Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Στη μνήμη του Σπύρου Κοντογιάννη που άφησε την ψυχή του εκεί

 

«Μεγαλόπρεποι και επιβλητικοί, μυστήριο και ιδιότυπη ομορφιά, υψώνονται στο δυτικό άκρο της Θεσσαλίας, στην περιοχή της παλαιάς Μητροπόλεως των Σταγών, οι περίφημοι βράχοι των Μετεώρων. Παράξενο, μυθικό, λες, δάσος από λίθινα σώματα, πάνω από χίλια, άλλα τεράστια και πλατιά, άλλα μικρά και σκελετωμένα, όλα με τις κορυφές στραμμένες στον ουρανό, όλα εξώκοσμα και υπεργήινα. Ένα υπέροχο, αληθινά, δάσος, που ενώ οι κορμοί του σου θυμίζουν απολιθωμένους μυθικούς γίγαντες, οι τρούλοι των εκκλησιών και οι ήχοι των σημάντρων σε πληροφορούν ότι αποτελεί θεία ιδιοκτησία: “είναι το πέτρινο δάσος του Ιησού”! Δεν είναι απλώς ένα μοναδικό στο είδος του τοπίο, ένα πραγματικό “ξένον θέαμα” για τον περιηγητή.  Η πέτρινη πολιτεία, υψωμένη αντίκρυ στον απέραντο θεσσαλικό κάμπο κι αγγίζοντας με τους ουρανοξύστες της τα κράσπεδα τ’ ουρανού, είναι θαρρείς σύμβολο του γήινου πόθου να πλησιάσει τους όμορφους γαλάζιους κόσμους.

Στεφανωμένη με τα παμπάλαια μοναστήρια της, που κρατούν ακόμη έντονο το βυζαντινό χρώμα και την ορθόδοξη παράδοσι, η αγία λιθόπολι των Σταγών αποτελεί μια απείραχτη από τον χρόνο βυζαντινή γωνιά, μια ακρόπολη του πνεύματος, που αμύνεται με τη σιωπηλή της ζωή στα υλιστικά ρεύματα των εποχών» (Θεοτέκνης Μοναχής: «Το πέτρινο δάσος των Μετεώρων», Έκδοσις Ι.Μ. Αγίου Στεφάνου Μετεώρων5, Αθήναι 1984, σ. 13, από όπου δανειστήκαμε τον τίτλο του κειμένου τούτου).

Ζωντανό δημιούργημα

Ούτε ερείπια ούτε αρχαιολογικός χώρος. Είναι ζωντανό και ιερό δημιούργημα της πίστης, της υπομονής και της επιμονής. Στα Μετέωρα, περισσότερο από ίσως από άλλους τόπους του ελληνικού χώρου, τα τρία αυτά χαρίσματα ήσαν αναγκαία για να μεταβληθούν σε μοναστήρια οι αετοφωλιές, σε τόπους κατοικήσιμους οι γιγάντιοι, απότομοι και ανέλπιδες βράχοι. Το μεγαλείο του Θεού μπορεί κάποιος να το δει και στο πιο ασήμαντο ανθάκι του αγρού. Αλλά και ο πλέον ψυχρός και αδιάφορος επισκέπτης των Μετεώρων δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι αυτοί που επιβλήθηκαν στους βράχους και έζησαν μαζί τους χρόνια και χρόνια μονάζοντας είχαν τουλάχιστον ως αντίδωρο τη μεγαλοπρεπέστερη εικόνα της φύσης, που εύγλωττα μαρτυρεί τη μεγαλοσύνη του Πλάστη της.

Τα περισσότερα μοναστήρια που διατηρούνται σήμερα είναι κτισμένα πάνω σε πανύψηλους βράχους, που δεσπόζουν στους άλλους γύρω. Αντίθετα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά προβάλλεται με μοναδικό τρόπο στους πίσω βράχους. Στη μία πλευρά απλώνεται κατάφυτη μικρή κοιλάδα, που καταλήγει στο Καστράκι. Στην άλλη υψώνονται βράχοι που δίνουν κάτι από την εντύπωση που αφήνουν στο χέρι τα μινυακά αγγεία, που είναι γκρίζα και γυαλιστερά, λεία. Οι βράχοι θωρακίζουν με μυστικοπάθεια τον κομψό βράχο του Αναπαυσά. Πέρα, κατά τη δύση, η Πίνδος κυματίζει τις κορφές της με άλλον ηρωισμό και άλλον αέρα.

Τα Άγια Μετέωρα, που πολύ εύστοχα αποκλήθηκαν «Θηβαΐς των Σταγών», αποτελούν το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μοναστικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο μετά το Άγιον Όρος, έγραφε ο αείμνηστος Σπύρος Κοντογιάννης, που απεβίωσε πρόσφατα. Ταυτόχρονα, συγκροτούν έναν μοναδικό θησαυρό για την ανθρωπότητα και μάλιστα για όλο τον Ορθόδοξο Χριστιανικό κόσμο.

Τα πρώτα ίχνη των αναχωρητών και των μοναχών στους βράχους των Μετεώρων χάνονται στην αχλύ του χρόνου, της Ιστορίας, θρύλων και παραδόσεων ριζωμένων βαθιά στον πρώτο μετεωρίτικο μοναχισμό, αφού οι παλαιότερες γραπτές πληροφορίες είναι κατά πολύ μεταγενέστερες. Στα Άγια Μετέωρα θεωρείται ότι υπήρχε σκήτη ήδη από τον 11ο αι. Η ίδρυση της Σκήτης της Δούπιανης ή των Σταγών στα τέλη του 11ου αι. ή τουλάχιστον στις αρχές του 12ου, που είχε ως κέντρο τον Ναό της Θεοτόκου και αποτελούσε και το Κυριακό της, συνιστά τον πρώτο σημαντικό σταθμό στις απαρχές της ασκητικής και μοναστικής ζωής στα Μετέωρα, που είχε την ίδια εξέλιξη με εκείνη των άλλων μοναστικών κέντρων, όπως π.χ. του Αγίου Όρους.

Ένα μικρότερο Άγιον Όρος είναι η μοναχική πολιτεία των Μετεώρων, έγραφε ο Ι.Μ. Χατζηφώτης. Μια ολοκληρωμένη εικόνα του τι ήταν η πολιτεία αυτή μας δίνει μια ωραία ιχνογραφία της «Ιεράς Βασιλικής και Σεβασμίας Μονής του Μετεώρου, της επ’ ονόματι της φρικτής Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, χαλκοχαραχθείσα εν τη αυτή Ιερά Μονή, συμπεριέχουσα έτι και τα πλησίον ευρισκόμενα έτερα ιερά μοναστήρια της επαρχίας των Σταγών διά χειρός του εν Μοναχοίς ελαχίστου Παρθενίου του εξ Ελασσώνος, επιμελείας δε και συνδρομής του Πανοσιωτάτου εν Ιερομονάχοις και Σκευοφύλακος της αυτής Μονής κυρ Δανιήλ και δαπάνης του τιμιωτάτου και χρησιμωτάτου κυρ Φίλου Δημοπούλου εκ Χώρας Χαλίκι της αυτής επαρχίας Σταγών εις μνημόσυνον αυτού και γονέων».

Η πλάκα της ιχνογραφίας εκτίθεται σήμερα στο σκευοφυλάκιο της Μονής Μεγάλου Μετεώρου, όπου φυλάσσεται μαζί με καλλιτεχνικά εικονογραφημένα χειρόγραφα, ιστορικά έγγραφα, ιερατικά άμφια, θαυμάσιες βυζαντινές εικόνες και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν η περίφημη «Παναγία Θρηνωδούσα» και η «Άκρα Ταπείνωση», έργα αντιπροσωπευτικά της Ορθόδοξης Τέχνης. Η ιχνογραφία είναι έργο του 1782 και σημειώνει με πολλές λεπτομέρειες τα μετεωρίτικα μοναστήρια.

Μεγαλύτεροι θησαυροί από αυτά είναι όμως τα ιερά λείψανα των αγίων, που φυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού, τιμούν και προσκυνούν οι μοναστές και οι μονάστριες. Μακρύς ο κατάλογος, αλλά θα περιοριστούμε σε πολύ λίγα:

- Ι.Μ. Μεταμορφώσεως: Η κάρα του Οσίου Αθανασίου του Μετεωρίτη, του Αγίου Ιωάσαφ, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη, του Οσίου Δανιήλ του Μετεωρίτη, του Αγίου Νικολάου νεοφανούς, του Χίου, του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονα, το άνω τμήμα της κάρας του Αγίου Παντελεήμονα.

- Ι.Μ. Βαρλαάμ: Η κάρα του Αγίου Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων, το αριστερό χέρι του Αγίου Προκοπίου, το δεξί χέρι του Αγίου Νεκταρίου, το αριστερό του Ιερού Χρυσοστόμου και τεμάχια της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας και της παρθενομάρτυρος Παρασκευής.

- Ι.Μ. Αγίου Στεφάνου: Η κάρα του Αγίου Χαραλάμπους, τεμάχιο του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, τεμάχιο από το πόδι της Αγίας Μαρίνας, από δάχτυλο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και μικρός σταυρός από Τίμιο Ξύλο, τεμάχια λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.

«Δάσος γιγαντωδών βράχων, στοιβών λίθων ως οβελίσκων, απειλητικών πύργων, κεκλιμένων, ή οικοδομών ηρειπωμένων εκ της βάσεως»: έτσι φαντάσθηκε τα Μετέωρα ο Γάλλος αρχαιολόγος Εζέ. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ως «απίθανη πολιτεία των βράχων», σταματημένη ανάμεσα στα ειδυλλιακά καλοκαίρια των τσομπάνων και των οργοτόμων και στους αγριεμένους χειμώνες των καλογέρων, (που) δεν ξέρει να βρίσκεται πουθενά – παρά μονάχα στο φρύδι του κάμπου της Θεσσαλίας, αντικριστή χρυσή θάλασσα του θερισμένου σταριού.

Κι ο Δανός Ούσινγκ ως «θωριά κομμένων κιόνων, (που) φυτρώνουν από τη γη και φαντάζουν τη νύχτα στα μάτια του διαβάτη σα σκιαχτερά φαντάσματα». Ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς εξάλλου είδε τα Μετέωρα ως «στιγμιαίας απομαρμαρώσεις Γιγάντων και Τιτάνων κατά διαφορωτάτας κινήσεις και στάσεις, αναπολούντων τους απολιθωμένους κατοίκους της Πομπηίας, ους απεμαρμάρωσεν ως αγάλματα η απροσδοκήτως εμπεσούσα και διαχυθείσα δίκην γύψου λάβα του Βεζουβίου, έκαστον, καθ’ ην στάσιν και θέσιν διετέλει κατά την στιγμήν εκείνην!». Ακόμη, ο Πουκεβίλ ως «Πυραμίδας, ως άλλαι μεν όμοιαι προς τους οβελίσκους της Αιγύπτου, άλλαι δε προς κώνους κολούρους και έτεραι προς αγάλματα των οποίων το σύνολον σχηματίζει κατά την θέαν αρχιτεκτονικήν μνημείων επισεσωρευμένων ή προπυργίων γιγαντωδών, τοιούτων οία εκείνα των Τιτάνων, ότε επεχείρουν ν’ αναβώσιν εις τον Όλυμπον».

Στους Οδηγούς των μονών των Μετεώρων μπορεί ο προσκυνητής να βρει και άλλες παρομοιώσεις τους. Είναι επιβλητική η εντύπωση που δημιουργεί στον καθένα η παρουσία πάνω στα απόκρημνα βράχια έργων ανθρώπινων και μάλιστα σε λεπτότατες καλλιτεχνικές εκφάνσεις, όπως είναι οι τοιχογραφίες του Θεοφάνη του Κρητός στο καθολικό της Μονής του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά ή στο καθολικό της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, όπου, αν και δεν υπάρχει η υπογραφή του, μεγάλοι σύγχρονοι βυζαντινολόγοι, όπως ο Μ. Χατζηδάκης, ο Ν. Νικονάνος και ο Χ. Μπούρας, θεωρούν ότι κι αυτό είναι δικό του έργο. Κι είναι ακόμη οι σύγχρονες τοιχογραφίες του Βλάση Τσοτσώνη, που νομίζεις πως δεν ζωγράφισε, αλλά καθάρισε τους τοίχους και αποκάλυψε έργο κλασικό, πανάρχαιο.

Είναι επιβλητική η εντύπωση που δημιουργεί στον καθένα η παρουσία πάνω στα απόκρημνα βράχια έργων ανθρώπινων και μάλιστα σε λεπτότατες καλλιτεχνικές εκφάνσεις

Στο Καθολικό του Αναπαυσά, για να σταθούμε σε ένα από τα μετεωρίτικα μοναστήρια, αφού ο χώρος δεν φθάνει για όλα, ούτε εκατοστό δεν είναι αζωγράφιστο. Ρεαλισμός υποταγμένος σε υψηλή πνευματικότητα, δύναμη και ελευθερία στην έμπνευση, στιβαρότητα και σταθερότητα του χεριού μαρτυρούν τον μεγάλο καλλιτέχνη, που φέρει ώριμα μέσα του όλα τα στοιχεία της Κρητικής Σχολής. Όσο κι αν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε, να αναλύσουμε, να εμβαθύνουμε καλλιτεχνικά με λόγια σε αυτό το χαριτωμένο και μεγαλειώδες συγχρόνως δημιούργημα του Θεοφάνη του Κρητός, ενός από τους σημαντικότερους μεταβυζαντινούς αγιογράφους, απλώς θα δώσουμε φτωχή εικόνα.

Μόνο το βλέμμα, η συνείδηση του ύψους, η ένταση η μυστική του ναού είναι εκείνα τα στοιχεία που δίνουν την αληθινή διάσταση της τέχνης και της πίστης που τη δονεί. Γιατί, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, «ο αγιογράφος μοναχός φαίνεται πως έκλεινε μέσα του μια καρδιά που περισσότερο τη συγκινούσε η ευσπλαγχνία του Θεού παρά τη συνείχε ο φόβος Του»!

Σήμερα, τα μοναστήρια επάνω στους μετέωρους βράχους συνδέονται με γέφυρες με το αντικρινό βουνό. Η προσέγγιση είναι πολύ πιο εύκολη τώρα. Σου δίνουν άλλοτε την εντύπωση μεσαιωνικών κάστρων, με φυσική τάφρο ολοτριγύρα, κι άλλοτε καραβιών μόνιμα δεμένων, που έριξαν γέφυρες στη στεριά. Παλαιότερα όμως η ανάβαση ήταν επίπονη, δυσάρεστη και, όχι σπάνια, επικίνδυνη. Χαρακτηριστική η μαρτυρία του Άγγλου γιατρού Henry Holland, που πήγε στα Μετέωρα το 1812, την οποία κατέγραψε στον πρώτο τόμο του αξεπέραστου έργου του ο Κυριάκος Σιμόπουλος: «Ένα μικρό, ξύλινο χαγιάτι, γράφει ο περιηγητής για το μοναστήρι του Αγίου Στεφάνου, διακρινόταν στην κορφή του βράχου, το παλάγκο κι ένα σκοινί. Κατέβηκε το χοντρόσκοινο μ’ ένα δίχτυ στην άκρη. Ο τάταρης έστρωσε στο δίχτυ μια κάπα, μπήκαμε με τον φίλο μου και καθήσαμε καταγής. Μόλις τραβήχτηκε το δίχτυ, γίναμε ένα κουβάρι και σφιχτήκαμε ο ένας πάνω στον άλλο, έτσι που δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε χέρια ούτε πόδια».

Ανάλογες είναι και οι εντυπώσεις του Άγγλου λοχαγού και περιηγητή Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ από την ανάβασή του στο Μεγάλο Μετέωρο, δύο χρόνια αργότερα, οι οποίες περιέχονται στον δεύτερο τόμο του Σιμόπουλου: «Βρήκαμε το δίχτυ στη βάση του βράχου. Υπήρχε ένα χαλάκι στο κάτω μέρος για να καθήσει ο επιβάτης. Κρεμόταν από έναν γάντζο και μόλις ανασηκωνόταν άρχιζε να στριφογυρίζει. Αυτή η περιστροφή ήταν η μοναδική δυσαρέσκεια στην ανάβαση. Βέβαια, μπορεί να τακτοποιηθεί ώστε το δίχτυ να ανεβαίνει σταθερά με ένα άλλο σκοινί, που πρέπει να κρατάει κάποιος στη βάση του βράχου. Αλλά αυτά αποτελούν πολυτέλειες. Η μόνη μέριμνα των αγίων πατέρων είναι να ανεβάζουν γρήγορα το δίχτυ και να το κατεβάζουν απαλά. Για κείνους που ζαλίζονται η καλύτερη συμβουλή είναι να κλείνουν τα μάτια».

Στον καθαυτό χώρο των Μετεώρων λειτουργούν σήμερα τέσσερα ανδρικά και δύο γυναικεία μοναστήρια, όπου ασκούνται πολλοί μοναχοί και μοναχές και όπου κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνεται μοναστική, πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση. Πρόκειται για τις Μονές Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Μεγάλο Μετέωρο (έτος ίδρυσης 1340), Αγίων Πάντων Βαρλαάμ (έτος ίδρυσης 1350), Αγίας Τριάδος (έτος ίδρυσης 1362), Αγίου Νικολάου Αναπαυσά Αγίας Τριάδος (έτος ίδρυσης 1438), Αγίου Στεφάνου (έτος ίδρυσης 1192) και Αγίας Βαρβάρας Ρουσάνου (έτος ίδρυσης 1545).

Σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους, εκτός από την πνευματική και καλλιτεχνική προσφορά τους, δεν απουσίασαν από καμία περίοδο των εθνικών αγώνων, ενισχύοντας παντοιοτρόπως τους ντόπιους αγωνιστές. Δεν προσέφεραν μόνον τρόφιμα κατά την Τουρκοκρατία, αλλά παρείχαν κρησφύγετο και πρόσφεραν τα μοναστήρια για στρατηγείο, έγραφε ο Προηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος. Ας θυμηθούμε μόνο τον θρυλικό παπα-Θύμιο Βλαχάβα και το μαρτυρικό του τέλος. Το ίδιο επαναλήφθηκε και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Πολλές οι μαρτυρίες και τα αποδεικτικά έγγραφα για την τροφοδοσία των ανταρτικών σωμάτων από τις μετεωρίτικες μονές.

Οι επισκέπτες των τελευταίων πενήντα χρόνων στις κατά καιρούς προσκυνηματικές αναβάσεις τους έβλεπαν κτίρια που αναπαλαιώθηκαν και ανακαινίστηκαν, ενώ μουσεία και σκευοφυλάκια δημιουργήθηκαν, όπου τοποθετήθηκαν συντηρημένα και αποκατεστημένα σπουδαίας τέχνης έργα, εικόνες, χειρόγραφα και παμπάλαια αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Επίσης, χώρους που αξιοποιήθηκαν, στους οποίους δημιουργήθηκαν εργαστήρια, αποθήκες κ.λπ., χωρίς να είναι ορατά από πουθενά ή να αλλοιώνουν την όψη των παλαιών οικοδομών. Στον Άγιο Στέφανο οικοδομήθηκε μικρός κοιμητηριακός ναός και κάθε προσιτή γωνιά καλύφθηκε με κάθε είδους φυτά και λουλούδια.

Στον Άγιο Στέφανο επίσης αγιογραφήθηκε ο Ναός του Αγίου Χαραλάμπους από έναν από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες αγιογράφους, τον Βλάση Τσοτσώνη, ο οποίος εργάσθηκε και σε άλλες μονές των Μετεώρων. Ο προσκυνητής εντυπωσιάζεται από την υψηλή τέχνη και αισθητική του εσωτερικού του ναού, τις αναρίθμητες μικρότερες και μεγαλύτερες μορφές που αποτελούν ένα απερίγραπτα καλοστημένο σύνολο, το οποίο διδάσκει και συγχρόνως θέλγει νου και ψυχή. Έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε χώρο όπου εργάσθηκε καλλιτέχνης σύγχρονος του Θεοφάνη Στερλίτζα Μπαθά και του Φράγκου Κατελάνου. Όλα αυτά υπό την άγρυπνη παρακολούθηση, μελέτη και επιστασία των μοναχών και των μοναζουσών.