Της Μαίρης Ορφανίδη

 

Με μια εγκύκλιο που φέρει τις υπογραφές του ίδιου του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, αλλά και των δώδεκα ιεραρχών που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και κάνει λόγο για «πρωτοφανή περιφρόνηση των εκκλησιαστικών και πολιτειακών νόμων» συνεχίζεται η κόντρα μεταξύ της Μητρόπολης Ναυπάκτου και της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην περιοχή Σκάλα της Ναυπάκτου.

Μια κόντρα που κρατά χρόνια, με κατηγορίες για οικονομικές ατασθαλίες και αντιπαραδοσιακό μοναχισμό, και η οποία πολλές φορές έχει απασχολήσει τις αίθουσες δικαστηρίων.

«Δεν έχουμε άλλα τέτοια φαινόμενα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Καμία άλλη μονή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια συμπεριφορά. Οι μοναχοί της Εκκλησίας μας είναι φιλόθεοι, φιλότιμοι και φιλάνθρωποι και επιδεικνύουν εκκλησιαστικό φρόνημα. Αξίζουν κάθε τιμή από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Δεν αξίζουν να διασύρονται από τη σκανδαλώδη εξαίρεση της Μονής Μεταμορφώσεως», αναφέρεται στη συνοδική εγκύκλιο, που με αυτόν τον τρόπο στηρίζει απόλυτα τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιερόθεο, στη διένεξή του με τους μοναχούς της μονής.

Από την πλευρά τους, μοναχοί της Μονής Μεταμορφώσεως με παλαιότερες δηλώσεις τους τονίζουν ότι «στο παρελθόν έγιναν στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου πενήντα επτά οικονομικοί έλεγχοι, Κρατικοί, υπουργειακοί, νομαρχιακοί, εκκλησιαστικοί, ΣΔΟΕ, ορκωτών λογιστών (ΣΟΛ), κεντρικού οργάνου ελέγχου του υπουργείου Οικονομικών, και ουδέποτε και από κανέναν έλεγχο δεν διαπιστώθηκε ότι τάχα “σύνολη η διαχείριση της μονής είναι παράνομη”».

Οι μοναχοί μάλιστα βάζουν στο στόχαστρο τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεο κατηγορώντας τον ότι βάλλει κατά της μονής για το «παγκάρι». «Ουσιαστικά, η μόνη διαφωνία ήταν πάντοτε του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και των συνεργατών του για το ότι η μονή δεν υπέκυψε ποτέ στις οικονομικές απαιτήσεις του για παράνομες κρατήσεις και ποσοστά επί των δαπανών για το επιδοτούμενο από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας έργο της, την ανέγερση του ξενώνα της μονής».

Την ίδια ώρα, στη συνοδική εγκύκλιο γίνεται λόγος για δικαστικές αποφάσεις και πρόστιμα κατά της μονής, ενώ οι ιεράρχες επισημαίνουν προς τους πιστούς το επιτίμιο της ακοινωνησίας που έχει επιβληθεί στους μοναχούς. «Μετά από πολλές απειθαρχίες, η Ιερά Σύνοδος επέβαλε σε όλους τους ιερομονάχους και μοναχούς της Ιεράς Μονής διαδοχικά το επιτίμιο της ακοινωνησίας. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκειά του δεν μπορούν να τελούν οποιανδήποτε ιεροπραξία (οι ιερείς), αλλά και να μεταλαμβάνουν. Επίσης, στο ίδιο επιτίμιο υπόκεινται και όλοι όσοι συμπράττουν με αυτούς εκκλησιαστικά και λειτουργικά σύμφωνα με τη βασική κανονική αρχή: “ο ακοινωνήτω κοινωνών ακοινώνητος έσται”».

Με τη συνοδική εγκύκλιο οι ιεράρχες απαντούν και στις αιτιάσεις των μοναχών, που βάζουν στο στόχαστρο τον Μητροπολίτη Ιερόθεο, αναφέροντας ότι και οι προκάτοχοί του είχαν προβλήματα με τους υπευθύνους του μοναστηριού. «Το υπ’ αριθμ. 85/2016 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Στερεάς Ελλάδας μιλά για εγκληματική δράση, που άρχισε το 1995. Η Ιερά Σύνοδος γνωρίζει ότι το πρόβλημα αυτό υπήρχε πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ο νυν Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιερόθεος». Μάλιστα, οι συνοδικοί ιεράρχες κάνουν λόγο για ένα μοναστήρι που λειτουργεί και δρα στα όρια του σχίσματος: «Η Ιερά Σύνοδος προτρέπει όλο τον ιερό κλήρο, τους ευλαβείς μοναχούς και τον πιστό λαό της Ιεράς Μητροπόλεως να μην ακολουθούν “αλλοτρίους”, αντικανονικούς και ανυπότακτους κληρικούς και μοναχούς, ούτε να μετέχουν στις “παρασυναγωγές”, στις Λειτουργίες, τις ακολουθίες, τις βαπτίσεις και όλα τα Μυστήρια που τελούνται από αυτούς στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως ή και οπουδήποτε αλλού, επειδή είναι άκυρα και ανυπόστατα. Γενικά, να μη γίνονται με τη συμμετοχή τους ηθικοί αυτουργοί σε κατάσταση που εξελίσσεται σε ιδιότυπο εν δυνάμει σχίσμα».

 

Η κόντρα Μητρόπολης - Μονής

Aπό την πρώτη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα ως Μητροπολίτης, ο κ. Ιερόθεος προσπάθησε να επιβάλει την τάξη προσφεύγοντας στη Σύνοδο και τη Δικαιοσύνη.

Η Σύνοδος, μελετώντας τον σχετικό φάκελο της μονής, κατέληξε ότι η δομή της, ο τρόπος λειτουργίας της, ο μοναχισμός και η εκκλησιολογία που πρεσβεύει, όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, διαφοροποιούνται από την Ορθόδοξη μοναχική παράδοση, από την οποία έχει πάρει μόνον εξωτερικά στοιχεία.

Αυτή η διαφοροποίηση θα μπορούσε σε κάποιο πρώτο στάδιο να δικαιολογηθεί κάπως λόγω απειρίας και έλλειψης μαθητείας στην Ορθόδοξη μοναχική παράδοση. Ωστόσο, η Ιερά Μονή προσπάθησε να θεσμοποιήσει τη διαφοροποίησή της, λαμβάνοντας σε πρώτη φάση (ήδη από τον Μάιο του 1998) γνωμοδοτήσεις, προφανώς επ’ αμοιβή, από καθηγητές πανεπιστημίου, για να στηρίξει τις απόψεις της. Συγχρόνως προέβαινε σε σειρά ενεργειών που εξέφραζαν την πάγια τακτική και επιθυμία της να αυτονομηθεί όχι μόνον από την Εκκλησία (ανατρέποντας τους ιερούς κανόνες), αλλά και από την Πολιτεία (μη εφαρμόζοντας τον νόμο). Αυτή η προσπάθεια αυτονόμησης έχει εκφρασθεί ποικιλοτρόπως και έχει καταγραφεί σε επίσημα γραπτά κείμενά της. Ο μοναχισμός τον οποίον εκφράζει η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως κινείται σε εντελώς διαφορετική προοπτική από την Ορθόδοξη παραδοσιακή μοναχική οδό, αφού οι μοναχοί της έχουν ιδρύσει εμπορικές εταιρείες, σωματεία, συλλόγους, προβαίνουν σε συμπροσευχές με αιρετικούς και τελούν σε συνεχή ένταση από την ίδρυσή της με τους εκάστοτε μητροπολίτες.

Με την έλευσή του στην Ναύπακτο, το 1995, ο νυν μητροπολίτης συνάντησε μια έκρυθμη κατάσταση, την οποία προσπάθησε με διαφόρους τρόπους, κυρίως με την αγάπη και τη συζήτηση, να αντιμετωπίσει. Και τα πρώτα τρία χρόνια, παρά τη διαφορετική υφιστάμενη αντίληψη, υπήρχε μια ειρηνική κατάσταση. Άλλωστε, είναι τοις πάσι γνωστόν ότι ο νέος μητροπολίτης αγαπά τον Ορθόδοξο μοναχισμό και η αγάπη του αυτή εκφράζεται ποικιλοτρόπως, με τον λόγο του, με τα βιβλία τα οποία έχει εκδώσει –ενδεικτικά αναφέρονται: «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους», «Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης», «Ορθόδοξος Μοναχισμός», «Ησυχία και Θεολογία», η σειρά της Ορθοδόξου Ψυχοθεραπείας κ.π.ά.–, με την ίδρυση και παρακολούθηση ιεράς μονής κ.λπ.

Έτσι, όταν τρία χρόνια μετά την ενθρόνισή του άρχισαν να οξύνονται τα προβλήματα, ήταν υποχρεωμένος λόγω της σοβαρότητας των παρεκτροπών να τα αναφέρει στην Ιερά Σύνοδο και να λάβει από εκείνη κατευθύνσεις. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με συγκεκριμένες αποφάσεις έλαβε σαφή θέση και με τα κείμενά της προς την ιερά μονή εντόπισε το πρόβλημα.

Από το 1998 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί πάνω από πενήντα συνοδικές αποφάσεις.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μετά από προκλήσεις της ιεράς μονής. Δηλαδή, η μονή κατήγγελλε τον μητροπολίτη ότι ενεργούσε αντικανονικά ή μη σύννομα και προς απόδειξη προκαλούσε γνωμοδοτήσεις, όπως προαναφέρθηκε, ή τον κατήγγελλε στην Ιερά Σύνοδο. Ο μητροπολίτης ήταν υποχρεωμένος, βάσει του Άρθρου 55 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, να διαβιβάσει την καταγγελία της ιεράς μονής ή μελών αυτής με δικές του παρατηρήσεις. Επίσης ήταν υποχρεωμένος εκ του νόμου, βάσει του Άρθρου 39, παρ. 6 του Καταστατικού Χάρτη, να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητος της διαχειρίσεως της ιεράς μονής.

Το 2002 η Σύνοδος αποφάσισε να επιβάλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας στον ηγούμενο της μονής, π. Σπυρίδωνα, αλλά ο ίδιος έκανε δήλωση συγγνώμης και δεν προχώρησαν οι σχετικές διαδικασίες.

Το 2004 η Σύνοδος διέγραψε τον ηγούμενο από τον κατάλογο των προς αρχιερατεία εκλογίμων, με αφορμή απαράδεκτη αναφορά της μονής στην Ιερά Σύνοδο, ύστερα από πρόταση του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου και έρευνα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής Δανιήλ.

Το 2006, με απόφαση του Δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου επιβλήθηκε στον π. Σπυρίδωνα Λογοθέτη η έκπτωση εκ της θέσεως του ηγουμένου. Το 2007 επιβλήθηκε το επιτίμιο της ακοινωνησίας στα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου και τον γραμματέα, ενώ επεκτάθηκε και σε όλους τους μοναχούς. Τέλος, αποφασίστηκαν η διάλυση του νομικού προσώπου της μονής και η υπαγωγή της ως μετοχίου σε άλλη ιερά μονή της Μητροπόλεως. Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου θεμελιώθηκε το 1977. Η αδελφότητα του μοναστηριού αποτελείτο από 25 νέους, καταρτισμένους μοναχούς, πτυχιούχους ανώτατων πανεπιστημιακών σχολών.