Στη Μαίρη Ορφανίδη

 

«Προηγήθηκε η αποϊεροποίηση της Κυριακής και νομοτελειακά έρχεται η κατάργηση της αργίας», επισημαίνει ο Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Παντελεήμων σε συνέντευξή του στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας», ενώ υπεραμύνεται του δικαιώματος της Εκκλησίας να παρεμβαίνει στην κοινωνική ζωή. Για τη συμβίωση Χριστιανών και μουσουλμάνων τονίζει ότι η Θράκη αποτελεί μοντέλο αρμονικών σχέσεων και φωτογραφίζει ως ιδανικό ποιμενάρχη εκείνον που θα είναι υπόδειγμα ευθύνης και πρότυπο διακονίας και για τους κοσμικούς άρχοντες.

 

Ποια είναι η θέση σας για την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας;

Η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας βρίσκει μια μεγάλη αντίδραση όχι μόνο από τους πιστούς, αλλά και από αυτό το εργατικό κίνημα και τον εμπορικό κόσμο. Πάντως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι προηγήθηκε η αποϊεροποίηση της Κυριακής και στη συνέχεια έρχεται ως νομοτελειακή συνέπεια και η κατάργηση της αργίας. Η αργία της Κυριακής έχει εκκλησιαστική αφετηρία και οφείλεται στο ότι ορίζεται η ημέρα αυτή ως αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού, ήδη από το βιβλίο της Γενέσεως. Οπότε η Εκκλησία επουδενί μπορεί να δεχθεί την κατάργησή της. Η νομοθετηθείσα πλέον κατάργηση της κυριακάτικης αργίας είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία επιβεβαιώνεται πως η απώλεια της σχέσης με τον Θεό επηρεάζει και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

 

Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ζητούν με ερώτηση τους στη Βουλή, αν σχεδιάζεται η ίδρυση νεκροταφείου ή εναλλακτικά η δημιουργία μουσουλμανικού τομέα εντός των κοιμητηρίων. Πώς κρίνετε την κίνηση αυτή;

Στην περιοχή της Θράκης η ύπαρξη μουσουλμανικών νεκροταφείων είναι αυτονόητη. Η παρουσία χιλιάδων μουσουλμάνων, κυρίως στην πρωτεύουσα, εγείρει και εκεί θέμα. Δεν νομίζω ότι οι μουσουλμάνοι πολίτες θα επιθυμούσαν ένα νεκροταφείο εντός των χριστιανικών κοιμητηρίων. Ούτε εδώ στη Θράκη συνηθίζεται κάτι τέτοιο. Εξάλλου, το νεκροταφείο διαφέρει από το κοιμητήριο, αφού ο όρος κοιμητήριο χρησιμοποιείται μόνο για τον χριστιανικό χώρο ταφής των νεκρών, γιατί συνδέεται με την πίστη στην κοινή των απάντων Ανάσταση εν Χριστώ Ιησού.

 

Πώς είναι οι σχέσεις με τους μουσουλμάνους συμπολίτες σας;

Η Θράκη αποτελεί μοντέλο αρμονικής συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού μεταξύ Χριστιανών και μουσουλμάνων, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο σε όλη την Ευρώπη. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, κατοικούμε στις ίδιες πόλεις και στα ίδια χωριά, έχουμε κοινά προβλήματα και κοινούς οραματισμούς. Θέλουμε και επιδιώκουμε ένα καλύτερο μέλλον για τις νέες γενιές. Οι απλοί άνθρωποι δεν έχουμε τίποτε να χωρίσουμε μεταξύ μας. Οφείλουμε όλοι, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι, να κλείσουμε τα αυτιά μας στις φωνές εκείνες που θέλουν να διαταράξουν τις μεταξύ μας καλές σχέσεις. Μπορούμε οι Θρακιώτες ενωμένοι, ανεξάρτητα από φυλή ή θρησκεία, να διαχειριστούμε τα του τόπου μας.

 

Πώς καθορίζονται ιδανικές σχέσεις μεταξύ μητροπολιτών και των τοπικών Αρχών;

Ο μητροπολίτης κάθε περιοχής είναι σίγουρα ένα δημόσιο πρόσωπο. Διαφέρει, όμως, από τις λοιπές τοπικές Αρχές κατά δύο έννοιες. Κατά πρώτον, είναι ισόβιος, οπότε στη διάρκεια της ποιμαντορίας του καλείται να συνεργαστεί με τοπικούς άρχοντες όλων των πολιτικών σχηματισμών. Κατά δεύτερον, ο αρχιερεύς δεν είναι ένας άρχοντας του τόπου, επειδή το επιβάλλει το Πρωτόκολλο στις δεδομένες σχέσεις μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, αλλά ακριβώς λόγω της αρχιεροσύνης του, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια θέση εξουσίας, αλλά ως μια θέση διακονίας. Από τα ανωτέρω συνεπάγεται ότι ο κάθε μητροπολίτης καλείται αφενός μεν να είναι παράγοντας ενότητας και συμφωνίας σε μια συχνά κατακερματισμένη κοινωνία, αφετέρου εξ ορισμού θα πρέπει να πολιτεύεται κατά την άσκηση της ποιμαντορίας του με τέτοιον τρόπο, ώστε να λειτουργεί ως υπόδειγμα ευθύνης και ως πρότυπο διακονίας και για τους κοσμικούς άρχοντες.

 

Στη Μητρόπολή σας λειτουργεί Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο, Λύκειο, αλλά και κατασκηνώσεις. Ποιος είναι ο ρόλος που καλείται να παίξει η Εκκλησία για τους νέους;

Τόσο το Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο και το Ενιαίο Εκκλησιαστικό Λύκειο Ξάνθης όσο και οι μαθητικές κατασκηνώσεις αποτελούν δύο πολύτιμες εστίες νεανικού έργου στην τοπική μας Εκκλησία. Φυσικά, η ποιμαντική της νεότητας είναι ευρύτερη. Πραγματοποιείται όχι μόνο με τη λειτουργία των κατηχητικών συνάξεων, αλλά και με την εν γένει μαρτυρία της Εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία. Η Εκκλησία οφείλει να διδάσκει και να φανερώνει ένα ήθος διακονίας και να μαρτυρεί την αγάπη προς τον πλησίον, η οποία είναι και η μεγαλύτερη των αρετών. Για να απαντήσουμε, δε, και στο τελευταίο σκέλος της ερωτήσεώς σας, εκτιμούμε πως το νεανικό έργο θα ήταν πληρέστερο, αν συνδυαζόταν και με τη θέσπιση υποτροφιών για την ενίσχυση της Παιδείας. Στον τομέα αυτό, η Μητρόπολή μας έχει δύο κληροδοτήματα και θα ήμασταν ευτυχείς, αν αυτά είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες από τις σημερινές.

 

Φέτος ετέθη στον δημόσιο διάλογο θέμα κόστους για τη μεταφορά του Αγίου Φωτός. Πώς αντιμετωπίζετε τις φωνές αυτές που προέρχονται και από πολιτικούς χώρους;

Η αμφισβήτηση των παραδόσεων του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας είναι κάτι ευρύτερο από την έλευση του Αγίου Φωτός, του οποίου η μεταφορά δεν κοστίζει τίποτε στο Δημόσιο, αφού γίνεται με ιδιωτικά κονδύλια. Η προσπάθεια της αποσύνδεσης του λαού από τις εκκλησιαστικές του παραδόσεις δεν εντοπίζεται σε έναν μόνο πολιτικό χώρο, αλλά εκτείνεται σε όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος. Η αναφορά στη μεταφορά του Αγίου Φωτός είναι μάλλον προσχηματική. Οι φωνές στις οποίες αναφέρεστε λαμβάνουν απάντηση από τον ίδιο το λαό, που στη συντριπτική του πλειονότητα διακρίνεται για την εθιμικού τύπου θρησκευτικότητά του. Βεβαίως, η Εκκλησία με την ποιμαντική της διακονία οφείλει να εκκλησιοποιεί διαρκώς αυτή την εθιμική θρησκευτικότητα.

 

Το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών απασχολεί και πάλι την κοινωνία. Εκτιμάτε ότι η Εκκλησία έχει περισσότερους λόγους από άλλοτε να διεκδικεί την παρουσία της στα θέματα που την αφορούν;

Το ζήτημα των Νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων για το Θρησκευτικό Μάθημα, καθώς και εκείνο της Θεματικής Εβδομάδος, απασχόλησαν πράγματι την επικαιρότητα, πολλές φορές με δυσανάλογη για τη σημασία τους ένταση. Το μεν πρώτο θέμα βρίσκεται ήδη σε διαπραγμάτευση μεταξύ του αρμόδιου υπουργείου με την ορισθείσα από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Συνοδική Επιτροπή.

Σε ό,τι αφορά τη Θεματική Εβδομάδα, η διευκρινιστική εγκύκλιος του υπουργείου προς την Ιερά Σύνοδο και τις Ιερές Μητροπόλεις έχει άρει κάθε παρεξήγηση. Σήμερα, αμφισβητείται η δομή του διαχρονικού κυττάρου της κοινωνίας, δηλαδή της οικογένειας. Οφείλουμε να τη στηρίζουμε και όχι να την αποδομούμε. Σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση λόγου από τη πλευρά της Εκκλησίας, νομίζω ότι εδώ οφείλεται μια διασάφηση. Εκκλησία δεν είμαστε οι αρχιερείς και οι ιερείς, αλλά ολόκληρο το σώμα του λαού που έχει βαπτιστεί μέσα στη κολυμβήθρα. Υπό αυτή την έννοια, είναι κεφαλαιώδης η ανάμιξη των πιστών στα κοινά, στον στίβο της κοινωνίας και της πολιτικής, ώστε να δίνουν και εκεί τη μαρτυρία τους, η οποία θα εμπνέεται από την εκκλησιαστική ζωή. Από την πλευρά του, ο εκκλησιαστικός οργανισμός έχει την αυτονόητη υποχρέωση να παρεμβαίνει στην κοινωνική ζωή, τη στιγμή, μάλιστα, που το δικαίωμα αυτό το έχει κάθε απλή -ακόμα και ολιγομελής- συλλογικότητα. Πώς μπορεί, λοιπόν, κανείς να αρνηθεί στην Εκκλησία αυτό το δικαίωμα;

 

Τελικά, τι γίνεται με την περιουσία της Εκκλησίας;

Οι κινήσεις που γίνονται για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι συντονισμένες και προσεκτικές, όμως γίνονται με αργούς ρυθμούς, λόγω της δαιδαλώδους πλαισίου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, του οποίου πείρα έχει ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Όσοι αναφέρονται στη δήθεν «αμύθητη» εκκλησιαστική περιουσία θα πρέπει να γνωρίζουν ότι, ακόμα και αμύθητη αν ήταν, ακόμα κι αν δημευόταν ολόκληρη, όπως σχεδόν έχει συμβεί, ο λαός μας γνωρίζει πως οτιδήποτε είναι εκκλησιαστικό είναι του λαού, γιατί Εκκλησία και λαός σε αυτό τον τόπο είναι ένα. Η Εκκλησία υπήρξε η κιβωτός του Γένους και κατά το παρελθόν σε καιρούς δουλείας, και κατά τους αγώνες του ’21, και κατά τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Ό,τι έκανε κατά το παρελθόν το πράττει και τώρα και θα το πράττει και στο μέλλον, ακόμα και με περιορισμένους οικονομικούς πόρους.

 

Η ανέγερση του μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα προχωρά. Ποια η θέση σας;

Στο ζήτημα της ανεγέρσεως του τεμένους στην Αθήνα έχει εκφραστεί επισήμως η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο Μακαριώτατος Πρόεδρος αυτής, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος, που είναι και οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για το θέμα.

 

Τις ημέρες αυτές, παρά τις επιφυλάξεις κάποιων, οι πιστοί φτάνουν από όλη τη χώρα για να προσκυνήσουν το σκήνωμα της Αγίας Ελένης...

Η Ιεραρχία λαμβάνει τις αποφάσεις της με συνοδικό τρόπο, όπου επικρατεί «η γνώμη των πλειόνων», στην οποία υπακούν όλα τα μέλη της. Κάθε μέλος της ιεραρχίας έχει αναφαίρετο δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη του. Η άφιξη των ιερών λειψάνων της Αγίας Ελένης είναι σίγουρα ένα μοναδικό γεγονός, το οποίο θα καταγραφεί στις δέλτους της σύγχρονης εκκλησιαστικής μας ιστορίας.