Με συγκίνηση και έντονο πατριωτικό συναίσθημα τιμήθηκε την Κυριακή 23 Οκτωβρίου στη Βέροια η μνήμη των «άταφων νεκρών» του ηρωϊκού έπους της Αλβανίας (1940).

Το πρωί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων τέλεσε αρχιερατική θεία λειτουργία και κήρυξε το θείο λόγο στον μητροπολιτικό ιερό Ναό αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και στη συνέχεια μνημόσυνο για τους πεσόντες.

Ακολούθησε τρισάγιο στο ηρώο της πόλης και αμέσως μετά εκδήλωση, που έγινε στο Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο από την Ένωση Εφέδρων Αξιωματικών Ημαθίας, σε συνεργασία με τον Δήμο Βέροιας και υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως, για τους 7.976  πεσόντες ήρωες του 1940 που έμειναν άταφοι, στην Αλβανία.  Από αυτούς οι 255 ήταν από την Ημαθία και τα ονόματά τους ακούστηκαν στο προσκλητήριο νεκρών  μετά το τρισάγιο και λίγο πριν την κατάθεση στεφάνων στην Πλατεία Ωρολογίου. Στην εκδήλωση έγινε παρουσίαση του βιβλίου για τους άταφους νεκρούς, του πρ. Προέδρου της Βουλής κ. Γιώργου Σούρλα.

Την εκδήλωση που συντόνιζε ο εκδότης της εφημερίδας «Λαός» Ζ.Μ.Πατσίκας, χαιρέτησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων, ο αντιδήμαρχος Γιώργος Σοφιανίδης και αργότερα ο δήμαρχος Κώστας Βοργιαζίδης, ο πρόεδρος της Ένωσης Εφέδρων Χρήστος Φράγκος, ο δάσκαλος κ. Γιοβανόπουλος με μια σύντομη ομιλία και ο κ. Τσιφλίδης, γιός πεσόντος στο μέτωπο της Αλβανίας.

Κύριοι ομιλητές ήταν ο πρ. στρατηγός ΓΕΣ Φραγκούλης Φράγκος που ο θερμός, πατριωτικός του λόγος χειροκροτήθηκε έντονα από το ακροατήριο και ο ίδιος ο συγγραφέας που στο τέλος της ομιλίας του αναφέρθηκε σε μια θετική εξέλιξη, αφού η «ανενεργή» σχεδόν επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε πριν χρόνια για το ζήτημα αυτό,   ξανασυνεδρίασε  πριν από τρείς ημέρες, μπαίνοντας σε λεπτομέρειες, που θα εξεταστούν εκ νέου στις αρχές της νέας χρονιάς.

 

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στην Θεία Λειτουργία είχε ως εξής:

 

«Γνωρίζω ὑμῖν τό εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστιν κατά ἄνθρωπον», ἀκούσαμε σήμερα τόν ἀπόστολο Παῦλο νά διαβεβαιώνει τούς χριστιανούς τῆς Γαλατίας.

Αἰσθάνεται χρέος του ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος νά ἀναφερθεῖ στή γνησιότητα τοῦ κηρύγματός του. Αἰσθάνεται χρέος νά βεβαιώσει τούς πιστούς ὅτι ὅσα τόν ἄκουσαν νά τούς λέγει γιά τόν Χριστό καί τή ζωή του δέν εἶναι πληροφορίες πού προέρχονται ἀπό ἀνθρώπους, ἔστω καί ἀπό αὐτούς τούς μαθητές καί ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά τούς βεβαιώσει ὅτι ὅσα τούς εἶπε γιά τό εὐαγγέλιο καί τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἀνθρώπινες σκέψεις καί ἰδέες καί θεωρίες. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ πού ἐπέλεξε μέ θαυμαστό τρόπο τόν πρώην διώκτη του Σαῦλο γιά νά τόν καταστήσει ἀπόστολό του καί τόν ἀξίωσε πολλῶν καί οὐρανίων ἀποκαλύψεων.

Καί αὐτή ἡ διαβεβαίωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου δέν ἰσχύει μόνο γιά τούς Γαλάτες, ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς, ἀδελφοί μου, πού πιστεύσαμε μέ τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου· ἰσχύει γιά τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἡ πίστη τῆς ὁποίας εἶναι ἀποκεκαλυμμένη ἀπό τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἦρθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς γνωρίσει προσωπικά τήν ἀλήθειά του· ἦρθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς γνωρίσει τόν Πατέρα του καί νά μᾶς διδάξει ὁ ἴδιος τί θά πρέπει νά πιστεύουμε καί πῶς θά πρέπει νά ζοῦμε γιά νά πλησιάσουμε τόν Θεό καί νά λάβουμε καί πάλι τήν υἱοθεσία τήν ὁποία ᾽Εκεῖνος μᾶς χάρισε μέ τήν ἐνανθρώπηση καί τή θυσία του.

Ἡ πίστη μας στόν Χριστό δέν ἀποτελεῖ, λοιπόν, μία ἀνθρώπινη ἐπινόηση, δέν ἀποτελεῖ ἕνα σύστημα νόμων καί κανόνων πού  δημιούργησαν ἄνθρωποι, δέν ἀποτελεῖ ἐφεύρημα τῶν ἀποστόλων ἤ τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί παραμένει ἀναλλοίωτη ἀπό τόν χρόνο, ἀναλλοίωτη ἀπό τίς προσπάθειες πολλῶν νά τήν ἀλλάξουν, νά τήν παρερμηνεύσουν, νά τήν ἀμαυρώσουν. Παραμένει ἀναλλοίωτη, ὅσο καί ἐάν βάλλεται ἀπό τούς ἐχθρούς της, ἀπό αὐτούς πού θέλουν καί ἐπιδιώκουν νά τήν ἐξαφανίσουν γιατί τούς ἐνοχλεῖ, γιατί τούς ἐλέγχει τή συνείδηση, γιατί βρίσκεται ἐμπόδιο στά συμφέροντα καί τίς ἐπιδιώξεις τους.

Ἡ πίστη μας καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας βασίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί δέν μποροῦμε καί ἐμεῖς νά τήν ἀλλάξουμε, δέν μποροῦμε νά τήν ἐκσυγχρονίσουμε, δέν μποροῦμε νά τήν προσαρμόσουμε στίς συνθῆκες καί τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως ζητοῦν κάποιοι, θεωρώντας την ξεπερασμένη.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί κρίνουν, ἀδελφοί μου, μέ ἀνθρώπινα κριτήρια, καί νομίζουν ὅτι ὅπως τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νά χρειάζονται ἀνανέωση καί ἐκσυγχρονισμό, καί οἱ θεωρίες καί οἱ ἰδεολογίες, τά φιλοσοφικά καί πολιτικά τους συστήματα νά χρειάζονται ἀναπροσαρμογή καί ἀντικατάσταση, ἔτσι χρειάζεται καί ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἀνανέωση.

Αὐτό ὅμως εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένο καί ἐπικίνδυνο, γιατί τά ἀνθρώπινα δημιουργήματα ὑπόκεινται στόν χρόνο καί τήν ἀλλοίωσή του, διότι καί οἱ δημιουργοί τους, οἱ ἄνθρωποι, εἶναι φθαρτοί καί πεπερασμένοι καί ὑπόκεινται στήν ἀλλοίωση τοῦ χρόνου.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας δέν χρειάζεται ἀνανέωση, γιατί εἶναι ὁ ἀποκεκαλυμμένος λόγος τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Χριστός δέν εἶναι δέσμιος τοῦ χρόνου οὔτε ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτόν. Ὁ Χριστός εἶναι, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», καί ὁ λόγος του καί ἡ διδασκαλία του παραμένουν ἀνεπηρέαστα ἀπό τόν χρόνο καί τίς ἀλλαγές πού ἐκεῖνος ἐπιφέρει. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, φέρει τή σφραγίδα τῆς αἰωνιότητος καί τῆς θείας ἀποκαλύψεως, καί ἔτσι ἰσχύει πάντοτε καί θά ἰσχύει ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος καί θά ὁδηγεῖ ὅσους πιστεύουν σ᾽ αὐτόν καί τόν ἀκολουθοῦν στή ζωή τους κοντά στόν Θεό καί στή σωτηρία τους.

Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄς μήν ὑποκύπτουμε στόν πειρασμό πού κάποιες φορές προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι πρέπει νά προσαρμόσουμε τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καί τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ στά μέτρα μας. Ἀντίθετα ἄς αἰσθανόμεθα εὐγνώμονες στόν Χριστό γιατί μᾶς ἀποκάλυψε  τήν ἀλήθεια του διά τοῦ Υἱοῦ καί γιατί μᾶς ἀξίωσε νά εἴμαστε μέλη τοῦ πνευματικοῦ σώματός του, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἐπί εἴκοσι αἰῶνες διατήρησε ἀναλλοίωτο τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι χρέος μας, ἀδελφοί μου, αὐτόν τόν λόγο καί αὐτή τήν πίστη πού μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας νά τά διατηρήσουμε καί ἐμεῖς ἀναλλοίωτα στή ζωή μας.

Σήμερα ὅμως καλούμεθα νά συνειδητοποιήσουμε καί ἕνα ἀκόμη χρέος πού ἔχουμε, τό ἐθνικό μας χρέος πρός τούς ἄταφους ἥρωες τοῦ 1940, γιά τούς ὁποίους θά τελέσουμε σέ λίγο ἐπιμνημόσυνη δέηση. Καί ἀποτελεῖ ἐθνική ἐκκρεμότητα νά τούς τιμήσουμε ὡς Ἔθνος ὅπως ἁρμόζει στή θυσία καί τήν προσφορά τους γιά τήν πατρίδα.