Στη Μαίρη Ορφανίδη

 

Για δήθεν προοδευτισμό, που καθιστά ομήρους τις πλειοψηφίες στη χώρα μας, κάνει λόγο ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, ενώ τονίζει ότι όσοι έχουν υπεύθυνες θέσεις στον δημόσιο βίο δεν θα πρέπει να δρουν ευκαιριακά. Με αφορμή το Μεταναστευτικό, ο κ. Νεκτάριος αναρωτιέται ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της πολιτικής του ελληνικού κράτους, καθώς, όπως υπογραμμίζει, δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον -μάλλον το αντίθετο- για την ανάδειξη της δικής μας ταυτότητας.

 

Φέτος για πρώτη φορά στον δημόσιο διάλογο τέθηκε θέμα κόστους για τη μεταφορά του Αγίου Φωτός. Πώς κρίνετε τις φωνές αυτές, που προέρχονται και από πολιτικούς χώρους, που θέτουν εν αμφιβόλω παραδόσεις της ελληνικής εκκλησιαστικής ζωής;

Η Εκκλησία μας δεν υποχρεώνει κανέναν να αποδεχτεί ό,τι για μας είναι τιμαλφές πίστεως και σημείο Αναστάσεως. Ο καθένας βεβαίως, ιδίως όσοι έχουν υπεύθυνες θέσεις στον δημόσιο βίο, καλό θα ήταν να είναι συνεπής με τις απόψεις του και να μη λειτουργεί ευκαιριακά. Πιστεύουμε στον Θεό που έγινε άνθρωπος και κάλεσε εν απολύτω ελευθερία τον καθένα να αποδεχτεί τη σχέση και την κοινωνία μαζί Του. Αυτό γίνεται μόνο στην Εκκλησία και στη ζωή της. Η αμφισβήτηση δεν θα πάψει. Η Ιστορία όμως μας δείχνει ότι αυτές οι φωνές παρέρχονται. Το θαύμα της πίστης παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνας και οι πύλες του Άδου δεν θα μπορέσουν ποτέ να επικρατήσουν εις βάρος της Εκκλησίας.

Εκτιμάτε ότι η Εκκλησία έχει περισσότερους λόγους τώρα από άλλοτε να διεκδικεί την παρουσία της στα θέματα που την αφορούν στα σχολεία;

Η Εκκλησία ουδέποτε έπαψε να έχει άποψη για τα θέματα που έχουν να κάνουν με τη διατήρηση της ταυτότητας του Ελληνισμού, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ορθοδοξία. Ο ρόλος μας είναι και θεσμικός και κοινωνικός και πνευματικός. Θεσμικά συνεργαζόμαστε με την Πολιτεία, η οποία βεβαίως έχει τον τελικό λόγο για θέματα που έχουν να κάνουν με την παιδεία του λαού μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπερασπιστούμε τις απόψεις μας, ότι θα πρέπει να μην επισημάνουμε με κάθε τρόπο και πρόσφορο μέσο την αποφασιστικότητά μας -σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς θεολόγους, με τους γονείς, αλλά και τη νεολαία μας, η οποία εξακολουθεί, παρά την κινδυνολογία, να εμπιστεύεται την Εκκλησία- να παραμείνει το μάθημα των Θρησκευτικών Ορθόδοξο, παραδοσιακό, δίδοντας με μέτρο πληροφόρηση για τις άλλες θρησκείες και ανάλογα με το ηλικιακό επίπεδο των παιδιών. Γι’ αυτό και δεν αδιαφορήσαμε ως Ιεραρχία. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά τις έμφυλες ταυτότητες. Καταλαβαίνετε ότι, αν αδιαφορήσουμε, υπάρχουν μοντέρνες απόψεις οι οποίες στην ουσία λένε ότι οι άνθρωποι δεν έχουμε έναν βασικό πυρήνα στην ταυτότητά μας, που είναι η ανθρώπινη υπόστασή μας, η υπηκοότητά μας, το φύλο μας, η θρησκεία μας, η οικογένειά μας. Αν όλα αυτά τίθενται εν αμφιβόλω, για ποια χώρα, για ποια κοινωνία, για ποιες αξίες μπορούμε μετά να μιλάμε; Είναι άλλο επιστημονικές και θεωρητικές συζητήσεις και άλλο παρεμβάσεις, που με επιπολαιότητα και δήθεν «προοδευτισμό», αντί να διαφυλάττουν τα δικαιώματα μειοψηφιών, στην ουσία καθιστούν τις πλειονοψηφίες στην πατρίδα μας ομήρους τους.

 

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος κλείνει φέτος εννέα χρόνια στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Πώς θα χαρακτηρίζατε την παρουσία του στην ηγεσία της Ελλαδικής Εκκλησίας και σε σχέση με τον προκάτοχο του;

Σαφώς και πρόκειται για δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Ο λαός μας βεβαίως δεν ξεχνά τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Τον αγάπησε διότι μίλησε στην καρδιά του. Ήταν πηγαίος, αυθεντικός, οραματιστής, αγαπούσε την Εκκλησία και τον άνθρωπο και είχε το χάρισμα να το εκφράζει με μια μοναδική αρχοντιά. Στα χρόνια της Αρχιεπισκοπίας του έφερε την Εκκλησία και πάλι στο προσκήνιο της ζωής των ανθρώπων. Του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είναι χαρισματικός. Έχει βεβαίως άλλον τρόπο προσεγγίσεως της πραγματικότητας και στους δύσκολους καιρούς που διερχόμεθα προστάτεψε την Εκκλησία, την έκανε αρωγό των ανθρώπων στην κρίση, απολαμβάνει κύρους από όλους τους θεσμούς, δείχνει στον λαό μας ότι υπάρχει και αυτός ο δρόμος, της ήπιας, αλλά και αποφασιστικής προσεγγίσεως των προβλημάτων, ενώ κρατά την Ιεραρχία ενωμένη και την ίδια στιγμή έτοιμη να παρέμβει όπου χρειαστεί. Πιστεύουμε ότι ο Θεός στέλνει τον κατάλληλο ηγέτη σε κάθε χρονική περίοδο και το έργο του καθενός κινείται πρώτιστα από την αγάπη προς την Εκκλησία.  

Ποια η θέση σας για την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα;

Είναι θέμα της Πολιτείας πρώτιστα. Θα ήθελα όμως να σας ρωτήσω το εξής: Δεν θα έπρεπε κάποια στιγμή να ανησυχούμε για τη θρησκευτική αλλοτρίωση του λαού μας από την ανεξέλεγκτη εισροή του ισλαμικού στοιχείου; Από μία εύκολη προοδευτικότητα, η οποία απαξιώνει τη λαϊκή θρησκευτικότητα, την παρουσία της Εκκλησίας στην κοινωνία, ειρωνεύεται κάθε τι πνευματικό και υπερασπίζεται με μαχητικότητα οτιδήποτε είναι αντίθετο στην πνευματική μας παράδοση; Δεν νομίζετε ότι χρειάζονται εγγυήσεις ότι το όποιο τέμενος δεν θα χρησιμοποιηθεί για άλλους λόγους πέρα από τη θρησκευτική λατρεία; Δεν ωφελεί βεβαίως να κλείνουμε και τα μάτια μας στο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά ανεπίσημα τζαμιά στην Αθήνα. Όμως θα ήθελα να ήξερα ποια είναι τελικά η πολιτική του ελληνικού κράτους στο Μεταναστευτικό, στις επιπτώσεις που αυτό έχει στην κοινωνία και κατά πόσον το κράτος μας είναι έτοιμο να ενισχύσει τη δική μας ταυτότητα, όχι ως βάση μισαλλοδοξίας, αλλά ως επίγνωση του ποιοι είμαστε και βεβαίως με ποιον τρόπο μπορούμε και να συζητήσουμε και να συνυπάρξουμε. Εδώ δεν βλέπω ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μάλλον το αντίθετο.

 

Το σκήνωμα της Αγίας Ελένης ήρθε μετά από 17 αιώνες στην Ελλάδα. Τι σημαίνει αυτό για την Ιεραρχία; 

Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος βλέπει τον λαό μας να παραμένει πιστός. Βλέπει στα πολλά προσκυνήματα ανά την Ελλάδα οι άνθρωποι να εκφράζουν την αγάπη τους προς την Εκκλησία, την πίστη στον Χριστό και τους αγίους και να παραμένουν με επίγνωση χριστιανοί. Αυτό το διαπιστώνουμε συνεχώς στην Κέρκυρα, όπου βρίσκονται τεθησαυρισμένα τα λείψανα του Αγίου Σπυρίδωνος και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης, αλλά και μικρότερα τμήματα από λείψανα αγίων. Ο λαός μας αγαπά τους αγίους. Η πίστη του όμως είναι καρδιακή. Ξεκινά από την ανάγκη όχι μόνο να διατηρηθεί η ελληνορθόδοξη παράδοση ακέραιη, αυτή που μας κράτησε ζωντανούς και ελεύθερους σε δίσεκτους καιρούς, αλλά και από την ανάγκη τα υπαρξιακά κενά, η απουσία γνήσιου, αυθεντικού και αιώνιου νοήματος ζωής, όπως την έχει διαμορφώσει ο πολιτισμός μας, να καλυφθούν μέσα από την εκκλησιαστική ζωή. Τα λείψανα των αγίων μας είναι τα σημεία της Αναστάσεως. Αυτό αποτελεί για μας παρακαταθήκη. Όταν βλέπουμε στην Κέρκυρα στις λιτανείες του ιερού σκηνώματος του Αγίου μας Σπυρίδωνος εκατοντάδες νέα παιδιά να συμμετέχουν με ευλάβεια και σεβασμό, πώς μπορούμε να μείνουμε ασυγκίνητοι; Επομένως, η Ιεραρχία με χαρά, σεβασμό και τιμή υποδέχθηκε το σκήνωμα της Αγίας Ελένης, στην οποία οφείλουμε τη διάδοση του Χριστιανισμού με ελευθερία, καθώς η τότε εξουσία στο πρόσωπό της και στο πρόσωπο του υιού της, του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αναγκάστηκε να παραδεχθεί την αναστάσιμη αλήθεια της πίστης μας και να επιτρέψει στους Χριστιανούς ελεύθερα να την εκφράζουν, μετά από μεγάλους διωγμούς. Για ποιο λόγο λοιπόν να υπάρξουν αντιδράσεις; Άλλωστε, η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, πολλών μητροπολιτών, αλλά και της κρατικής εξουσίας με τη συμμετοχή του εξοχοτάτου Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως και του λαού μας, συμμαρτυρούν τη σπουδαιότητα του γεγονότος.

 

Τι απαντάτε σε αυτούς που συχνά-πυκνά αναφέρονται στην περιουσία της Εκκλησίας και τι κινήσεις κάνει η ίδια για την αξιοποίησή της, την ώρα μάλιστα που έχει ριχτεί στη μάχη για τη σίτιση χιλιάδων συνανθρώπων μας που έχουν πληγεί από την κρίση;

«Έρχου και ίδε»! Εμείς γνωρίζουμε ότι σε όλη τη χειμαζόμενη Ελλάδα η Εκκλησία δίνει τροφή, καλύπτει ανάγκες, δίνει ελπίδα και πνευματικότητα, αξιοποιώντας την ελάχιστη περιουσία που της έχει απομείνει. Ταυτόχρονα, συσπειρώνει και εμπνέει τον λαό μας, ο οποίος την εμπιστεύεται απόλυτα. Κακοπροαίρετες φωνές πάντοτε θα υπάρχουν. Εμείς όμως ξέρουμε πως κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς ώστε η όποια περιουσία να αξιοποιείται για τους ανθρώπους. Αυτό είναι το μήνυμα του Χριστού!