Της Ελένης Χριστοδουλοπούλου

 

Κανένας τόπος δεν ταυτίστηκε τόσο πολύ με την Παναγία όσο η Τήνος. Κανένας λαός δεν συνδέθηκε τόσο με τη «μητέρα του Θεού» όσο οι Έλληνες. Από τις 30 Ιανουαρίου 1823, όταν βρέθηκε η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, έως και σήμερα η Παναγία της Τήνου έχει αναδειχθεί ως η δεύτερη Ιερουσαλήμ της Ορθοδοξίας, με εκατοντάδες χιλιάδες πιστούς να φτάνουν μέχρι εκεί από όλο τον κόσμο.

Η εύρεση δε της εικόνας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 συνδέθηκε με την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ ο τορπιλισμός της «Έλλης» τον Αύγουστο του 1940 ενίσχυσε στον υπέρτατο βαθμό τον «θείο έρωτα» απλών ανθρώπων αλλά και των ισχυρών, οι οποίοι έφτασαν στην Τήνο ως απλοί προσκυνητές.

Είτε δέχεται κάποιος τον ρόλο της θρησκείας στην πορεία ενός λαού είτε όχι, στην περίπτωση της Τήνου δεν μπορεί παρά να αποδεχτεί ότι γύρω από τον επιβλητικό ναό τα πάντα κινούνται σε ρυθμούς βαθιάς κατάνυξης και σεβασμού προς τον χώρο, την εικόνα, τους θρύλους και τις παραδόσεις που τη συνοδεύουν.

Όλα άρχισαν έναν χρόνο μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821. Όπως περιέγραφε τότε στο διάγγελμά του προς τον τηνιακό λαό ο τοπικός Μητροπολίτης Γαβριήλ, την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου του 1822 η μοναχή της Μονής Κεχροβουνίου, Πελαγία, είδε στον ύπνο της μια γυναίκα «η οποία έλαμπε περισσότερο και από τον ήλιο» να την προστάζει να συναντήσει τον πρόκριτο του νησιού Σταματέλλο Καγκάδη και να του μεταφέρει ότι θα πρέπει «να ξεχώσει τον ναό της», που ήταν θαμμένος στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά, κοντά στη Χώρα. Επίσης, να ανακαινιστεί ο ναός και ο ίδιος ο πρόκριτος να έχει την ευθύνη της επίβλεψης.

Η μοναχή δεν ανέφερε πουθενά το όραμά της στην αρχή. Την επόμενη Κυριακή και την ίδια ώρα η ίδια γυναίκα εμφανίστηκε στην Πελαγία και της ζήτησε να μην αποκρύψει αυτή τη φορά το όραμά της προσθέτοντας ότι για τα έξοδα της ανέγερσης «θα φρόντιζε η ίδια».

Η Πελαγία για δεύτερη φορά αγνόησε την προτροπή της γυναίκας. Την τρίτη Κυριακή, επίσης την ίδια ώρα, η γυναίκα, «άγρια και φοβερή» αυτή τη φορά, την απείλησε πως αν και τότε δεν πήγαινε στον πρόκριτο θα έσβηνε το όνομά της από το βιβλίο της ζωής. Έπειτα από τις εμφανίσεις που έγιναν στις 9, στις 16 και στις 23 Ιουλίου η μοναχή φανέρωσε το όραμά της στην ηγουμένη της μονής, Μελανθία, η οποία τη συμβούλεψε να πάει στον πρόκριτο Καγκάδη. Αυτός με τη σειρά του την έστειλε στον μητροπολίτη. Ο δεσπότης τότε συγκάλεσε στον μητροπολιτικό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών σύναξη προκρίτων και κληρικών, με στόχο να συμβάλουν όλοι στην εύρεση και ανέγερση του ναού.

Τον Σεπτέμβριο του 1822 άρχισαν οι ανασκαφές στο σημείο που είχε υποδειχθεί. Έπειτα από μέρες ήρθαν στο φως ερείπια που, όπως προέκυψε, ανήκαν στον Ναό του Ιωάννη του Προδρόμου και της Θεοτόκου.

Η εικόνα της Παναγίας όμως δεν είχε βρεθεί. Εκείνη την εποχή, το νησί δοκιμαζόταν από «πανώλη», μια ασθένεια «πολύν θάνατο φέρουσα». Από πανώλη αρρώστησε και η σύζυγος του Καγκάδη. Τότε άρχισε ο δεύτερος κύκλος των εργασιών, οπότε εντοπίστηκε ένα πηγάδι. Κατά τις εργασίες στον Ναό της «Ζωοδόχου Πηγής» (ονομάστηκε έτσι από το νερό που πήγαζε εκεί), στις 30 Ιανουαρίου 1823 η σκαπάνη ενός εργάτη χτύπησε σε ξύλο. Ήταν η εικόνα της Παναγίας και του Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Η πανώλη άρχισε να υποχωρεί. Οι πρόκριτοι, ο κλήρος και ο λαός αποφάσισαν τότε να κτίσουν τον ναό με μάρμαρα από τη Δήλο, πολλούς εργάτες αλλά και πολλά χρήματα. Η ανέγερση ολοκληρώθηκε το 1826, ενώ το 1880 αποπερατώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του συνόλου του κτιριακού συγκροτήματος της Μεγαλόχαρης.

Η εύρεση της εικόνας μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 ερμηνεύτηκε από πολλούς ως θεϊκό σημάδι. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, ο εξ Οικονόμων, γράφει: «Τότε δε κατ’ αρχήν του Αγώνος η εικών του Ευαγγελισμού επιφανείσα πολλάς τοις αγωνιζομένοις επώμβισεν ελπίδας χρηστάς, οίον βεβαίαν την επιτυχίαν του Αγώνος».

Η εύρεση της εικόνας μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 ερμηνεύτηκε από πολλούς ως θεϊκό σημάδι.

Τότε, πολλοί αγωνιστές έφταναν στην Τήνο για να προσκυνήσουν, όπως ο Κανάρης, ο Μιαούλης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανθιμος Γαζής και ο Κολοκοτρώνης.

Το 1912, ένα σημαντικό, όπως ερμηνεύτηκε, γεγονός (το Πάσχα συνέπεσε με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου) θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι. Τότε, ο ίδιος ο Βενιζέλος από τη Θεσσαλονίκη έστειλε στο ίδρυμα της Τήνου τηλεγράφημα προς «...συμπλήρωσιν απολυτρώσεως απάντων προσκυνητών χάριτός Της». Και ήρθε ο τορπιλισμός της «ευδρόμου Έλλης» το πρωί της 15ης Αυγούστου από το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο». Ο απολογισμός, τραγικός: 10 νεκροί και 29 τραυματίες.

Με την εισβολή των Ιταλών, αξιωματικοί και στρατιώτες προσεύχονταν στην Παναγία. Μάλιστα, τα «επιστολικά δελτάρια» από το μέτωπο φέρουν την εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Μετά τον πόλεμο, δεκάδες ήταν τα τάματα και χιλιάδες οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί που πήγαιναν προσκυνητές στην Τήνο.

Πολλά είναι τα θαύματα της Μεγαλόχαρης που καταγράφονται στη συνείδηση των πιστών. Εκατοντάδες τα αφιερώματα. Βασιλιάδες, πολιτικοί, εφοπλιστές, απλοί πιστοί, ζωγράφοι και γλύπτες αφήνουν εδώ ένα κομμάτι από τη ζωή τους. Κομμάτια που στολίζουν τη σπάνια πινακοθήκη, το μουσείο και τη βιβλιοθήκη.

Η Παναγία πανηγυρίζει τέσσερις φορές τον χρόνο: Στις 30 Ιανουαρίου, επέτειο της εύρεσης της θαυματουργής εικόνας, την 25η Μαρτίου, εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 23 Ιουλίου, επέτειο του οράματος της Αγίας Πελαγίας και στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Την ευθύνη για τη λειτουργία του ναού έχει το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, που είναι ΝΠΔΔ και εποπτεύεται από το υπουργείο Παιδείας. Διοικείται από δεκαμελή επιτροπή, με πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη Σύρου. Τα υπόλοιπα μέλη είναι αιρετά και εκλέγονται κάθε τρία χρόνια.

 

 

Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Κυρίας των Αγγέλων, Κεχροβουνίου

Η Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κεχροβουνίου δεσπόζει λίγα χιλιόμετρα από τη Χώρα της Τήνου, στη μέση του βουνού, με θέα το απέραντο γαλάζιο. Πίσω από τη βαριά πόρτα της κρύβεται μια ολόκληρη, πολυεπίπεδη λευκή πολιτεία, με ναούς, κελιά και στενά δρομάκια. Εκεί έζησε η μοναχή Πελαγία, η οποία συνέδεσε το όνομά της με την ανεύρεση της εικόνας της Παναγίας της Τήνου και την ανέγερση του φερώνυμου, επιβλητικού ναού.

Οι θρύλοι που συνοδεύουν την ανέγερση του μοναστηριού αλλά και την εύρεση της εικόνας της Παναγίας πλέον έχουν συνδεθεί με την ιστορία μιας ολόκληρης περιοχής. Η προφορική και «αμάρτυρη» παράδοση, όπως τη μεταφέρει ο Αριστείδης Κοντογεώργης, θέλει τρεις αδελφές από το Τριπόταμο να βλέπουν το ίδιο όνειρο-όραμα. Είδαν μια γυναίκα να τους υποδεικνύει με επιτακτικό τρόπο να πάνε στην κορυφή του όρους Κεχροβούνι, να κτίσουν τρία κελιά στη θέση όπου υπήρχαν τρεις εκκλησίες, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της Αγίας Τριάδας και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, και να μονάσουν. Οι αδελφές διηγήθηκαν το όνειρο στους γονείς τους, οι οποίοι όμως προσπάθησαν να τις αποτρέψουν από μια τέτοια ενέργεια. Τα όνειρα όμως επαναλήφθηκαν και άλλες νύχτες, με αποτέλεσμα οι γονείς να δώσουν την άδειά τους, καθώς και οικονομική βοήθεια για να κτίσουν τα κελιά. Η παράδοση θέλει τις τρεις αδελφές να επιλέγουν άλλο σημείο από αυτό που τους υπέδειξε η γυναίκα. Όμως κάθε πρωί έβρισκαν γκρεμισμένο ό,τι είχαν κτίσει την προηγούμενη ημέρα, ενώ τα εργαλεία μεταφέρονταν με θαυματουργικό τρόπο στο σημείο όπου αρχικά είχε υποδειχθεί. Εκεί έχτισαν τα τρία κελιά που αποτέλεσαν και τον αρχικό πυρήνα της μονής. Ως προς τον ακριβή χρόνο ανέγερσης της μονής δεν υπάρχουν στοιχεία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι προϋπήρχε του 1207.

Από τότε και μετά υπάρχουν αρκετά στοιχεία που αφορούν την περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία ξεκινά για το νησί το 1715, με την αποχώρηση των Βενετών. Το 1749 οι μοναχές πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησαν να γίνει το μοναστήρι σταυροπηγιακό. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο Ε’, ο επονομαζόμενος και Καράκαλος, έκανε δεκτό το αίτημα και ανακήρυξε το μοναστήρι σταυροπηγιακό, δηλαδή «ελεύθερον, ασύδοτον τε, ακαταζήτητον». Το «ασύδοτον» στη συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε ότι δεν επιβαρυνόταν με φορολογία και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις.

Κατά την Επανάσταση του 1821 ζούσε στη Μονή Κεχροβουνίου η μοναχή Πελαγία η Τήνια (1752-1834), από το χωριό Κάμπος της Τήνου. Η Πελαγία συνέδεσε την παρουσία της στο νησί με το πλέον σημαντικό γεγονός σε αυτό: την ανεύρεση της εικόνας της Παναγίας, που κατάστησε την Τήνο τη «δεύτερη Ιερουσαλήμ των απανταχού Ορθοδόξων».

Το 1970 το Πατριαρχείο κατέταξε την Πελαγία μεταξύ των αγίων, η οποία εορτάζεται στις 23 Ιουλίου, «ημέρα του οράματός» της. Στη μνήμη της χτίστηκε ναός δίπλα στο μικρό κελί της, στον οποίο φυλάσσεται η κάρα της.

Σήμερα στο μοναστήρι ζουν 30 μοναχές, οι οποίες φροντίζουν τον χώρο, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μικρής νησιώτικης πολιτείας, η οποία είναι χτισμένη γύρω από το πλακοστρωμένο προαύλιο, στο οποίο καταλήγουν όλα τα στενά που οδηγούν στους χώρους λατρείας, στα κελιά και στην έκθεση χειροτεχνίας.

Γύρω από το προαύλιο έχουν χτισθεί, σαν να αποτελούν συνέχεια ο ένας του άλλου, τρεις ναοί: το καθολικό της μονής, που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, και δύο από τα προϋπάρχοντα ναΰδρια, η Αγία Τριάδα και ο Τίμιος Πρόδρομος.