Της Μαίρης Ορφανίδη

 

Απόλυτα δικαιωμένοι εμφανίζονται οι ιεράρχες για τις θέσεις που έχουν εκφράσει κατά καιρούς σχετικά με την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα μπροστά σε όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Ευρώπη. «Ναι σε ένα δημόσιο μουσουλμανικό τέμενος και όχι σε ένα μουσουλμανικό κέντρο που θα χρηματοδοτείται από ξένα συμφέροντα» είναι η απόφαση της Ιεραρχίας του 2002, με επικεφαλής τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, κάτι που ψηφίστηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 2006. Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος μας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ζούμε σε μια δημοκρατική χώρα, η οποία οφείλει να δείχνει και δείχνει σεβασμό και ανοχή στη διαφορετικότητα. Εάν και εφόσον η Πολιτεία, διά των αρμοδίων φορέων της, θέσει στην Εκκλησία το ζήτημα της χωροθέτησης του ισλαμικού τεμένους, η Εκκλησία θα εκφέρει τη γνώμη της. Όμως, το όλο ζήτημα είναι σαφώς ζήτημα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Πολιτείας.

Τελευταία, με τα όσα γίνονται με τους πρόσφυγες ή μάλλον τους μετανάστες υπάρχει έντονος προβληματισμός σε πολλά μέλη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία προσφέρει την αγάπη της σε όλους τους ανθρώπους, κάθε φυλής, θρησκείας και γλώσσας, γιατί κάθε άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα κάποιου κατώτερου θεού. Είμαστε αντιρατσιστές. Άλλωστε, η Εκκλησία απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Ο προβληματισμός για το θέμα αυτό πρέπει να είναι προβληματισμός της Πολιτείας, μήπως μέσα από τη βίαιη μετακίνηση των πληθυσμών προωθούνται η βία, ο φανατισμός, ο κοινωνικός και θρησκευτικός ρατσισμός. Σε μια Δημοκρατία πρέπει να συνδυάζεται η ελευθερία με την υπευθυνότητα, γιατί ελευθερία χωρίς υπευθυνότητα εξελίσσεται σε αναρχία».

Αλλά και ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος μάς λέει: «Ως χριστιανική και ελεύθερη χώρα, πρέπει να δίδουμε τη δυνατότητα και την άνεση στον κάθε πιστό άλλης θρησκείας να λατρεύει τον θεό του. Ασφαλώς έχουν δικαίωμα και οι μουσουλμάνοι των Αθηνών να αποκτήσουν δικό τους ιερό χώρο για την ικανοποίηση των θρησκευτικών τους αναγκών. Οι αντιρρήσεις που διατυπώνονται δεν έχουν σχέση με την ύπαρξη χώρου λατρείας, αλλά αφορούν στη δημιουργία μουσουλμανικού κέντρου που δεν θα ασκεί μόνο θρησκευτική επιρροή στους πιστούς. Είναι αδιανόητο μέσω ενός ιερού χώρου λατρείας να ασκούνται προσηλυτισμός και προπαγάνδα. Η καχυποψία από πλευράς των Χριστιανών δικαιολογείται γιατί τα στοιχεία αυτά παρατηρούνται έντονα στη μουσουλμανική πίστη. Θα πρέπει η Πολιτεία, που ορθώς επικαλείται την ανεξιθρησκία, να διασφαλίσει και να προστατεύσει τους Έλληνες πολίτες από την επεκτατική τάση του μουσουλμανισμού».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος, καθώς υπογραμμίζει ότι για θέματα που άπτονται των εθνικών μας ζητημάτων συντάσσεται με τις αποφάσεις της Ιεραρχίας.

Την ίδια ώρα, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος μας περιγράφει τις κινήσεις που έχει κάνει η Εκκλησία όλα αυτά τα χρόνια για να δικαιωθεί στο τέλος από τα γεγονότα: «Η Ιεραρχία, το 2002, εξέφρασε την αντίρρησή της στην κατασκευή ενός ισλαμικού κέντρου, εντός του οποίου θα στεγαζόταν και ένα τέμενος, στην Παιανία, όπως προέβλεπε ο νόμος του 2000. Αυτό το ισλαμικό κέντρο θα κατασκευαζόταν με χρηματοδότηση ξένων κρατών, θα ανήκε σε ξένες χώρες και θα διοικούνταν από αυτές. Η Εκκλησία διευκρίνισε, τότε, με τρόπο πολύ καθαρό, ότι συμφωνεί απολύτως με την ανάγκη να κατασκευαστεί ένας χώρος προσευχής για τους μουσουλμάνους, δηλαδή ένα τέμενος, αλλά αυτό θα είναι δημόσιο, όχι ιδιωτικό, ακριβώς για να μην ελέγχεται από ξένες χώρες. Ζήτησε, επίσης, αυτός ο χώρος να μην παράγει συμβολισμούς, οι οποίοι αντιστρατεύονται το πραγματικό γεγονός, ότι στη χώρα μας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι η μεγάλη πλειοψηφία. Τα δελτία Τύπου της Ιεράς Συνόδου εκείνης της εποχής, όπως και οι δηλώσεις του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, ο οποίος λοιδορήθηκε τότε πολύ για όσα υποστήριξε, είναι σαφή. Μάλιστα, η Εκκλησία είχε δεχθεί να παραχωρήσει έκταση όχι μόνο για την κατασκευή μουσουλμανικού νεκροταφείου, αλλά και τεμένους.

Όλα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη σήμερα δικαιώνουν απολύτως όσα είχε υποστηρίξει τότε η Εκκλησία για τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες πρέπει να κατασκευαστεί ένα δημόσιο τέμενος στην Αθήνα. Τα επιχειρήματα της Εκκλησίας, τότε, οδήγησαν πολλούς να σκεφτούν εάν πίσω από τις εκκλήσεις για θρησκευτική ελευθερία και σεβασμό του Ισλάμ κρύβονταν άλλες επιδιώξεις και ιδέες, αφού το σχέδιο της Παιανίας επιδίωκε να κατασκευάσει ένα φαραωνικό ισλαμικό κέντρο κι όχι ένα τέμενος. Χάρη στη δημόσια συζήτηση που προκλήθηκε, η Πολιτεία κατάλαβε ότι η απόφασή της, η οποία επαναλάμβανε το ευρωπαϊκό μοντέλο περί κατασκευής τεράστιων ισλαμικών κέντρων με ξένη χρηματοδότηση, δεν ήταν η καλύτερη. Ετσι, ψηφίστηκε ένας καινούργιος νόμος το 2006, ο οποίος υλοποιεί κάτι που είναι σύμφωνο με το Σύνταγμά μας και εξυπηρετεί τόσο τα συμφέροντα της χώρας στο εξωτερικό όσο και την κοινωνική ειρήνη στο εσωτερικό. Ο νόμος του 2006 ορίζει ότι θα κατασκευαστεί ένα δημόσιο τέμενος, όχι ένα ισλαμικό κέντρο, το οποίο θα ανήκει στην Ελλάδα και θα διοικείται από την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και οφείλει πάντα να λαμβάνει υπ’ όψιν της τα συμφέροντα των Ορθοδόξων Πατριαρχείων, αλλά και το γεγονός ότι είναι το παλαιότερο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τέτοια μεγάλη πλειοψηφία Ορθοδόξων Χριστιανών. Εάν η κυβέρνηση δεν σέβεται την αξία της θρησκευτικής ελευθερίας, αυτό αντανακλά στον ελληνικό λαό και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί ο λαός μας είναι ένα με την Εκκλησία μας».

 

Έτοιμο έως το καλοκαίρι το τέμενος στον Βοτανικό

To αργότερο έως το καλοκαίρι -εκτός απροόπτου- η Αθήνα για πρώτη φορά μετά το 1830 θα λειτουργήσει επισήμως ισλαμικό τέμενος. Οι εργασίες έχουν προχωρήσει μετά από περιπέτειες πολλών ετών. Η Εκκλησία από την πλευρά της δεν έχει αντιρρήσεις, αλλά δεν θέλει σε καμία περίπτωση να μετατραπεί σε κέντρο ισλαμικών σπουδών. Όπως έγινε γνωστό, ήδη οι εργασίες στην περιοχή του Βοτανικού σε έκταση 17 στρεμμάτων, που ανήκει στο Πολεμικό Ναυτικό, έχουν προχωρήσει. Η έκταση παραχωρήθηκε από το υπουργείο Άμυνας σε αυτό των Υποδομών και ήδη έχουν έχει αρχίσει η κατεδάφιση των εγκαταλελειμμένων κτιρίων που βρίσκονται στον χώρο. Το κτίριο, σύμφωνα με τα σχέδια, θα έχει συνολική έκταση 1.000 τετραγωνικών μέτρων. Θα περιλαμβάνει δύο λατρευτικούς χώρους, έναν για άνδρες, χωρητικότητας 300 ατόμων, και έναν για γυναίκες, χωρητικότητας 50 ατόμων. Θα έχει ακόμα βοηθητικούς χώρους (αποδυτήρια, τουαλέτες), τα γραφεία του ιμάμη και του μουεζίνη και θα διαθέτει κρήνη. Δεν θα διαθέτει μιναρέ.

Η ανέγερση του τζαμιού είχε προβληθεί ως ανάγκη για τους μουσουλμάνους που ζουν στην Αττική στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και τότε είχε προταθεί να γίνει στο Κορωπί. Η επιλογή αυτή του χώρου είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση της Ιεραρχίας αλλά και του ίδιου του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, ο οποίος είχε ζητήσει το τέμενος να γίνει σε άλλη περιοχή και όχι στο Κορωπί, που ήταν κοντά στο αεροδρόμιο.

Τελικά, το 2010, αποφασίστηκε η ανέγερση του τεμένους να γίνει στον Βοτανικό σε έκταση του Πολεμικού Ναυτικού.

Τότε είχε αποφασιστεί επίσης ότι η κατασκευή του τζαμιού θα χρηματοδοτηθεί με ελληνικά κρατικά κονδύλια μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. «Προσφορές από ξένους φορείς, κρατικούς ή μη, δεν θα γίνουν δεκτές», όπως είχε ανακοινώσει η τότε κυβέρνηση, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να αποφύγει ενδεχόμενη εμπλοκή ακραίων.

Το μεγάλο ζήτημα όμως που απασχολεί την Πολιτεία αλλά και την Εκκλησία είναι τι θα γίνει με τα δεκάδες μικρά και μεγάλα παράνομα τζαμιά που ήδη λειτουργούν σε πολλούς δήμους της Αθήνας, αλλά και πώς θα αντιδράσουν οι μουσουλμάνοι σε περίπτωση που αυτά κλείσουν. Σήμερα, οι μουσουλμάνοι, αν και χαρακτηρίζουν θετική την ανέγερση, έχουν επισημάνει ότι ο χώρος είναι μικρός και δεν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει όλους όσοι ζουν στην Αθήνα και ξεπερνούν τις 500.000.