Του Ιώσηφ Κόκκινου

 

Δεν έχουν τέλος οι περιπέτειες των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Μετά την κατεδάφιση ναών και σπιτιών στην ευρύτερη περιοχή της Χιμάρας, έρχονται τώρα και οι απόγονοι Αλβανών αγάδων να διεκδικήσουν στα χωριά του Δήμου Φοινίκης εκτάσεις οι οποίες τώρα ανήκουν σε οικογένειες της μειονότητας, προκαλώντας νέα προβλήματα. Ήδη η «Ομόνοια» έχει προσφύγει σε διεθνείς οργανισμούς όπου καταγγέλλει «την επέλαση των απογόνων των αγάδων», οι οποίοι εξασφάλισαν δικαστικές αποφάσεις για μεγάλες εκτάσεις, κυρίως ελαιώνες και λιβάδια.

Σε σχετική ανακοίνωσή της καταγγέλλει ότι το τελευταίο διάστημα, στα χωριά της εθνικής ελληνικής μειονότητας εμφανίζονται όλο και περισσότεροι «ιδιοκτήτες» μεγάλων εκτάσεων -άτομα που δεν έχουν καμία σχέση με την περιοχή-, οι οποίοι ζητούν από τους αυτόχθονες κατοίκους να τους ελευθερώσουν την περιουσία που τους «καταπάτησαν».

Πριν από λίγες μέρες, αναφέρει η «Ομόνοια», απόγονοι του αγά Cini (Τσίνι) ζήτησαν από τους κατοίκους του χωριού Αρδάσοβα να τους πληρώσουν τα κτήματα όπου φύτεψαν ελιές, απαίτησαν από βοσκούς του χωριού Κρανιά να απομακρύνουν τους στάβλους που έχουν σε πλαγιά κοντά στο χωριό τους, ενώ εμφανίστηκαν «γενναιόδωροι» με την οικογένεια Γένη, λέγοντάς τους πως δεν θα τους γκρεμίσουν το σπίτι που έχτισαν στο κτήμα τους!

Τα συγκεκριμένα άτομα εμφανίζονται ως απόγονοι αγάδων που στην περίοδο της Οθωμανοκρατίας (πριν από το 1912) είχαν τσιφλίκια τα χριστιανικά χωριά της περιοχής. Για την Ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε, τονίζεται, πως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα το τότε νεοσυσταθέν κράτος της Αλβανίας σωστά δεν αναγνώρισε αυτούς τους τίτλους, καθώς επρόκειτο για παραχωρήσεις των κατακτητών Τούρκων σε ομόδοξούς τους, κτημάτων Χριστιανών που δεν δικαιούνταν να έχουν περιουσία. Τη δεκαετία του ’30, στο πλαίσιο της εθνοκάθαρσης που επεδίωξε ο βασιλιάς Ζόγου, επέστρεψε τους αγάδες στον χώρο της Βορείου Ηπείρου, δίνοντας τους προς χρήση εκτάσεις σε ελληνικά χωριά.

Την πολιτική Ζόγου φαίνεται πως συνεχίζουν όλες οι αλβανικές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης, από το 1991 μέχρι σήμερα, αφού όχι μόνο διευκολύνουν με κάθε τρόπο να επαναφέρουν αλλόθρησκους και αλλοεθνείς νέους αγάδες στα χωριά της ελληνικής μειονότητας, αλλά διευκολύνουν διάφορους πλαστογράφους, όπως στην περίπτωση του Κώσταρη, του Πωγωνίου, της Κουλουρίτσας, της Μηλιάς κ.ά.

Η «Ομόνοια» κατέθεσε ήδη έκθεση στους διεθνείς οργανισμούς όπου καταγράφονται όλες οι περιπτώσεις, απόρροια της οποίας ήταν και η αναφορά στην πρόσφατη συζήτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου εξετάστηκε η πρόοδος της Αλβανίας για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Η «Ομόνοια», σε μια προσπάθεια να προστατεύσει τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, απευθύνει κάλεσμα προς την αλβανική κυβέρνηση να αναλάβει πολιτική πρωτοβουλία για την προστασία της ελληνικής μειονότητας, η οποία είναι όμηρος όχι μόνο της διαφθοράς που μαστίζει όλη τη χώρα, αλλά και εθνικιστικών κύκλων που θέλουν να την απογυμνώσουν περιουσιακά.

Επίσης, καλεί και τους Έλληνες βουλευτές που συμμετέχουν στα αλβανικά κόμματα να σταθούν, επιτέλους, στο ύψος των περιστάσεων και να βοηθήσουν στην επίλυση θεμάτων που αφορούν την ελληνική μειονότητα και όχι να γίνονται υπηρέτες των αρχηγών τους.

Η «Ομόνοια», σε μια προσπάθεια να προστατεύσει τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, απευθύνει κάλεσμα προς την αλβανική κυβέρνηση να αναλάβει πολιτική πρωτοβουλία για την προστασία της ελληνικής μειονότητας

Τέλος, απευθυνόμενη στους δημάρχους της μειονότητας, τους ζητά να δώσουν προτεραιότητα στην επίλυση του περιουσιακού ζητήματος. Να κινηθούν νομικά για κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να μην αναγνωρίσουν καμία από αυτές τις αποφάσεις και κανέναν «ιδιοκτήτη». Να μην προβούν σε καμία ενέργεια οι υπάλληλοι των δήμων, ούτε σε παραχώρηση τοπογραφικών στοιχείων. Μας λυπεί το γεγονός πως πρόσφατα υπήρξε προθυμία από υπαλλήλους του Δήμου Φοινίκης να εξυπηρετήσουν την οικογένεια Τσίνι, που προσπαθεί να υφαρπάξει με οθωμανικά φιρμάνια περιουσίες Ελλήνων. Οι καταπατητές της γης μας πρέπει να βρουν κλειστές πόρτες.

Το ζήτημα με τους απογόνους των αγάδων άρχισε να απασχολεί τους κατοίκους της περιοχής από τα Χριστούγεννα του 2015, όταν απόγονοι της οικογένειας Τσίνι προσέφυγαν στο πρωτοδικείο των Αγίων Σαράντα και στο Εφετείο Αργυροκάστρου, το οποίο τους αναγνώρισε 103 εκτάρια λιβάδια στην Κρανιά, 123,5 εκτάρια στην Αρδάσοβα, 109 εκτάρια στου Κώσταρη και 30 εκτάρια στο Σωπίκι.

Με απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου, αναγνωρίστηκε στην οικογένεια Dizdari 2.426 τετραγωνικών μέτρων οικόπεδο μέσα στο χωριό Ραχούλα.

Στην οικογένεια Σέχαϊ αναγνωρίστηκαν 150 εκτάρια στο Βαγκαλιάτι.

Μετά τις αποφάσεις αυτές, οι απόγονοι -κυρίως- του Τσίνι εμφανίστηκαν στην περιοχή και ζητούν από τους Έλληνες να τους καταβάλουν ενοίκιο για τους ελαιώνες και τις στάνες τους.

Πολλά έγγραφα, όπως υποστηρίζουν οι ντόπιοι, είναι πλαστά και, για τον λόγο αυτό, η Βορειοηπειρώτες απέστειλαν αναλυτικά επιστολή στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.

Το νομοσχέδιο για τα δικαιώματα της μειονότητας

Σε μια προσπάθεια να περισώσει τα δικαιώματα της μειονότητας στην Αλβανία, η «Ομόνοια» κατέθεσε πρόταση με αφορμή την ψήφιση του νομοσχεδίου για την «Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων στην Αλβανία».

Στην εισηγητική τους έκθεση η Βορειοηπειρώτες αναφέρουν:

«Ως εκπρόσωποι της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία της Αλβανικής Κυβέρνησης για την κατάρτιση νόμου για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων.

Παρόλο που το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι η έλλειψη νομοθετικών διατάξεων, αλλά η εφαρμογή τους, ο νόμος για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων ήταν μια μεγάλη υποχρέωση, όχι μόνο προς τις επικυρωμένες στο Κοινοβούλιο διεθνείς συμβάσεις, αλλά κυρίως προς τους πολίτες της χώρας με διαφορετική εθνικότητα από την πλειοψηφία.

Οι εθνικές μειονότητες, από τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, όχι μόνο δεν αποτέλεσαν πρόβλημα για τη χώρα, αλλά ήταν παράγοντες σταθερότητας και ανάπτυξης. Παρά τις άριστες κοινωνικές σχέσεις με τον αλβανικό λαό, δεν έτυχαν ποτέ του ανάλογου σεβασμού από το κράτος, που επιθυμεί διαχρονικά την αφομοίωση τους και όχι την ένταξη με σεβασμό στην εθνική τους ταυτότητα.

Το προσχέδιο νόμου το οποίο λάβαμε στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παράκληση όπως στείλουμε τις προστάσεις μας μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου 2016, μας εξέπληξε αρνητικά για τους ακόλουθους λόγους:

1. Αρκετά άρθρα είναι ασαφή. Τα προηγούμενα προσχέδια, που συζητήθηκαν σε διαβουλεύσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών, στα οποία συμμετείχαμε και εμείς, είχαν ελλείψεις, αλλά ήταν πιο συγκεκριμένα. Θεωρούμε πως όλες οι τροποποιήσεις στοχεύουν στην ασάφεια.

2. Η εξάρτηση που έχει η εφαρμογή του νόμου από το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο. Οι πολιτικές για τη συμμετοχή στη δημόσια πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ζωή (άρθρο 10), όπως και η προστασία της εθνικής ταυτότητας (άρθρο 11), θα υπόκεινται στις πολιτικές του Υπουργικού Συμβουλίου και δεν θα αποτελούν κατοχυρωμένα δικαιώματα.

3. Η παιδεία και η χρήση της γλώσσας, που είναι από τα πιο σημαντικά άρθρα, σε αυτόν το νόμο δεν αποτυπώνεται ως αναφαίρετο δικαίωμα, όπως θα έπρεπε, αλλά ως ανάγκη που θα κρίνει το Υπουργικό Συμβούλιο (παρ. 4 / άρθρο 12 και παρ. 6 / άρθρο 14).

4. Η έλλειψη άρθρων ζωτικής συμμαχίας για την προστασία και ανάδειξη των εθνικών μειονοτήτων, όπως είναι η θετική διάκριση, η συμμετοχή στο δικαστικό σύστημα, η προστασία από την υφαρπαγή περιουσιών κ.ά.

Η Δημοκρατική Ένωση Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας “ΟΜΟΝΟΙΑ” καταθέτει τις δικές της προτάσεις, βασιζόμενη στο προσχέδιο νόμου που μας στείλατε, προσθέτοντας ακόμα κάποια άρθρα που θεωρούμε απαραίτητα.

Η πρότασή μας εστιάζει σε τρία βασικά σημεία, που είναι τα ακόλουθα:

1. Ταυτοποίηση. Τα δεδομένα για τις μειονότητες δεν μπορούν να προκύπτουν μόνο από την απογραφή (census) που γίνεται κάθε δέκα χρόνια. Είναι απαραίτητο να δίδεται η δυνατότητα στον πολίτη να δηλώνει την εθνικότητα του οποιαδήποτε στιγμή, με νομοθετικό - διοικητικό πλαίσιο που θα ορίσει η πολιτεία. Εκτός των στατικών στοιχείων της απογραφής, πρέπει να καταρτιστεί το Μητρώο Μειονοτήτων (άρθρο 5 και άρθρο 6).

2. Μειονοτική εκπαίδευση. Η εθνικές μειονότητες δικαιούνται δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα σε όλα τα επίπεδα. Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται με σαφήνεια (άρθρο 12).

3. Χρήση της μειονοτικής γλώσσας. Όταν τα μέλη μιας εθνικής μειονότητας αποτελούν συστατικό στοιχείο (πάνω από το 1/3) μιας διοικητικής μονάδας (κοινότητα, δήμος, περιφέρεια), θα πρέπει η κρατική και η μειονοτική γλώσσα να είναι ισότιμες. Όταν μια διοικητική μονάδα έχει σημαντικό ποσοστό (πάνω από 10%) μελών μιας εθνικότητας, παράλληλα με την επίσημη κρατική γλώσσα θα χρησιμοποιείται και η μειονοτική».