Στη Μαίρη Ορφανίδη

 

Ανιστόρητο χαρακτηρίζει  τον Πρόεδρο της Βουλής, μιλώντας στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας», ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, για τις δηλώσεις του περί «ταλιμπάν της Ορθοδοξίας». Ο κ. Χρυσόστομος κάνει λόγο ακόμη για θεσμική αποδόμηση της κοινωνίας και αναφέρει ότι θέματα που αφορούν τις σχέσεις στις οποίες στηρίζεται η κοινωνία πρέπει να προσεγγίζονται με σοβαρότητα και όχι με ιδεοληψίες.

 

Πώς κρίνετε όσα είπε ο Πρόεδρος της Βουλής για «ταλιμπάν της Ορθοδοξίας» και για τον ρόλο της Εκκλησίας;

Νομίζω ότι η απάντηση του κ. Προέδρου της Βουλής ήταν ανιστόρητη και ατυχέστατη. Καμία έννοια «ταλιμπανισμού» δεν χωράει στην Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία κάποιας θρησκευτικής σέχτας, αλλά το υπόβαθρο ενός πολιτισμού, του Ελληνορθόδοξου Πολιτισμού, του ενός από τους τρεις πυλώνες της Ευρώπης. Η Ορθοδοξία σέβεται την ετερότητα και την αξία του άλλου. Δεν κάνει διακρίσεις και καλλιεργεί τον διάλογο, ως μέσο και τρόπο συνύπαρξης.

 

Η διαφωνία που εξέφρασε στις απόψεις σας η Οργάνωση Μεσσηνίας του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύετε ότι μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις σας με ένα μέρος της τοπικής κοινωνίας; 

Σε μία τοπική κοινωνία ο σεβασμός στις προσωπικές απόψεις του καθενός είναι δεδομένος. Επιπλέον ο διάλογος είναι τρόπος έκφρασης κάθε έννοιας δημοκρατικότητας. Εγώ δεν βλέπω ποτέ τα θέματα αντιθετικά σε μια κοινωνία, αλλά πάντοτε διαλεκτικά, και στο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας. Η τυχόν καλλιέργεια πνεύματος αντιδικίας αποδυναμώνει το πραγματικό νόημα του διαλόγου ως υγιούς στοιχείου μιας κοινωνίας του αλληλοσεβασμού και της αλληλοκατανόησης.

 

Πώς βλέπετε την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας για κλήρωση του σημαιοφόρου στα δημοτικά σχολεία;

Εάν είναι μία κίνηση απλά για να εκφραστεί η ισότητα μεταξύ των μαθητών, τότε η απόφαση δεν είναι προβληματική, εάν όμως αποτελεί τρόπο υποτίμησης της αριστείας και της ευγενούς άμιλλας, τότε νομίζω ότι μία τέτοια μεθόδευση είναι ατυχέστατη.

 

Μέλη  της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, με αφορμή το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών αλλά και άλλων θεμάτων που απασχόλησαν φέτος τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους, εκτιμούν ότι διαφαίνεται μια τάση θεσμικής αποϊεροποίησης  της ελληνικής κοινωνίας. Τι πιστεύετε εσείς;

Διαφαίνεται γενικά μία τάση θεσμικής αποδόμησης της κοινωνίας, με τους οποίους εκφράζεται και διατηρείται η κοινωνική συνοχή. Ενας από τους τρόπους αποδομητικής απομύθευσης είναι και η αποϊεροποίηση της ίδιας της ζωής, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Θα πρέπει τα ζητήματα των σχέσεων να τα προσεγγίζουμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα και όχι με ιδεοληψίες. Η ζωή έχει τη δική της αξία και σπουδαιότητα, όταν ξέρουμε να τη σεβόμαστε και όχι να την αμαυρώνουμε.

 

Πώς είναι για σας η ιδανική ισορροπία στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους;

Διακριτοί ρόλοι, στο πλαίσιο της συναλληλίας και της συνερ­γασίας. Αυτό σημαίνει σεβασμό στο αυτοδιοίκητο της εκκλησιαστικής διοί­κη­σης, αποδοχή της εκκλησιαστικής διοίκησης και αναγνώριση του πολιτισμού και της ιστορικής κληρονομιάς της Εκκλησίας και, τέλος, συνεργασία σε θέματα τα οποία αγγίζουν τις κοινωνικές και ηθικές διαστά­σεις του κοινωνικού γίγνεσθαι και της ανθρώπινης πραγματικότητας.

 

Αναφέρετέ μας σε ποιες δράσεις έχει προχωρήσει η Μητρόπολή σας στο πλαίσιο ανακούφισης των συμπολιτών μας που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση.

Το θέμα της οικονομικής κρίσης στη Μεσσηνία έχει διαφορετική διάσταση. Η γεωργική παραγωγή και η κτηνοτροφία, κυρίως δε το λάδι και η ελιά, ως παράγοντες της τοπικής πρωτογενούς οικονομίας, έκαναν τις συνέπειες της κρίσης να φανούν με τρόπο ηπιότερο. Επιπλέον, η τουριστική ανάπτυξη, σχεδόν 12 μήνες τον χρόνο, δεν επέτρεψε να βιώσει έντονα ο τόπος την κρίση της αποβιομηχανοποίησης και την αύξηση του φαινομένου της ανεργίας. Η Μητρόπολη Μεσσηνίας, εντούτοις, προσπαθεί να ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στα αιτήματα του ποιμνίου της, ενώ παράλληλα καλλιεργεί και την ενίσχυση ενός πλαισίου συνεργασίας με άλλους τοπικούς φορείς, δημοτικούς ή μη, προκειμένου στο πλαί­σιο της επικουρικότητας να γίνεται αποδοτικότερη και ουσιαστικότερη η κάθε προσπάθεια βοήθειας στους δοκιμαζόμενους συμπατριώτες μας.  

 

Η συμμετοχή του στον δημόσιο διάλογο

 

Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας  κ. Χρυσόστομος είναι από τους ιεράρχες με υψηλή μόρφωση αλλά και δυναμισμό και δεν διστάζει να λέει τη γνώμη του υπερασπιζόμενος τις αρχές της Ορθοδοξίας, αλλά και να παρεμβαίνει με τρόπο καθαρό στα θέματα που απασχολούν την  κοινωνία, την Εκκλησία και την Πολιτεία. Έτσι, για το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας έχει αναφέρει: «Η Εκκλησία φορολογείται όπως φορολογείται κάθε Έλληνας πολίτης αυτής της χώρας, και σε πολλές διαστάσεις, και έχει πολύ ενισχυμένη φορολογική επιβάρυνση... Αυτό που παρουσιάζεται ως εκκλησιαστική περιουσία από κάποια κατευθυνόμενα Μέσα Ενημέρωσης είναι ένας μύθος. Η εκκλησιαστική περιουσία έχει αποψιλωθεί, ήδη από το 1853, και μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, με διαφορές νομοθετικές ρυθμίσεις», λέει χαρακτηριστικά και διευκρινίζει ότι «από την αρχική της περιουσία της έχει μείνει το 20%, από το οποίο περίπου το 15% είναι δεσμευμένα ή καταπατημένα ακίνητα». Για τους ομοφυλόφιλους δήλωσε ότι «οι ομοφυλόφιλοι, όπως όλοι οι άνθρωποι, είναι δημιουργήματα του Θεού και ισχύει και γι’ αυτούς ο αντίστοιχος σεβασμός και η τιμή, και όχι η βία και η απόρριψη. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιμετώπισε την αμαρτωλή γυναίκα της ευαγγελικής περικοπής, χαρακτηρίστηκε από τον λόγο Του “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”. Αυτός ο κανόνας αποτελεί τη διοικούσα γραμμή για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να συμπεριφερόμεθα προς κάθε άνθρωπο και συνάνθρωπο, ανεξάρτητα από την ετερότητα ή τη διαφορετικότητά του. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει τα πρόσωπα, αλλά τα σέβεται στο πλαίσιο των ελεύθερων επιλογών και των δικαιωμάτων τους. Εκείνο που δεν μπορεί να αποδεχθεί η Εκκλησία είναι την κάθε μορφή συμφώνου η οποία αμαυρώνει το μυστηριακό χαρακτήρα του γάμου και αλλοιώνει λειτουργικά το θεσμό της οικογένειας». Ενώ για το μάθημα των Θρησκευτικών ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας που είναι και μέλος της επιτροπής διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας μίλησε για την ανάγκη η Εκκλησία να δώσει τις δικές της παρατηρήσεις, τις δικές της παρεμβάσεις και τις δικές της διορθώσεις. Θεωρεί δε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να είναι υποχρεωτικό αλλά όχι κατηχητικό. Για θέματα όπως η καύση των νεκρών ο μητροπολίτης Μεσσηνίας κατά καιρούς με δηλώσεις του έχει υποστηρίξει πως η Εκκλησία στηρίζει την αιμοδοσία, τη δωρεά οργάνων, τις μεταμοσχεύσεις, γιατί πιστεύει ότι τίποτα δεν κατέχουμε αλλά όλα βρίσκονται στην υπηρεσία και στη διακονία αυτού που ονομάζουμε ζωή αλλά δεν μπορεί να υιοθετήσει καμιάς μορφής καταστροφή του σώματος ή της σάρκας.
 

 

Ποιος είναι

Γεννήθηκε στο Περιστέρι στις 8 Σεπτεμβρίου 1961. Το 1988 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1990 πρεσβύτερος. Μετά την ολοκλήρωση των θεολογικών του σπουδών στη Θεολογική Σχολή Αθηνών και στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στη Ρώμη και στο Στρασβούργο (μεταπτυχιακό και διδακτορικό, αντίστοιχα) κατόπιν υποτροφίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Το 1999 εξελέγη λέκτορας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 2003 επίκουρος καθηγητής. Στις 15 Μαρτίου 2007 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας Μητροπολίτης Μεσσηνίας, διαδεχόμενος τον Χρυσόστομο Θέμελη. Έχει υπηρετήσει ως γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής της Εκκλησίας της Ελλάδας, εφημέριος της Ιεράς Μητρόπολης Περιστερίου και εκπροσώπησε την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας σε διεθνή συνέδρια. Έχει συμμετάσχει ακόμη στη συγγραφή αρκετών θρησκευτικών συγγραμμάτων.