπως αυτοί τον κατανοούσαν και για να προστατευθεί από υπερβολές, έγραψε: «Ο μεγαλύτερος εχθρός μου είναι το όνομά μoυ. Αλίμονο στον μοναχό που βγάζει όνομα, διότι μετά δεν θα έχει ησυχία, αλλά και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να πλάθουν διάφορα πράγματα, τα οποία δεν είναι πραγματικότητα».

Ποιος ήταν

Ο Παΐσιος δεν ήταν μορφωμένος. Δεν ήταν άνθρωπος που παρακολουθούσε τα σύγχρονα προβλήματα μέσα από τις εφημερίδες και τα άλλα μέσα ενημέρωσης και δεν διάβαζε τίποτε άλλο παρά βίους αγίων. Δεν είχε άνεση λόγου και θεολογική κατάρτιση, με την έννοια του διανοούμενου της Εκκλησίας. Είχε όμως την πολύ απλή -απλοϊκή πολλές φορές- λογική, την οποία απέκτησε παρακολουθώντας τη φύση. Είχε αφήσει τη ζωή του στον Θεό και πίστευε ότι με την προσευχή και τη νηστεία μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί.

Ο ίδιος από μικρό παιδί είχε αναδείξει τη νηστεία σε κυρίαρχο ζήτημα, όπως και την προσευχή. Ένα σχισμένο ράσο, λίγα χόρτα και δυο σανίδες για κρεβάτι ήταν αρκετά για τον λιπόσαρκο μοναχό, ο οποίος νήστευε πολύ και προσευχόταν ακόμη περισσότερο. Όλο του το νοικοκυριό ήταν ένα κονσερβοκούτι, το οποίο χρησιμοποιούσε για κατσαρόλα, ποτήρι και φλιτζάνι, και ένα κουτάλι. Όλα τα άλλα πίστευε ότι με τη νηστεία και την προσευχή θα τα φρόντιζε ο Θεός. Αυτό από μόνο του τον αγιοποιούσε στα μάτια των επισκεπτών του!

Ένα σχισμένο ράσο, λίγα χόρτα και δυο σανίδες για κρεβάτι ήταν αρκετά για τον λιπόσαρκο μοναχό, ο οποίος νήστευε πολύ και προσευχόταν ακόμη περισσότερο. Όλο του το νοικοκυριό ήταν ένα κονσερβοκούτι, το οποίο χρησιμοποιούσε για κατσαρόλα, ποτήρι και φλιτζάνι, και ένα κουτάλι

Το περίεργο είναι ότι, ενώ ήταν τόσο απόλυτος και «παραδοσιακός», ταυτόχρονα αποδεικνυόταν με τις θέσεις που διατύπωνε ότι ήταν πιο μπροστά από άλλους κληρικούς και μη στην αντιμετώπιση σύγχρονων προβλημάτων, όπως, για παράδειγμα, η βάπτιση παιδιών των οποίων οι γονείς είχαν παντρευτεί με πολιτικό γάμο.

Σήμερα είναι στη διακριτική ευχέρεια κάθε Mητροπολίτη να δεχθεί τη βάπτιση αυτών των παιδιών ή όχι. Ο Παΐσιος όμως έλεγε «Και τι φταίνε αυτά;», σε μια προσπάθεια να πείσει τους «αυστηρούς της Ορθοδοξίας» να δείχνουν ανοχή και αγάπη!

Επειδή υπηρέτησε στον Στρατό ως ασυρματιστής, παρομοίαζε τον μοναχό ως «ασυρματιστή του Θεού», ο οποίος όσο απομακρυνόταν από τις πόλεις και όσο πιο ψηλά ανέβαινε στα βουνά τόσο πιο καλή επικοινωνία θα είχε, όπως έλεγε, με τον «δημιουργό του».

Ο απόλυτος μοναχός

Ο Παΐσιος γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1924 και εκοιμήθη τον Ιούλιο του 1994, ακριβώς μετά από 70 χρόνια. Αυτό για πολλούς ήταν «ένα διαφορετικό σημάδι».

Ο τρόπος που προσέγγιζε τα πράγματα ήταν εκείνος που τον ενέταξε στον κύκλο των ανθρώπων που «διδάσκουν με τη ζωή τους την απλότητα». Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που έχουν γραφτεί εκατοντάδες βιβλία για αυτόν και έχουν μεταφραστεί ή μεταφράζονται σε περισσότερες από 20 χώρες σε όλο τον κόσμο.

Ο Παΐσιος υπηρέτησε στον Στρατό την περίοδο του Εμφυλίου ως ασυρματιστής, όπου είχε την ευκαιρία να «πολεμά χωρίς όπλο» και να βρίσκει χρόνο να προσεύχεται για τη σωτηρία των στρατιωτών! Αυτή πρέπει να ήταν και η τελευταία υποχώρησή του ως λαϊκού.

Όταν ήταν παιδί, η δοκιμασία που είχε επιβάλει στον εαυτό του ήταν ο ελάχιστος ύπνος, το ελάχιστο φαγητό και η αυστηρότατη νηστεία. Και σαν να μην έφταναν αυτά, είχε φτάσει σε σημείο να περπατά ξυπόλυτος ακόμη και πάνω σε αγκάθια, για να συνηθίζει στον πόνο.

Ο Παΐσιος υπηρέτησε στον Στρατό την περίοδο του Εμφυλίου ως ασυρματιστής, όπου είχε την ευκαιρία να «πολεμά χωρίς όπλο» και να βρίσκει χρόνο να προσεύχεται για τη σωτηρία των στρατιωτών

Από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, στην Κόνιτσα, το Σινά και το Άγιον Όρος

Λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να βάλουν «τέλος στο ελληνοτουρκικό πρόβλημα», προκρίνοντας τη λύση της ανταλλαγής των πληθυσμών, στα Φάρασα της Καππαδοκίας η οικογένεια του Πρόδρομου και της Ευλογίας Εζνεπίδη αποκτούσε ένα ακόμη υγιέστατο αγοράκι, στις 25 Ιουλίου 1924. Μέσα στην τρέλα της εποχής, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού, έγινε η βάπτισή του. Αυτή όμως αποδείχτηκε ότι είχε και συμβολικό χαρακτήρα. Το νεογέννητο το βάπτισε ένας από τους πλέον σεβάσμιους ιερείς της ευρύτερης περιοχής της Καππαδοκίας, ο Αρσένιος, συγγενής της μητέρας του, ο οποίος μετά την κοίμησή του ανακηρύχθηκε άγιος από την επίσημη Εκκλησία.

Ήταν τότε που οι κάτοικοι των Φαράσων, όπως και σε όλες τις περιοχές όπου ήταν έντονο το ελληνικό στοιχείο -στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών-, ξεριζώθηκαν και επιβιβάστηκαν με ελάχιστα προσωπικά είδη στο καράβι που θα τους έφερνε στην Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ.

Ο πατέρας του Παΐσιου ονομαζόταν Προκόπιος Θεοδοσίου. Για να γλυτώσει από τους Τούρκους, όμως, άλλαξε το όνομά του και το έκανε «Εζνεπίδης», που σημαίνει «αλλοδαπός». Η μητέρα του, Ευλογία, ανήκε στο γένος Φραγκοπούλου και ήταν συγγενής του Αρσένιου. Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 χρόνων τον Πρόδρομο Εζνεπίδη, με τον οποίο απέκτησε δέκα παιδιά, από τα οποία τα δύο πρώτα πέθαναν. Το τρίτο το βάπτισε ο Αρσένιος και του έδωσε το όνομα Ζωή. Από τότε όλα τα υπόλοιπα  έζησαν και μεγάλωσαν φυσιολογικά.

Τα δύο κορίτσια που πέθαναν ήταν η Αικατερίνη και η Σωτηρία. Τα υπόλοιπα παιδιά ήταν: η Ζωή, η Μαρία, ο Ραφαήλ, η Αμαλία, ο Χαράλαμπος, ο Αρσένιος (ο γέροντας Παΐσιος), η Χριστίνα και ο Λουκάς.

Το 1924, η οικογένεια Εζνεπίδη, όπως και εκατοντάδες άλλες, επιβιβάστηκε σε πλοίο για τον Πειραιά. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και μέσα στον συνωστισμό που επικρατούσε, κάποιος πάτησε το βρέφος, αλλά τελικά το παιδί σώθηκε. Πολύ αργότερα ο Παΐσιος έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Αν είχα πεθάνει τότε, που είχα τη χάρη του βαπτίσματος, θα με έριχναν στη θάλασσα να με φάνε τα ψάρια και τουλάχιστον θα μου έλεγε ευχαριστώ κανένα ψαράκι και θα πήγαινα στον Παράδεισο».

Η οικογένεια έμεινε για λίγο στον Πειραιά και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο κάστρο της Κέρκυρας. Εκεί εκοιμήθη και ετάφη ο Άγιος Αρσένιος, ακριβώς σαράντα ημέρες από τον ερχομό του στην Ελλάδα. Μετά την Κέρκυρα, η οικογένεια πέρασε στην Ηγουμενίτσα, για να καταλήξει στην Κόνιτσα.

 

Η ζωή στην Κόνιτσα

Ο γέροντας Παΐσιος έτρωγε άνοστα φαγητά (δεν έβαζε αλάτι για να μην πίνει πολύ νερό). Έπλενε μόνος του τα ρούχα του και όταν δεν πήγαινε με τους δικούς του στα χωράφια, έβγαζε τα παπούτσια του και έτρεχε ξυπόλυτος. Τα πόδια του μάτωναν, αλλά αυτός υπέμενε τον πόνο, μιμούμενος τους μάρτυρες. Την ίδια στιγμή διάβαζε και αποκτούσε αρκετές γνώσεις για τους αγίους και τον Χριστό, τις οποίες μετέφερε στους φίλους του.

Μετά τον Στρατό, έμεινε για λίγο στην Κόνιτσα και στη συνέχεια, φορώντας ακόμη τα στρατιωτικά ρούχα, ταξίδεψε για το Άγιον Όρος, προκειμένου να βρει «γέροντα να υποταχθεί» και να του μάθει τα μυστικά του μοναχισμού. Στην αρχή φιλοξενήθηκε στο κελί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που ανήκε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Εκείνη την περίοδο, η οικογένειά του αντιμετώπιζε προβλήματα και του ζήτησε να επιστρέψει στην Κόνιτσα. Η πρώτη του επίσκεψη στο Άγιον Όρος δεν ήταν όπως την είχε φανταστεί και έτσι επέστρεψε στην οικογένειά του.

Στην Κόνιτσα ο Παΐσιος άρχισε να εργάζεται ως μαραγκός. Την ημέρα σκληρή δουλειά και νηστεία και το βράδυ προσευχή, συνεχείς μετάνοιες και ύπνο στο τσιμέντο, για να συνηθίσει στη σκληρή ζωή του μοναχού. Τον Μάρτιο του 1953 ήταν πιο έτοιμος από ποτέ να γίνει μοναχός.

Mετά τον Στρατό, έμεινε για λίγο στην Κόνιτσα και στη συνέχεια, φορώντας ακόμη τα στρατιωτικά ρούχα, ταξίδεψε για το Άγιον Όρος, προκειμένου να βρει «γέροντα να υποταχθεί» και να του μάθει τα μυστικά του μοναχισμού

Σε όσους τον ρωτούσαν γιατί επέλεξε τον δρόμο αυτόν απαντούσε: «Η Εκκλησία μάς διδάσκει δύο δρόμους: Τον μοναχισμό και τον γάμο. Το βόδι που δεν πάει ούτε στον ζυγό ούτε στην αυλακιά πάει στον χασάπη».

Έναν χρόνο αργότερα, στις 27 Μαρτίου 1954, πήρε ρασοευχή και του δόθηκε το όνομα Αβέρκιος. Για το σημαντικό γεγονός  έγραψε: «Επροχθές έλαβα ρασοευχή και με μετονόμασαν Αβέρκιο. Ήθελαν να με κάνουν μεγαλόσχημο, αλλά εγώ ο ταλαίπωρος δεν μπορώ να κάνω αυτά που απαιτεί το Μικρό Σχήμα, πόσο μάλλον να κάνω αυτά που απαιτεί το Μέγα».

Στις 12 Μαρτίου 1956 άφησε τη Μονή Εσφιγμένου και εγκαταστάθηκε στη Φιλοθέου. Στις 3 Μαρτίου 1957 εκάρη μοναχός και πήρε το όνομα Παΐσιος. Στη μητέρα του έστειλε επιστολή με την υπογραφή «Μοναχός Παΐσιος Φιλοθεΐτης», περήφανος για την εξέλιξή του.

Η χαρά του δεν κράτησε πολύ, αφού τότε εμφανίστηκαν και τα πρώτα προβλήματα υγείας, και αναγκάστηκε πάλι να επιστρέψει στην Κόνιτσα. Για λίγους μήνες παρέμεινε εκεί και έκανε θεραπεία, προσευχόταν και πολεμούσε ηρωικά τη φυματίωση.

Στη Μονή Στομίου

Στη χαράδρα του Αώου, περίπου τρεις ώρες δρόμο από την Κόνιτσα, στην κορυφή της Γκαμήλας, υπάρχει η Ιερά Μονή Στομίου, την οποία είχαν κάψει οι Γερμανοί. Τον Αύγουστο του 1958 ο Παΐσιος πήγε εκεί και άρχισε την ανοικοδόμησή της με πενιχρά μέσα, καθώς η πρόσβαση στο μοναστήρι δεν ήταν καθόλου εύκολη.

Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Παΐσιος έκανε κάτι που σχεδίαζε από μικρό παιδί: πήγε στην Κέρκυρα προκειμένου να κάνει ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Αρσενίου, του ανθρώπου που τον βάφτισε στα Φάρασα και του έδωσε το όνομά του. Όταν επέστρεψε με τα οστά του «αγίου του», με πολλή προσωπική δουλειά έδωσε ζωή στο μοναστήρι, δεχόταν εκεί πιστούς, συζητούσε μαζί τους και παράλληλα βοηθούσε τους φτωχούς της περιοχής.

Τον Οκτώβριο του 1961 η Μονή Φιλοθέου του έδωσε το τυπικό απολυτήριο και τον «απελευθέρωσε» για τις μελλοντικές του κινήσεις.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1962 παρέδωσε τη Μονή Στομίου και πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγει για τρίτη φορά από την Κόνιτσα. Τώρα όμως ο δρόμος του δεν οδηγούσε στο Άγιον Όρος, αλλά πολύ πιο μακριά για τα δεδομένα της εποχής: Στο Σινά, όπου τον είχαν προσκαλέσει μοναχοί, οι οποίοι υπηρετούσαν εκεί και τον είχαν συναντήσει στο Στόμιο. Το 1966 όμως η υγεία του επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο και αφού δεν είχε άλλη επιλογή πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε εγχείρηση και του αφαιρέθηκε τμήμα από τα πνευμόνια του. Εκεί, στο κελί του Τιμίου Σταυρού έμεινε περίπου 10 χρόνια. Το 1968 η Μονή Μεγίστης Λαύρας έδωσε απολυτήριο στον Παΐσιο.

Το 1970 μετέφερε από την Κόνιτσα στο ησυχαστήριο της Σουρωτής τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου με την ευχή να ταφεί και αυτός μια μέρα δίπλα «στον γέροντά του».

Στις 29 Οκτωβρίου 1972 επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη γενέτειρά του, τα Φάρασα, προσκύνησε και έφυγε παίρνοντας μαζί του λίγο χώμα από την πατρίδα που δεν γνώρισε.

Στις 13 Μαΐου 1979 άφησε το κελί του Τιμίου Σταυρού και εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα, κοντά στη Μονή Κουτλουμουσίου. Από εκεί και πέρα άνοιξε ο σημαντικότερος για τον ίδιο και τους γύρω του κύκλος της μοναστικής του ζωής.

Το 1970 μετέφερε από την Κόνιτσα στο ησυχαστήριο της Σουρωτής τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου με την ευχή να ταφεί και αυτός μια μέρα δίπλα «στον γέροντά του».

Το 1993, ο γέροντας, προκειμένου να αντιμετωπίσει την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, πήγε στη Θεσσαλονίκη και έκανε μια σειρά από εξετάσεις, από τις οποίες προέκυψε η σοβαρότητα της κατάστασής του. Όλο αυτό το διάστημα του συμπαρίσταντο οι μοναχές της Σουρωτής, που άλλωστε ήταν και πνευματικά τέκνα του γέροντα.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1994 υπεβλήθη σε εγχείρηση στο έντερο και οι γιατροί διαπίστωσαν ότι ο καρκίνος που τον ταλαιπωρούσε είχε επεκταθεί σε πολλά σημεία του σώματός του. Ο ίδιος έλεγε ότι, αν γινόταν καλά, θα επέστρεφε στο Άγιον Όρος. Όμως η υγεία του δεν του το επέτρεψε. Όταν διαισθάνθηκε το τέλος του, εξέφρασε την επιθυμία του να ταφεί στη Σουρωτή.

Στις 12 Ιουλίου 1994, ημέρα Τρίτη, σε ηλικία 70 χρόνων, ο γέροντας Παΐσιος εκοιμήθη και ετάφη στο ησυχαστήριο που είναι δίπλα στον Ναό του Αγίου Αρσενίου. Στον τάφο του, σύμφωνα με την επιθυμία του, τοποθετήθηκε μια μικρή μαρμάρινη πλάκα, με τους στίχους που έγραψε ο ίδιος:

«Εδώ τελείωσε η ζωή

Εδώ και η πνοή μου

Εδώ το σώμα θα θαφτή,

Θα χαίρη κι η ψυχή μου.

Ο άγιός μου κατοικεί

Αυτό είναι η τιμή μου

Πιστεύω αυτός να λυπηθεί

Την άθλια ψυχή μου

Θα εύχεται στον Λυτρωτή

Να ’χω την Παναγία μαζί μου.

Μοναχός Παΐσιος Αγιορείτης».

 

Ο Παΐσιος από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα ήξερε ότι θα λέγονταν και θα γράφονταν πολλά για τον ίδιο. Άλλωστε πολλά βιβλία είχαν γραφτεί όταν αυτός ζούσε και έδινε τις μάχες του για την πίστη του.

Έτσι, πριν γράψει και το ανεπιτήδευτο έμμετρο που είναι χαραγμένο στον τάφο του, αυτοβιογραφήθηκε όσο πιο απλά μπορούσε: «Εγώ, ο αμαρτωλός Παΐσιος, μοναχός Φιλοθεΐτης, Αγιωρείτης, ο κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, εγενήθην εις την πατρίδα του Μεγ. Βασιλείου, Καισάρεια της Καππαδοκίας, τον Ιούλιο του 1924.

Με φέρανε στην αγαπημένη μας μητέρα Ελλάδαν 40 ημερών “προσφυγόπουλο”. Εμεγάλωσα στην νυν Ηρωική πατρίδα μου, Κόνιτσα. Υπηρέτησα τον επίγειον βασιλέα και μετά κατατάγην εθελοντής στο αγγελικό τάγμα των μοναχών εις τον επουράνιον βασιλέα Χριστόν. Από μικρός ποθούσα την μοναχικήν ζωήν, “μάλλον αγγελικήν” καθώς την ονομάζει ο Μέγας Βασίλειος, και αφού απέδωσα τα του Καίσαρος το Καίσαρι επήγα εις το Άγιο Όρος ίνα αποδώσω και τα του Θεού τω Θεώ. Καθώς Κύριός μας λέγει στο ευαγγέλιό του κατά Ματθαίον “β’ 27”».