Στη Μαίρη Ορφανίδη

 

Το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει να έχει ομολογιακό χαρακτήρα, τονίζει ο Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος, επισημαίνοντας ότι «περισσότερα Θρησκευτικά στα σχολεία σημαίνει περισσότερη αλληλεγγύη, περισσότερη ανθρωπιά».

 

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζετε ως o ποιμενάρχης 12 νησιών του Αιγαίου;

Εκτός από τη Μητροπολιτική Σύρο, την Ιερά μας Μητρόπολη συναποτελούν το ιερό νησί της Τήνου, η Άνδρος, η Κέα, το ιερό νησί της Μήλου, η Κύθνος, η Σέριφος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Φολέγανδρος, η Σίκινος και η περιάκουστη Μύκονος.

Πιστεύω ότι διαποιμαίνω την πιο ωραία και αρχοντική Μητρόπολη και ευχαριστώ τον Θεό γι’ αυτό! Όμως είναι και η πιο δυσκολοποίμαντη και δυσκολοδιοίκητη, λόγω της γεωγραφικής της ιδιομορφίας.

Όσο δύσκολο είναι να ταξιδεύεις χειμώνα και καλοκαίρι, συνεχώς και αδιαλείπτως, για να επισκεφθείς όλα τα νησιά μιας εκκλησιαστικής επαρχίας που επεκτείνεται από τον Κάβο Ντόρο μέχρι το Κρητικό Πέλαγος τόση είναι και η ανακούφιση που μου προσφέρει η αγάπη των ανθρώπων κάθε φορά και σε κάθε επίσκεψή μου, που εκδηλώνεται πηγαία και άδολη, σαν αναγνώριση της παρουσίας μου.

Είναι δύσκολο, επίπονο, πνευματικά και σωματικά, αλλά «τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν», κατά τον αποστολικό λόγο. Καυχώμαι ότι εκτός από τα κύματα της καθημερινότητας, που πολλές φορές είναι πελώρια, διαπλέω σχεδόν καθημερινά και τα κύματα της θάλασσας.

Έτσι οπλίζομαι με περισσότερη δύναμη και θέληση για την επιτέλεση του ευθυνοφόρου έργου που μου έχει αναθέσει η Εκκλησία στην Ιερά αυτή Μητρόπολη.

Στη Μητρόπολή σας συμβιώνουν Ορθόδοξοι και Καθολικοί. Πώς είναι οι σχέσεις σας;

Οι σχέσεις μου και με τον κατά πάντα σεβαστό Ρωμαιοκαθολικό πρώην Επίσκοπο Σύρου Φραγκίσκο Παπαμανώλη και με τον νεοεκλεγέντα αγαπητό αδελφό Πέτρο είναι πολύ καλές. Ο πρώτος που με υποδέχθηκε όταν έφθασα στο λιμάνι της Σύρου ως Μητροπολίτης, στις 19 Ιανουαρίου 2002, ήταν ο Σεβασμιώτατος Φραγκίσκος.

Με αγκάλιασε στον καταπέλτη του «SUPERFERRY 2» και με ασπάστηκε! Ήταν μια καρδιακή αλλά και συμβολική πράξη, για τη συμβίωση σε έναν τόπο όπου ο ένας έπρεπε να βλέπει τον άλλον άδολα και αγαπητικά.

Πετύχαμε αρκετά πράγματα. Ίσως θα μπορούσαμε και περισσότερα, αν δεν υπήρχαν φωνές που κατήγγειλαν την αγάπη προς τον αδελφό σαν προδοσία της πίστεως!

Δίνουμε μια μαρτυρία αγάπης οι Επίσκοποι των δύο Εκκλησιών στη Σύρο, που διαχέεται μέσα στην κοινωνία και αντικατοπτρίζεται και στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, όχι βέβαια πάντοτε και χωρίς στενοχωρίες και παραπικρασμούς.

Από την Επαρχία της Σύρου, άλλωστε, τα νεότερα χρόνια θεμελιώθηκε ο διάλογος με τους ετεροδόξους. Αναφερόμαστε στον περιώνυμο προκάτοχό μας Αλέξανδρο Λυκούργο (1866-1875). ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταβαίνοντας στην Αγγλία για να θεμελιώσει στο Λονδίνο τον Ελληνορθόδοξο Ναό του Αγίου Νικολάου, με εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, άρχισε τον πρώτο διάλογο με τους Αγγλικανούς.

Αναγνωρίζουμε ότι το εγχείρημα αποτελεί μια ακροβασία. Αλλά η Εκκλησία δεν μπορεί να ζει με εσωστρέφεια. Η Ορθοδοξία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και κανέναν, είναι ελευθερία, και η ελευθερία είναι κοινωνία προσώπων.

Δεν είναι δυνατόν μια χώρα να έχει διαπιστευμένους πρέσβεις σε όλο τον κόσμο και η Εκκλησία της να παραμένει εγκλωβισμένη στον εαυτό Της, μόνο και μόνο επειδή ο διάλογος με ετεροδόξους ή και αλλoδόξους θεωρείται από μερικούς αμάρτημα.

Αν δεν συνδιαλεχθούμε, δεν θα πείσουμε τους άλλους για την αλήθεια που κατέχουμε∙ όταν επιβάλλεται να μιλήσουμε με σκληρή γλώσσα, πρέπει να το πράττουμε, αλλά όπου στήνονται γέφυρες, δεν έχουμε δικαίωμα να τις γκρεμίζουμε.

Η Ορθοδοξία πορεύεται μέσα στον κόσμο ορθοτομούσα την αλήθεια και πρέπει να αποκαλύπτει τον εαυτό της στις άλλες Εκκλησίες και δοξασίες με πνεύμα αγάπης και κατανοήσεως.

Εμείς στη Σύρο και στην Τήνο ζούμε ειρηνικά και αυτό το οφείλουμε στον λαό μας.

Όπου υπάρχουν δυσκολίες, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, τις ξεπερνούμε με προσωπικό διάλογο και ειλικρινή αγάπη.

Ο λαός μας το αναγνωρίζει και το επικροτεί και εμείς έχουμε πάντοτε εμπιστοσύνη στο αισθητήριο και στην κρίση αυτού του λαού.

 

Η θέση σας για το μάθημα των Θρησκευτικών;

Θα συμφωνήσουμε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έτσι όπως διδάσκεται στα σχολεία, ενίοτε χωρίς τον ουσιαστικό χαρακτήρα της κατηχήσεως, δεν έκανε κανέναν νέο καλύτερο ή περισσότερο Ορθόδοξο Χριστιανό... Άλλωστε, η κατήχηση είναι έργο της Εκκλησίας. Οι παραπάνω παραδοχές, όμως, δεν αναιρούν την αναγκαιότητα και τη σημασία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία.

Η Εκκλησία, αληθινή κιβωτός της εθνικής μας αυτογνωσίας, περικλείει στο πνευματικό της αρτοφόριο όλα τα στοιχεία της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας, που πρέπει να μεταλάβουν οι νέοι μας μέσα στις σχολικές αίθουσες, οι οποίες χρειάζεται να μην είναι μόνο διανεμητήρια γνώσεων αλλά και εργαστήρια διάπλασης ψυχών, κάτι, άλλωστε, που αποτελεί και συνταγματική επιταγή, αφού κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος «H Παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες».

Ίσως, το μάθημα των Θρησκευτικών, σε νέες, υγιείς βάσεις δομημένο και από δασκάλους-ιεραποστόλους διακονημένο, να αποτελεί τη λυδία λίθο, το εφαλτήριο για μια νέα εθνική παλιγγενεσία, όχι μόνο πολιτική αλλά και κυρίως ηθική και πνευματική!

Γι’ αυτό και θα πρέπει να ζητούμε περισσότερα Θρησκευτικά στα σχολεία μας... Γιατί περισσότερα Θρησκευτικά σημαίνει περισσότερη ανθρωπιά, περισσότερη αλληλεγγύη, περισσότερη αγάπη, ειρήνη και δικαιοσύνη, που, κακά τα ψέματα, δεν μπορούν να διδάξουν ούτε τα Μαθηματικά, ούτε η Φυσική, ούτε η Πληροφορική.

Από την άλλη, όντως διατυπώνονται φόβοι για στοχοποίηση της Εκκλησίας στο πλαίσιο μιας κακώς εννοούμενης παγκοσμιοποίησης, που τείνει προς την ομογενοποίηση.

Πιστεύουμε, όμως, στη δύναμη της Εκκλησίας και στα ισχυρά πνευματικά ερείσματα του Ελληνισμού, χάρη στα οποία μπόρεσε να αντιμετωπίσει επιτυχώς μεγαλύτερους κινδύνους και να αντεπεξέλθει σε πολύ σοβαρότερες προκλήσεις.

Εν κατακλείδι, είναι σταθερή η θέση της Εκκλησίας, με ομόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και αν διδαχθεί, δεν μπορεί παρά να έχει ομολογιακό χαρακτήρα.

Πώς πρέπει να είναι οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας τη στιγμή μάλιστα που έχει ανοίξει θέμα αναθεώρησης του άρθρου 3 του Συντάγματος;

Θα ήθελα να σας επισημάνω ότι, παρ’ όλο που πρόκειται για δύο διαφορετικούς θεσμούς, συστατικό στοιχείο και των δύο είναι ο λαός, και στην προκειμένη περίπτωση ο ελληνικός λαός, που ποτέ δεν ένιωσε ξένος με την Εκκλησία του, όπως συνέβη σε χώρες της Δύσεως. Αυτό που σήμερα ονομάζεται νέος Ελληνισμός δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε να νοηθεί χωρίς την Εκκλησία, που αναδείχθηκε η κιβωτός της σωτηρίας του σε χρόνους χαλεπούς.

Γι’ αυτό και εν όψει της μελετώμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης θεωρούμε ότι μια ενδεχόμενη ανακίνηση του θέματος θα δημιουργήσει μείζονα προβλήματα. Είμεθα, όμως, πεπεισμένοι ότι στο τέλος θα επικρατήσει η σύνεση εν πάσι!

Τις σχέσεις, κατά ταύτα, Εκκλησίας και Πολιτείας επιβάλλεται να τις διέπουν, όπως ευελπιστούμε ότι και σήμερα συμβαίνει, η φιλαλληλία και η συνεργασία για την πρόοδο του ματωμένου λαού μας.

 

Πώς χαρακτηρίζετε την παρουσία του Ιερωνύμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο;

Ο Μακαριώτατος, στα εννέα χρόνια της Αρχιεπισκοπίας του, εφαρμόζοντας έναν διαφορετικό τρόπο διοίκησης και διαποίμανσης της Εκκλησίας, ανεδείχθη εξίσου ικανότατος οιακοστρόφος του πλοίου της Εκκλησίας μας.

Με τη σύνεση, τη μετριοπάθεια, τις στοχευμένες παρεμβάσεις του και συχνά με την εκκωφαντική σιωπή του χειρίζεται αποτελεσματικά τα όποια προβλήματα αναφύονται, ώστε το σκάφος της Εκκλησίας να πλέει με ασφάλεια, ανάμεσα σε σκοπέλους και υφάλους.

 

Πώς κρίνετε ότι τελικά η Βουλή αποφάσισε υπέρ της δημιουργίας μουσουλμανικών κοιμητηρίων;

Η Χριστιανική και ιδιαίτερα η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε η πρώτη στον κόσμο που με γραπτά κείμενα καταδίκασε κάθε μορφή ρατσισμού και δίδαξε τους ανθρώπους να ζουν ελεύθερα και ισότιμα με αγάπη.

Δίπλα στον Ναό του Παναγίου Τάφου υψώνεται ένας μιναρές… Μέσα στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά υπάρχει μουσουλμανικό τέμενος…

Απτές αποδείξεις τού από αιώνων, και όχι σημερινού μόνον, ανεκτικού πνεύματος της Εκκλησίας.

Στην Ελλάδα, χώρα με μακρά δημοκρατική και ορθόδοξη παράδοση, δεν είχαμε ποτέ επιβίωση του ρατσισμού. Αντίθετα ο λαός μας σε δύσκολες ώρες έδειξε παραδειγματική αλληλεγγύη προς αλλοφύλους και αλλοπίστους, χωρίς διάκριση χρώματος, ιδεολογίας, φυλής ή θρησκείας. Και είναι προς τιμήν του λαού μας ότι έχει από αιώνων διδαχθεί το ελληνορθόδοξο ιδεώδες, που τιμά τον άνθρωπο οποιοσδήποτε και αν είναι και ξεχύνει τα μύρα της ψυχής του σε εκδηλώσεις αγάπης προς όλους αδιακρίτως.

Με τις επισημάνσεις αυτές κρίνουμε ότι δεν πρέπει να θεωρούμε όλους τους μουσουλμάνους εκ προοιμίου τρομοκράτες, ούτε να θεωρούμε όλα τα τζαμιά εστίες τρομοκρατίας, ούτε και να στερούμε από αυτούς ιδιαίτερους χώρους ταφής.

Η τελική απόφαση για την ανέγερση τζαμιού και νεκροταφείου, βεβαίως, εναπόκειται στην Πολιτεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφαιρείται το δικαίωμα από την Εκκλησία να διατυπώνει τυχόν φόβους και επιφυλάξεις Της για παρόμοια θέματα, κινούμενη όχι από φανατισμό και μισαλλοδοξία, αλλά από το αυτονόητο ποιμαντικό και εθνικό καθήκον Της και υπενθυμίζοντας σε όλους τις σφαγές κατά των Χριστιανών της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου, που καθημερινά διαπράττονται και για τις οποίες ελάχιστοι διαμαρτύρονται!

Πώς βλέπετε τη σταδιακή κατάργηση της κυριακάτικης αργίας;

H Κυριακή αργία είναι θεσμοθετημένη ήδη από τη Παλαιά Διαθήκη, αφιερωμένη στον Κύριο αλλά και στον άνθρωπο, η οποία στα χριστιανικά χρόνια θεσπίστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο το 321 μ.Χ. ως ημέρα αναπαύσεως, αγαλλιάσεως, θείας λατρείας και αγαθοεργίας.

Αποτελεί καθήκον για κάθε πιστό αλλά και, ευρύτερα εξεταζόμενη, δικαίωμα κάθε εργαζομένου να αναπαύεται, να ασχολείται με την οικογένειά του και να αναπτύσσει την προσωπικότητά του.

Από θρησκευτικής και κοινωνιολογικής πλευράς εξετάζοντας το θέμα, κρίνουμε ότι θα πρέπει να εξαντληθεί κάθε μέσο για τη διατήρησή της ή έστω να προκριθεί η εκλογικευμένη «κατάργησή» της σε περιοχές τουριστικές, και πάντως μετά τη λήξη της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας, για λόγους ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών και σε συνεννόηση με τους άμεσα ενδιαφερομένους.