Της Λίτσας Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

«Μόνο εάν είναι ενωμένοι για την προώθηση του θρησκευτικού τουρισμού κράτος, Εκκλησία, Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ Βα­θμού, τουριστικοί και ξενοδοχειακοί φορείς και παράγοντες, μπορεί να επιτευχθεί μέγα έργο». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του συνεδρίου για τον θρησκευτικό τουρισμό, που συνδιοργανώθηκε από το Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιερά Μητρόπολη Κίτρους και Κατερίνης και την Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας στη Λεπτοκαρυά Πιερίας.

Στο συνέδριο συμμετείχαν, εκτός από τους κληρικούς-εκπροσώπους επί θεμάτων προσκυνηματικών περιηγήσεων πολλών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκπρόσωποι Ορθόδοξων Εκκλησιών, του πολιτικού και του επιστημονικού κόσμου, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ακαδημαϊκοί και ονόματα από τον κλάδο του τουρισμού από την Ελλάδα και τα ομόδοξα κράτη της Ρωσίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Ουκρανίας κ.ά.

Στο μήνυμά του προς το συνέδριο, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μεταξύ άλλων υπογράμμισε:

«Η Εκκλησία της Ελλάδος, αρκετά νωρίς θα έλεγα, έχοντας κατανοήσει τη σημασία των προσκυνηματικών περιηγήσεων, την ανάπτυξη των κατά τόπους κοινωνιών και της οικονομικής ενίσχυσης όλων των εμπλεκομένων φορέων, αποφάσισε το 2001 την ίδρυση του Συνοδικού Γραφείου επί των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων και της Ανάπτυξης του λεγομένου θρησκευτικού τουρισμού. Η ενέργειά της αυτή, πέρα από την επιθυμία της να διατηρήσει την ιερότητα των προσκυνημάτων και των μνημείων της χώρας μας, να εργαστεί για την ανάπτυξη και τη συστηματική προβολή αυτών εντός και εκτός του ελληνικού χώρου και να συμβάλει στην τόνωση της οικονομίας, είχε κυρίως και σαφώς και εκκλησιαστικές και θεολογικές προϋποθέσεις».

Σε άλλο σημείο του μηνύματός του ο Μακαριώτατος τόνισε: «Η Εκκλησία στη μακραίωνη πορεία της διαφυλάττει τα ιερά μνημεία, μοναστήρια και προσκυνήματά Της από τον λεγόμενο με το κοσμικό πνεύμα “θρησκευτικό τουρισμό”, που ως βασικό του γνώμονα έχει αποκλειστικά το οικονομικό και εμπορικό κριτήριο και στερείται τη θρησκευτική πίστη, αλλοιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον θρησκευτικό χαρακτήρα των ιερών προσκυνημάτων, υποβαθμίζοντάς τα απλά σε αξιοθέατα πολιτιστικού μόνο και ίσως και θρησκευτικού ενδιαφέροντος. Εν τούτοις, η Εκκλησία τηρώντας την ευαγγελική προτροπή: “έρχου και ίδε” (Ιω. 1,46), δεν κρατεί τα ιερά μνημεία και προσκυνήματά της διαθέσιμα μόνο για τους πιστούς της, αλλά ανοικτά και προσβάσιμα σε όλους, με απαράβατη όμως προϋπόθεση την τήρηση από μέρους των επισκεπτών και προσκυνητών της κοσμιότητας και της ευπρέπειας, καθώς και του σεβασμού προς την ιερότητά τους».

Με θέμα «Οι προσκυνηματικές περιηγήσεις και η πολυμορφική τουριστική ανάπτυξη. Προκλήσεις και προοπτικές στρατηγικού σχεδιασμού», μίλησε ο Χρ. Τσιρώνης (επ. καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ), ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε: «Η αξιακή βάση τέτοιου στρατηγικού σχεδιασμού είναι η ζωτική υπεράσπιση της αυθεντικότητας στην ταυτότητα του τόπου. Οι επισκέπτες γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν τη ζωντανή παράδοση που αρδεύει την κοινωνική ζωή και όχι μια στερεοτυπική αναπαραγωγή τουριστικών εικόνων. Στη δεύτερη περίπτωση, ο τόπος θα μαραζώσει, καθώς θα εγκλωβίζεται στα στάσιμα νερά του οικονομικού ντετερμινισμού και της φολκλορικής αναπαραγωγής. Ένας στρατηγικός σχεδιασμός βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης λοιπόν προϋποθέτει τη διασφάλιση συνθηκών: α) συνέργειας, β) διασυνδεσιμότητας, γ) ευελιξίας και διατοπικότητας, δ) πολυμορφικότητας και, τέλος, ε) βιωσιμότητας».

Από την πλευρά του, ο Χρ. Πετρέας (εμπειρογνώμων-σύμβουλος τουριστικής και περιφερειακής ανάπτυξης, μέλος του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων) μίλησε με θέμα: «Παρουσίαση αποτελεσμάτων ειδικής έρευνας περί προσκυνηματικών περιηγήσεων και εκκλησιαστικών και μοναστηριακών προϊόντων». Όπως είπε, «στο αρχικό αίτημα για συλλογή ερωτηματολογίων ανταποκρίθηκαν είκοσι οκτώ Μητροπόλεις και στο δεύτερο πρόσφατο αίτημα (του μηνός Οκτωβρίου 2016) ανταποκρίθηκαν άλλες δεκαεπτά, ήτοι συνολικώς σαράντα τρεις, άρα το 52,4% του συνόλου των ογδόντα δύο Ιερών Μητροπόλεων της Ελλάδος. Εξ αυτών, τρεις Μητροπόλεις δήλωσαν ότι δεν υπάρχουν εντός των ορίων τους προσκυνήματα ή μοναστηριακοί ξενώνες. Δεν απεστάλησαν ερωτηματολόγια στις Ιερές Μητροπόλεις Κρήτης και Δωδεκανήσου, λόγω μη άμεσης αρμοδιότητας του Συνοδικού Γραφείου, ως αναφερόμενες στο Οικουμενικόν Πατριαρχείον».

Ο Βασ. Τζέρπος (δρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων) ανέλυσε τη σημασία που έχουν για τη χώρα μας η πορεία του Αποστόλου Παύλου και οι δυνατότητες αξιοποίησης των ιερών μνημείων από την Εκκλησία»: «Θα ήταν ευχής έργον αν όλες οι παύλειες Μητροπόλεις προχωρούσαν σε ευκρινή και, ει δυνατόν, ενιαία για όλη την επικράτεια σήμανση των μνημείων του περάσματος από την περιοχή, στην επιμέλεια και συντήρηση με υλικό που θα επιμελούνταν οι ίδιες, σε συνεργασία με τον ΕΟΤ και το Συνοδικό Γραφείο, ειδικά αφιερωμένης στα βήματα του Παύλου στην Ελλάδα πολύγλωσσης ιστοσελίδας, και στην πλαισίωση της εορτής και πανηγύρεως του Αποστόλου Παύλου κάθε χρόνο με ειδικές εορταστικές, ακαδημαϊκές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως τα πολύ επιτυχημένα “Παύλεια” της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας».

Επίσης, ο κ. Σερ. Πολύζος (αν. καθηγητής του Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παν/μίου Θεσσαλίας) ανέπτυξε το θέμα «Η χωρική και οικονομική διάσταση του θρησκευτικού τουρισμού στην Ελλάδα», τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Ο θρησκευτικός τουρισμός είναι δυνατόν να αποτελεί αυτοτελή μορφή τουρισμού ή ενδιάμεσο “σταθμό” μεγαλύτερου τουριστικού ταξιδιού. Ο επιτυχής συνδυασμός του θρησκευτικού με τις άλλες μορφές του εναλλακτικού τουρισμού, όπως είναι ο πολιτιστικός τουρισμός, ο αγροτουρισμός, ο εκπαιδευτικός και επιστημονικός τουρισμός, ο ορεινός και χειμερινός τουρισμός, μπορεί να επιφέρει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην επισκεψιμότητα και εν τέλει στην ανάπτυξη πολλών περιοχών».

Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης κ. Γεώργιος μίλησε για την «Εικονική περιήγηση στα προσκυνήματα της Πιερίας». Ενώ η περιφερειάρχης Σοφία Μαυρίδου έκανε ειδική αναφορά στο θέμα «Η αναπτυξιακή διάσταση και η στρατηγική marketing του θρησκευτικού τουρισμού. Η περίπτωση της Πιερίας», λέγοντας: «Ακολουθεί δύο άξονες δράσης: α) άμβλυνση της εποχικότητας και αποκέντρωσης της προσφοράς και β) περιφερειακή ανάπτυξη, προώθηση επενδύσεων, εισροή συναλλάγματος και περιβαλλοντική προστασία. Στο πλαίσιο της επιλογής κοινωνικού και οικονομικού προτύπου ισόρροπης ανάπτυξης, οι στόχοι αυτοί εντάσσονται στις επιδιώξεις για ανταγωνιστικότητα του τουριστικού κλάδου στο διεθνές επίπεδο και συμπληρωματικότητα στο εθνικό, σε σχέση με τους υπόλοιπους τομείς και κλάδους της οικονομίας».

Η κ. Ευαγγ. Ξυπτερά, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Πιερίας, τόνισε ότι «πρέπει να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε πως το όφελος των δράσεων δεν θα είναι μόνο για τα καταλύματα, για τις εκκλησίες και για τον τόπο. Πρέπει να αντιληφθούμε πως το όφελος δεν είναι μόνο οικονομικό. Η ανάδειξη του ορθόδοξου πολιτισμού και της πίστης μας αποτελεί κοινό τόπο για όλους. Δουλεύουμε σκληρά ως Ένωση Ξενοδόχων Πιερίας για την ανάδειξη της περιοχής ως τουριστικού προορισμού σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Είναι μεγάλη χαρά και αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμάς η συμμετοχή σε δράσεις όπως η σημερινή».

Ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Κατραμάδος, ως γραμματεύς του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, έκανε έναν απολογισμό των δράσεων του Γραφείου αυτού: «Ο θρησκευτικός προσκυνηματικός πλούτος μας δεν περιορίζεται στους πνευματικούς θησαυρούς του παρελθόντος. Συνίσταται και στην παρουσία, την πνευματική ακτινοβολία σύγχρονων αγιασμένων μορφών, που επανδρώνουν και λειτουργούν τα ιερά μας προσκυνήματα, στην ανάδειξη και νέων ιερών τόπων και προσώπων της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος. Τα πρόσωπα αυτά, όπως των νέων αγίων και οσίων, παραδείγματος χάριν των π. Παϊσίου, π. Πορφυρίου, π. Εφραίμ του νέου, π. Βησσαρίωνος κ.ά., γίνονται πόλος έλξης όλων εκείνων των προσκυνητών που αναζητούν μαζί με την ξεκούραση του σώματος και την ουσιαστική αναψυχή, που κουρασμένοι από το βάρος των βιοτικών αναγκών και ευθυνών ψάχνουν τόπους και χώρους γνήσιας ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Είναι οι ιεροί τόποι, τα ιερά πρόσωπα που αναπαύουν τις ψυχές μας και εμπνέουν για επικοινωνία και προσευχή, για κάθαρση και εξομολόγηση, αλλά και για επικοινωνία, με τον διάλογο της αγάπης με τον Θεό και την Εκκλησία Του. Η ενέργεια και τα χαρίσματα του Παρακλήτου, που πλούσια εκχέονται από τους Ιερούς Τόπους προς κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, δωρίζουν την πολυπόθητη ειρήνη και αγαλλίαση ψυχής και σώματος. Θα ήθελα να επισημάνω με έμφαση και εδώ σήμερα (...) σε όλους τους υπεύθυνους εκκλησιαστικούς, κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, τους επιφορτισμένους με τη διαφήμιση, την ανάδειξη, την προβολή και υλοποίηση δρόμων προσκυνημάτων, ότι από τη σκέψη του εύκολου κέρδους ή της μετά μανίας αυξήσεως τουριστών είναι έντονος ο κίνδυνος εμπορευματοποίησης της πίστης και των σεβασμάτων της και από αυτήν την ίδια την Εκκλησία. Όσο και αν η φιλοξενία είναι μεγάλη αρετή και ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής ταυτότητος, δεν πρέπει, υπό το πρόσχημα της φιλοξενίας ή μάλλον του κέρδους, να οδηγηθούμε σε απνευμάτιστες υποδοχές και συμπεριφορές».

Ειδική αναφορά έγινε στο θέμα: «Ο θρησκευτικός-προσκυνηματικός τουρισμός στα ταξιδιωτικά μέσα επικοινωνίας και στον κινηματογράφο: Αποτύπωση της επικοινωνιακής προβολής του», με τον σκηνοθέτη Αν. Κούκια να αναφέρει: «Ο θρησκευτικός - προσκυνηματικός μετα-τουρισμός συνδυάζεται με αυτό που στη σύγχρονη εποχή λέμε “ταξίδι με σκοπό”. Δηλαδή, ταξίδι το οποίο είναι βιωματικό (πολιτιστική/θρησκευτική, επιμορφωτική εμ­πει­ρία α­να­ψυ­χής), αν­θρω­πι­στικό και μπο­ρεί να έ­χει και ε­θε­λον­τικό έργο, συνδυάζεται με κρι­τική σκέψη και α­να­στο­χα­σμό, εμ­πε­ρι­έ­χει πο­λι­τι­στι­κές/κοι­νω­νι­κές/θρη­σκευ­τι­κές/πε­ρι­βαλ­λον­τι­κές και άλλες προκλήσεις, έχει χαρακτήρα αειφορικό και κοινωνική και (εκ)παιδευτική αξία (διάδραση με την τοπική κοινωνία, ανθρώπους και φύση, ενημέρωση, καλλιέργεια σχέσεων και δεξιοτήτων, πνευματική ανανέωση). Κατ’ επέκταση, αυτό σημαίνει ότι ο ταξιδευτής έχει στη βαλίτσα του ιστορίες, μύθους, παραβολές, αποφθέγματα ταξιδιωτών του χθες και του σήμερα, μνήμες, βιώματα/εμπειρίες, συναισθήματα και ενεργές αισθήσεις, αναμνήσεις και αφηγήσεις μαζί με κειμήλια και φυλαχτά, πνευματική ηρεμία και ανάταση – όλα ως άυλο ενθύμιο».

Επίσης καταδείχθηκε με σαφή στοιχεία η μεγάλη επίδραση κινηματογραφικών έργων, στα οποία παρουσιάζονται τοπία διαφόρων χωρών, στην αύξηση του ενδιαφέροντος τουριστών για τις χώρες αυτές. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, σε σύντομη προσλαλιά του, εξήγησε την αγάπη του στον θρησκευτικό τουρισμό και τόνισε ότι η Εκκλησία ασχολείται με το θέμα αυτό για την Ελλάδα και όχι για λογαριασμό της. «Σύνθημά μας», τόνισε, «πρέπει να είναι προς τους ξένους: “Ελάτε στην Ελλάδα, που έχει θάλασσες, διασκέδαση κ.λπ. Θα σας θυμίσουμε ότι έχει και ψυχή”». Πρόσθεσε ακόμη ότι «όσο και αν κάποιοι δηλώνουν άθεοι, έρχεται ώρα που στις δυσκολίες καταφεύγουν στον Θεό. Δεν υπάρχουν άθεες πόλεις».

Μετά το πέρας του συνεδρίου διατυπώθηκαν τα συμπεράσματα των εργασιών του από τον πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής κ. Κούρτη, ο οποίος τόνισε ότι «το γενικότερο συμπέρασμα του συνεδρίου είναι ότι μόνο εάν είναι ενωμένοι για την προώθηση του θρησκευτικού τουρισμού κράτος, Εκκλησία, Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ Βα­θμού, τουριστικοί και ξενοδοχειακοί φορείς και παράγοντες, μπορεί να επιτευχθεί μέγα έργο. Απαιτείται όμως για το ως άνω έργο χρηματική ενίσχυση από το κράτος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφού τα χρήματα που θα διατεθούν θα αξιοποιηθούν πλήρως και θα πολλαπλασιάσουν το οικονομικό όφελος της χώρας. Είναι η σημαντικότερη δημόσια επένδυση που μπορούμε να κάνουμε».