Στην ομαλή διεξαγωγή της συνεδρίασης της Ιεραρχίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που έγινε στις 9 Μαρτίου αναφέρθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος σε δηλώσεις του προς τους δημοσιογράφους σήμερα το μεσημέρι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών.

«Ακούσθηκαν πολλές απόψεις και καταλήξαμε ότι πρέπει να συνεχιστεί ο διάλογος με την Πολιτεία πάνω σε βασικά σημεία που δεν είναι καινούργια» τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος συμπληρώνοντας πως «ο διάλογος θα ξεκινήσει με αρχή και κομβικό σημείο την συνάντηση που έγινε στο Μαξίμου στις 5 Οκτωβρίου που έδωσε και την κατεύθυνση ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και συμφωνήσαμε να σχηματισθούν αυτές οι επιτροπές που θα κάνουν και την συζήτηση. Αποφασίσαμε να γίνουν οι επιτροπές. Ορίσαμε τα μέλη. Θα αρχίσει ο διάλογος και πιστεύουμε ότι θα πάει καλά. Περιμένουμε να καταλήξουμε σε αυτό που όλοι θέλουμε, σε συνεργασία με την Πολιτεία, στο κείμενο που θα γίνει το νέο βιβλίο για τα παιδιά μας στα σχολεία».

Με αφορμή τις δηλώσεις του πρώην υπουργού ο Αρχιεπίσκοπος επισήμανε ότι αγαπά τον κ. Φίλη και επανέλαβε ότι παραπέμπει τον ίδιο, αλλά και τους δημοσιογράφους σε όσους ήταν παρόντες στην συνάντηση «και δεν ήταν λίγοι» είπε ο Αρχιεπίσκοπος εξηγώντας πως «ήταν ο Πρωθυπουργός, ο κ. Καμένος, η κ. Γεροβασίλη, τρεις Ιεράρχες και ο Νομικός Σύμβουλος της Εκκλησίας. Να κάνουμε όλοι λάθος; Ψάξτε να δούμε πού είναι η αλήθεια».

Στην συνεδρίαση ανέπτυξε την εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ, με θέμα: «Προτάσεις - Πορίσματα της ορισθείσης υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τριμελούς εξ Αρχιερέων Επιτροπής περί του μαθήματος των Θρησκευτικών».

Ο Σεβασμιώτατος επανέλαβε, ότι κύριος στόχος της Εκκλησίας είναι η διαφύλαξη της ύπαρξης του μαθήματος και η επιβεβαίωση της αρχικής απόφασης της Εκκλησίας, δια των τριών θεμελιωδών αιτημάτων, τα οποία εναργώς έχει διατυπώσει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος και ενέκρινε το Σώμα της Ιεραρχίας: 1) Υποχρεωτικότητα του μαθήματος. 2) Διατήρηση των ωρών διδασκαλίας. 3) Ορθόδοξος προσανατολισμός. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, «απαιτείται διαρκώς να προσπαθούμε να κτίζουμε γέφυρες και να αναπτύσσουμε ένα τίμιο και ειλικρινή διάλογο τόσον με την εκπαιδευτική κοινότητα των θεολόγων όσον και με την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας».
Εν συνεχεία ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε αναλυτικά τούς λόγους, οι οποίοι καθιστούν το μάθημα υποχρεωτικό και τόνισε ότι δεύτερο σοβαρό θέμα είναι να παραμείνει η ονομασία «Θρησκευτικά», γιατί αυτή είναι θεμελιώδης θέση, ώστε το Μάθημα των Θρησκευτικών να διδάσκεται μόνον από Θεολόγους.
Εν κατακλείδι, ο Εισηγητής ανέφερε ότι πριν την κατάθεση των τελικών προτάσεων της Επιτροπής δέον να ληφθούν υπ’ όψιν συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

α) Η Εκκλησία δέον να αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή σε ιδελογικές έριδες είτε μεταξύ θεολόγων είτε μεταξύ πολιτικών ομάδων είτε μεταξύ ομάδων πολιτών.

β) Είναι αναγκαίο να επιμείνουμε στην διατήρηση του υφισταμένου νομικού και θεσμικού πλαισίου του Μαθήματος των Θρησκευτικών.

γ) Για την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Μάθημα δεν νοείται παρά μόνον ως κατέχον την πρώτη θέση στην Παιδεία των παιδιών μας.

δ) Αναγνωρίζουμε ότι η αλλαγή του μαθήματος είναι απαραίτητη, χωρίς αυτό να σημαίνει υποτίμηση της αξίας του, αποδόμηση της πίστης, πρόκληση σύγχυσης και την ταύτισή του με κύρια χαρακτηριστικά φανατισμό, εμπάθεια, συντηρητισμό, σκοταδισμό ή ανόητο και μειονεκτικό φιλελευθερισμό.

ε) Αναγνωρίζουμε ότι η εποχή των αμιγώς θρησκευτικών κοινωνιών και εθνών ήδη παρέρχεται.

στ) Το Μάθημα των Θρησκευτικών να φανερώνει ξεκάθαρα την αξία και την επικαιρότητά του, να εκφράζει πειστικά την αλήθεια με τόλμη, ελευθερία και ομορφιά, να μην κουράζει ούτε να είναι ανιαρό, αλλά να είναι αξιόπιστο και ενδιαφέρον, να καταδεικνύει την τεράστια συμβολή της ορθόδοξης πίστης στο Πνεύμα, στην Τέχνη, στον Πολιτισμό.

ζ) Η Ιεραρχία διαλέγεται, διότι συναποφασίζει με την Πολιτεία για θέματα που αφορούν σ’ αυτήν, ως τούτο απορρέει από το Σύνταγμα, τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους Νόμους του Κράτους.

η) Η παρουσίαση από το μάθημα μιας ορθόδοξης κοσμολογίας και ανθρωπολογίας.

Μετά το διάλειμμα ακολούθησε ευρύτατος διάλογος επί της Εισηγήσεως, κατά τον οποίο έλαβαν τον λόγο πολλοί Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς.

Κατόπιν προτάσεως του Μακαριωτάτου διεξήχθη μυστική ψηφοφορία για την συνέχιση ή μη του διαλόγου με την Πολιτεία για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Επί συνόλου 62 ψηφισάντων ευρέθησαν 57 θετικές ψήφοι. Κατόπιν αυτού η Ιεραρχία με εμπιστοσύνη στα πρόσωπα της εξ Αρχιερέων Επιτροπής και όσων λαϊκών επιλεγούν αποφάσισε να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν τον διάλογο για το μάθημα των Θρησκευτικών με βάση τα της Εισηγήσεως του Σεβασμιωτάτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ και των όσων προέκυψαν εκ του διαλόγου στην Ιεραρχία. Τα αποτελέσματα του διαλόγου θα τεθούν και πάλι υπ’ όψιν της Ιεραρχίας.

Σε ερώτηση αν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της Ιεραρχίας είναι ψήφος εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε πως ποτέ δεν τέθηκε αυτό στο μυαλό του. «Αν κάποια στιγμή καταλάβω ότι δε με αγαπούν οι αδελφοί μου θα φύγω να πάω εκεί που αγαπάω εγώ καλύτερα, στο μοναστήρι μου» είπε ο Αρχιεπίσκοπος σημειώνοντας πως «δεν έχει καμία τέτοια έννοια, αλλά τους ευχαριστώ, γιατί από τους 62 οι 57 κάθισαν στο πλευρό μου και αυτό με συγκινεί και μου δίνει δύναμη περισσότερη».