Της Αγγελικής Δ. Χατζηιωάννου, δρος Θεολογίας

 

Η τελευταία ανακαίνιση του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2016-2017, έφερε στη δημοσιότητα το σπουδαιότερο μνημείο του χριστιανικού κόσμου, τον Ναό της Αναστάσεως και τον Τάφο του Χριστού, ο οποίος πάντοτε αποτελούσε για τους πιστούς Χριστιανούς σημείο αναφοράς και τόπο προσκυνήματος. Ο αρχικός Ναός της Αναστάσεως κτίσθηκε με χρήματα που διέθεσε ο Μ. Κωνσταντίνος (324-337), ο οποίος ορθώς θεωρείται ο πρώτος κτίτορας του ναού.

Όταν, το 325, συγκλήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, σε αυτήν έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος (314-333). Ο Μακάριος σε ιδιαίτερη συνάντηση που είχε με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον ενημέρωσε για την κατάσταση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και του περιέγραψε ότι στους ιερούς τόπους όπου βρίσκονταν ο Τάφος του Χριστού και ο Γολγοθάς οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν κτίσει ναό προς τιμήν της Αφροδίτης και, έτσι, οι Χριστιανοί δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα σημεία που σχετίζονταν με τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Ο Μ. Κωνσταντίνος υποσχέθηκε στον επίσκοπο Μακάριο ότι θα τον βοηθούσε να αποκαλύψει τον Γολγοθά και τον τόπο της ταφής του Χριστού και να απομακρύνει τα είδωλα που ήταν τοποθετημένα εκεί. Πράγματι, το 326 απέστειλε στα Ιεροσόλυμα τη μητέρα του, Αγ. Ελένη, η οποία ανέλαβε την επίβλεψη των εργασιών για την κατεδάφιση του ναού της Αφροδίτης και τέθηκε επικεφαλής της προσπάθειας ανευρέσεως του Τιμίου Σταυρού.

Όταν, μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού και την κατεδάφιση του ναού της Αφροδίτης ήλθε στο φως ο Γολγοθάς και ο Πανάγιος Τάφος, ο αυτοκράτορας απέστειλε επιστολή προς τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο, στην οποία εξέφραζε τον θαυμασμό του για την αποκάλυψη των δύο αυτών σπουδαιότατων προσκυνημάτων και δήλωνε την επιθυμία του να κτίσει ναό ο οποίος θα τα στέγαζε. Για να εκτελεσθεί αυτό το έργο, ο αυτοκράτορας έθεσε στη διάθεση του Μακαρίου όχι μόνο τον προσωπικό του φίλο και διοικητή της επαρχίας της Παλαιστίνης Δρακιλλιανό, αλλά και τον εαυτό του. Ζήτησε από τον επίσκοπο Μακάριο να τον ενημερώνει απευθείας και με λεπτομέρειες τόσο για την εργασίες ανεγέρσεως του ναού και την πρόοδό τους όσο και για τις αναγκαίες δαπάνες.

Το έργο της ανοικοδόμησης του ναού της Αναστάσεως ξεκίνησε το 326 και ολοκληρώθηκε το 335. Ο αρχιτέκτονας ο οποίος ανέλαβε το έργο ήταν ο Ζηνόβιος και ως βοηθός του ορίσθηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο ο πρεσβύτερος Ευστάθιος.

Ο ναός ήταν ένα μεγαλοπρεπές συγκρότημα που αποτελείτο από πέντε κτίρια, κατά μήκος ενωμένα, τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Τα κτίρια αυτά ήταν: α) το ανατολικό αίθριο, β) το μαρτύριο ή βασιλική (ο τόπος της Ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού), γ) το Τρικάμαρο (όπου βρισκόταν ο Γολγοθάς), δ) η Ανάσταση (Πανάγιος Τάφος) και ε) το επισκοπείο. Το συνολικό μήκος αυτών των κτισμάτων έφθανε τα 150 μέτρα, ενώ το πλάτος τους μαζί με το κτίριο του επισκόπου τα 59.

Οι αρχιτέκτονες του Μ. Κωνσταντίνου, για να εξασφαλίσουν τη θεμελίωση των νέων κτιρίων πάνω στο βραχώδες υπέδαφος, αναγκάσθηκαν να σκάψουν σε βάθος 8-9 μέτρων από την επιφάνειά του μέχρι του σημείου που εδραζόταν ο τάφος του Χριστού. Ο λόφος του Γολγοθά, που την εποχή του Χριστού είχε λαξευθεί στο βόρειο και το ανατολικό τμήμα του, λαξεύθηκε ακόμα περισσότερο στη νότια και τη δυτική πλευρά του, για να μπορέσει να ενσωματωθεί στο τετραγωνισμένο Τρικάμαρο. Η είσοδος σε αυτόν τον περίφημο ναό γινόταν από την πύλη που ονομαζόταν Cardo Maxima. Η βασιλική που βρισκόταν εντός του συγκροτήματος ήταν 5κλιτη με διπλούς γυναικωνίτες και πλούσια διακοσμημένη με χρυσό, άργυρο, ψηφιδωτά και ορθομαρμαρώσεις.

Ο Ευσέβιος, επίσκοπος Καισαρείας, περιγράφει στην εκκλησιαστική ιστορία του τον ναό και αναφέρει ότι το σημείο όπου βρισκόταν ο Πανάγιος Τάφος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος το «εστόλισε με εξαίρετους κίονας και πολύν καλλωπισμόν, περιεκύκλου δ᾽ εξής το μνήμα χώρος παμμεγέθης και εις καθαρόν αίθριον ανυψούμενος». Ο χώρος ήταν στρωμένος «με λαμπρούς λίθους». Η βασιλική, ο κεντρικός δηλαδή ναός που στέγαζε τον τόπο της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού, «έσωθεν μεν ήτο εστρωμμένος με ποικίλα μάρμαρα, έξωθεν δε οι τοίχοι ήσαν κατεσκευασμένοι με πελεκητάς πέτρας, αίτινες ήσαν τόσον καλώς συνηρμοσμέναι, ώστε εφαίνοντο ως μάρμαρα». Η στέγη της βασιλικής ήταν από μόλυβδο, για να προστατεύεται από τα νερά της βροχής και εξωτερικά καλυπτόταν με χρυσό.

Τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως πραγματοποιήθηκαν την «τρίτη δεκάδι» της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου, δηλαδή την τρίτη δεκαετία της βασιλείας του. Ο αυτοκράτορας ανέθεσε στον Μαριανό, τον αυτοκρατορικό ταχυγράφο (δηλαδή στενογράφο) να φροντίσει να μεταβούν στα Ιεροσόλυμα πολλοί επίσκοποι, μεταξύ των οποίων και ο Μέγας Αθανάσιος, που βρίσκονταν στην Τύρο σε σύνοδο για την αντιμετώπιση της αρειανικής αιρέσεως, για να συμμετάσχουν στα εγκαίνια. Στις 13 Σεπτεμβρίου του 335 πραγματοποιήθηκε η τελετή των εγκαινίων. Όπως αναφέρει ο Ευσέβιος Καισαρείας, στα Ιεροσόλυμα είχαν έλθει επίσκοποι από τη Μακεδονία, την Παννονία, τη Μυσία, την Περσία, τη Βιθυνία, τη Θράκη, την Κιλικία, την Καππαδοκία, τη Συρία, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη, την Αραβία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Παρόντες ήταν και οι επίσκοποι Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος, Νικαίας Θεόγνις, Περίνθου Θεόδωρος, Σιγιδόνος Ουρσάκιος, Μουρσών Βάλης κ.ά.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είχε στείλει αντιπροσώπους, ενώ ο ταχυγράφος Μαριανός είχε αναλάβει τα σχετικά με τη φιλοξενία των υψηλών προσκεκλημένων. Με αφορμή τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως δόθηκε εντολή να μοιρασθούν πλήθος τροφίμων αλλά και ειδών πρώτης ανάγκης στους πτωχούς της πόλεως, στους οποίους δόθηκαν και χρήματα. Οι εορτασμοί για το σπουδαίο αυτό γεγονός διήρκησαν 8 ημέρες και συνδυάστηκαν με τους εορτασμούς για τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου. Στα εγκαίνια δεν ήταν παρών ο αυτοκράτορας, τα όσα όμως ελέχθησαν στις σχετικές ομιλίες καθώς και όλα όσα διαδραματίστηκαν στη σχετική τελετή του τα μετέφεραν επίσκοποι που ήταν παρόντες.

Ο ναός τον οποίο έκτισε ο Μ. Κωνσταντίνος παρέμεινε ακέραιος για λιγότερο από τρεις αιώνες, πιο συγκεκριμένα για 278 χρόνια. Τον Μάιο του 614 τα περσικά στρατεύματα εισέβαλαν στα Ιεροσόλυμα και κατέστρεψαν όλους τους χριστιανικούς ναούς, μεταξύ των οποίων και τον Ναό της Αναστάσεως. Η αναστήλωση του ναού, που έγινε από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μόδεστο (632-634), δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει το κωνσταντίνειο κτίσμα, ωστόσο διέσωσε αρκετά από τα αρχικά στοιχεία, πολλά εκ των οποίων διακρίνει κανείς μέχρι και σήμερα.

Η ανέγερση του Ναού της Αναστάσεως στον τόπο της Σταυρώσεως και της Ταφής του Χριστού ήταν γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την ιστορία της Εκκλησίας. Με τη βοήθεια του Μ. Κωνσταντίνου ο λαός του Θεού έχει από την εποχή εκείνη μέχρι και σήμερα τη δυνατότητα να προσέρχεται στον γνήσιο τόπο όπου διαδραματίστηκαν τα σπουδαιότερα γεγονότα της Θείας Οικονομίας, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, οι συνέπειες των οποίων έχουν σωτηριολογική σημασία για τον άνθρωπο. Η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για αυτή του τη συνεισφορά, μνημονεύει πάντοτε το όνομά του όχι μόνο ως αγίου, αλλά και ως κτίτορος, σε όλες τις ακολουθίες που τελούνται στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως, η δε Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την επέτειο των Εγκαινίων κάθε χρόνο στις 13 Σεπτεμβρίου με ακολουθία που περιλαμβάνεται στο Μηναίο του Σεπτεμβρίου.

Σχετική βιβλιογραφία:

- Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών, «Ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων», Αθήνα 2010.

- Εκατονταετηρίς του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως (1810-1910), Ιερουσαλήμ 1910, Τύποις Ιερού Κοινού του Παναγίου Τάφου.

- Αγάθου Ευστ., «Παλαιστίνη, η Αγία Γη. Τα επ’ αυτής προσκυνήματα και το νέο κράτος του Ισραήλ», Αθήνα 2003, εκδ. Κάκτος.

- Μητροπούλου Θ., «Ο Πανίερος Ναός της Αναστάσεως Ιεροσολύμων. Το έργο του Κάλφα Κομνηνού (1808-1810)», Θεσσαλονίκη 2009.

- Χορτάτου Τίτου, αρχιμ., «Ο Πανίερος Ναός της του Χριστού Αναστάσεως (γνησιότης, ιστορική διαδρομή, Άγιον Φως)», Αθήνα 2007.