Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την υποστήριξη του Γερμανικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ διοργάνωσε, στις 28-30 Μαρτίου 2017, στη Θεσσαλονίκη, διεθνές συνέδριο με θέμα τη συμπλήρωση 500 ετών από την παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του 1517, οπότε ο Μαρτίνος Λούθηρος τοιχοκόλλησε στη θύρα του ναού του ανακτόρου της Βιτεμβέργης 95 θέσεις εναντίον των «αφέσεων». Στο συνέδριο έλαβαν μέρος πολλοί Ελληνες και ξένοι ειδικοί επιστήμονες, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε πτυχές και πρόσωπα της Μεταρρύθμισης, όπως τα αίτιά της, ο Λούθηρος και άλλοι μεταρρυθμιστές, οι μεταρρυθμιστές και οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι μεταρρυθμιστές και οι εκδόσεις κειμένων ελλήνων Πατέρων, οι επαφές και ο Διάλογος της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Μεταρρύθμιση, η επίδραση της Μεταρρύθμισης στον Ορθόδοξο κόσμο κατά τον 17ο αι., ο διεθνής διάλογος Λουθηρανών και Ορθοδόξων, η σημασία των πρώτων επαφών της Μεταρρύθμισης με την Ορθόδοξη Εκκλησία για τον σύγχρονο οικουμενικό διάλογο, ο Διμερής Διάλογος Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και Λουθηρανισμού, Μεταρρύθμιση και Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, ο Λούθηρος και η Ελληνική Επανάσταση, η σημασία της Μεταρρύθμισης σήμερα και προοπτικές για το μέλλον.

Η Προτεσταντική Εκκλησία, ο τρίτος κατά σειράν κλάδος του Χριστιανισμού, υπήρξε ουσιαστικά αποτέλεσμα ή δημιούργημα της αντίδρασης στην παπική τακτική των συγχωροχαρτίων. Ο πρώτος που διαμόρφωσε και διατύπωσε την αντίδραση εναντίον αυτής κατάστασης ήταν ο Γερμανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546). Το κίνημα αυτό σύντομα μετονομάσθηκε σε «Μεταρρύθμιση» και άρχισε να διαδίδεται ταχύτατα στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη. Ο Λούθηρος ήταν μοναχός του Τάγματος των Αυγουστινιανών Ερημιτών της Ερφούρτης και πίστευε ότι ο άνθρωπος σώζεται με τη Θεία Χάρη και όχι με τις πράξεις του. Εξαιτίας αυτού, επιτέθηκε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και διαμαρτυρόμενος τοιχοκόλλησε, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του 1517, στη θύρα του ναού του ανακτόρου της Βιτεμβέργης 95 θέσεις εναντίον των «αφέσεων» στη λατινική γλώσσα.

Βασικές αρχές του Λουθήρου ήταν ότι μόνον ο Χριστός είναι μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μόνη αυθεντία είναι η Αγία Γραφή, που είναι δυνατόν να ερμηνεύεται κατά συνείδηση, ότι η πίστη και η χάρη μόνον είναι αρκετές για τη σωτηρία του ανθρώπου, ότι οφείλουμε να δοξάζουμε μόνον τον Θεό και ότι κανένα ανθρώπινο ον, ούτε οι άγιοι, αξίζουν τη δόξα που τους αποδίδεται. Επίσης, η ιερωσύνη δεν είναι μυστήριο (μυστήρια αναγνώριζε μόνον την Θεία Ευχαριστία και το Βάπτισμα) και κάθε Χριστιανός είναι ιερεύς, οι λειτουργοί μπορούν να νυμφεύονται και η Θεία Λειτουργία πρέπει να γίνεται στη γλώσσα κάθε τόπου.

Έπειτα από πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις, εκδόθηκε το 1520 προκαταρκτική απόφαση (βούλα) του Πάπα, με την οποία καταδικάζονταν προτάσεις από τα συγγράμματα του Λουθήρου, διατασσόταν η καύση τους και τον καλούσε να ανακαλέσει τις ιδέες του για να μην αναθεματιστεί. Αντ’ αυτού, ο Λούθηρος έκαψε το Κανονικό Δίκαιο της Παπικής Εκκλησίας και τα συγγράμματα της σχολαστικής θεολογίας σε μεγαλειώδη συγκέντρωση έξω από την Βιτεμβέργη στα τέλη του 1520. Τελικά, αφορίσθηκε στις αρχές του 1521 από τον Πάπα Λέοντα τον Γ΄.

Ο Λούθηρος δεν ήταν μορφωμένος τόσο όσο συνήθως αποδίδεται σ’ αυτόν, αλλά τιμούσε την ελληνική παιδεία. Η ελλιπής, όμως, γνώση των αρχαίων Ελλήνων Πατέρων και ο σκληρός αγώνας του Λουθήρου προς την Ρωμαϊκή Εκκλησία περιόριζε το ενδιαφέρον και τα επιχειρήματά του στην αντίθεση της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τις ρωμαϊκές καινοτομίες. Οι μετέπειτα Λουθηριανοί προσπαθούσαν επίσης επίμονα να εντοπίσουν σημεία διαφωνίας της Ελληνικής Εκκλησίας προς την Ρωμαϊκή ως ομόδοξη των Προτεσταντών. Γενικώς, άγνωστο γιατί, ο Λούθηρος δεν έστρεψε τον προτεσταντισμό προς την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τον Λούθηρο ακολούθησε ο Ιωάννης Καλβίνος (γαλλικό όνομα Jean Calvin, πραγματικό όνομα Jehan Cauvin, 1509-1564), ο οποίος καταγόταν από τη Βόρεια Γαλλία και τις απόψεις του άρχισε να εκδίδει το 1536 με τον πρώτο τόμο του κριτικού δογματικού έργου του Θεσμοί της Χριστιανικής Θρησκείας.

Στην Ελβετία ανάλογη δράση ανέπτυξε ο Ζβίγγλιος (1484-1531).

Οι εκατέρωθεν αντιδράσεις υπήρξαν πολυποίκιλες, ώσπου να αναγνωρισθούν επισήμως οι Διαμαρτυρόμενοι, όπως ονομάσθηκαν οι οπαδοί του Λουθήρου. Στη Σύνοδο του Τριδέντο (1545-1563), ο Λούθηρος και ο Καλβίνος αφορίσθηκαν. Με την ειρήνη που επιτεύχθηκε στη Γερμανία, με τη συνθήκη της Αυγούστας το 1555, αναγνωρίσθηκαν οι Προτεστάντες, με τον όρο ότι κάθε ηγεμόνας είχε το «δικαίωμα της μεταρρυθμίσεως».

Από τους σημαντικότερους υποστηρικτές των ιδεών του Λουθήρου υπήρξε ο καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης Φίλιππος Schwartzerde, ο οποίος είχε εξελληνίσει το όνομά του, όπως συνήθιζαν την εποχή εκείνη οι ουμανιστές, σε Μελάγχθων. Ήταν εκείνος που έγραψε τη μία από τις τρεις ομολογίες των Προτεσταντών που υποβλήθηκαν στον αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε΄, το 1530, στην Αυγούστα, εκείνη των Λουθηρανών, που έμεινε γνωστή και ως Αυγουστιαία Ομολογία.

Αντιπροσωπευτικό είναι κείμενο, γνωστό ως Βελγική Ομολογία (Confessio Belgica), από τα πλέον συμβολικά κείμενα της Μεταρρύθμισης στις Κάτω Χώρες, που συντάχθηκε από τον καλβινιστή θεολόγο-ιεροκήρυκα Guy de Bres, ο οποίος σπούδασε στη Γενεύη και εργάσθηκε εντατικά για τη διάδοση της Μεταρρύθμισης, για να πεθάνει μαρτυρικά το 1566.

Η Βελγική Ομολογία συντάχθηκε το 1561 και με διάφορες βελτιώσεις και συμπληρώσεις αποτέλεσε τελικά αντιπροσωπευτικό κείμενο κύρους μεταξύ των μεταρρυθμιστικών κινήσεων στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, ώστε να ενσωματώνεται σε πολλές συλλογές προτεσταντικών ομολογιακών κειμένων. Όπως αναφέρει ο π. Βασίλειος Γεωργόπουλος, επισημαίνεται από ειδικούς ότι έως τις ημέρες μας η Βελγική Ομολογία παραμένει η βασική δογματική έκφραση πίστης των Αναμορφωμένων στην Αμερική και της Χριστιανικής Αναμορφωμένης Εκκλησίας στη Βόρεια Αμερική (Reformed Church in America και Christian Reformed Church of North America) στις ΗΠΑ. Ο ίδιος παρατηρεί συμπερασματικά ότι στα άρθρα 18 και 19 της Confessio Belgica καταγράφονται σε γενικές γραμμές βασικές θέσεις του χριστολογικού δόγματος, όπως το προσέλαβε από την αρχαία Εκκλησία ο αρχικός Προτεσταντισμός.

Με την πάροδο του χρόνου, η Μεταρρύθμιση έπαψε να είναι ενιαίο δόγμα και διασπάστηκε σε διάφορες παραλλαγές (Καλβινιστές, Λουθηρανοί, Ζβιγκλιανοί κ.λπ.). Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν καινούργιες αιρετικές ομάδες, με δικές τους, ξεχωριστές απόψεις για την αλήθεια, τη λατρεία και τη ζωή.

Οκτώ χρόνια μετά την αποκαλούμενη Μεταρρύθμιση, παρατηρεί ο π. Αυγουστίνος Μύρου, «οι διάφορες προτεσταντικές ομάδες είχαν διαιρεθεί σε περισσότερες από 280 ομολογίες. Σήμερα υπάρχουν και δρουν αυτόνομα περισσότερες από 23.000 διαφορετικές προτεσταντικές “εκκλησίες” μόνον στην Αμερική! Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο και εκφραστικότερο παράδειγμα που να δείχνει το χάος στο οποίο οδηγεί η απομάκρυνση από τις δοκιμασμένες θείες δομές που κληροδότησε η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας και η αντικατάστασή τους με τις αιρετικές αντιλήψεις». Η σύνοδος στον Προτεσταντισμό καλείται γενικώς συνέδριο. Αναφέρουμε τη Συνέλευση του Γουέστμινστερ 1643 «με σκοπό τη μεταρρύθμιση της Αγγλικής Εκκλησίας» και τη Σύνοδο του Μπάρμεν 1934, στην οποία οι μεγαλύτερες προτεσταντικές Εκκλησίες εναντιώθηκαν, διακηρύσσοντας την αντίθεσή τους στον ναζισμό. Το 1948 συγκροτήθηκε οικουμενική ένωση των προτεσταντικών Εκκλησιών γνωστή ως Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών.

Ο νεοπαγής Προτεσταντισμός του 16ου αιώνα, αμυνόμενος στην παπική αντιμεταρρύθμιση, είχε αρχικά φιλικές, όχι όμως αθώες, ανιδιοτελείς ή ανώδυνες σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα οι προτεσταντικές ομολογίες ανέπτυξαν ανεπίτρεπτες προσηλυτιστικές ενέργειες κατά των εμπερίστατων Ορθοδόξων. Οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες τόσο της Κωσταντινουπόλεως όσο και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας καλλιέργησαν ενωτικό πνεύμα με κοινότητες των Διαμαρτυρομένων, οσάκις αυτές διατύπωναν την πρόθεσή τους για ένωση. Στόχος και όρος για την ένωση ήταν η επάνοδος των προτεσταντικών κοινοτήτων στην Ορθόδοξη Πίστη και η πλήρης ενότητα με την Ορθόδοξη Εκκλησία και απαρέγκλιτη τακτική τους η διακοπή των ενωτικών επαφών σε περίπτωση απροθυμίας των Διαμαρτυρομένων να αποδεχθούν τον όρο αυτό.