Επιμέλεια: Πάνος Ευαγγέλου

 

H Εκκλησία της Κρήτης από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της έως τις μέρες μας είχε τη δική της πορεία που δεν έχει καμία σχέση με αυτή της υπόλοιπης Ελλάδας. Άλλωστε επισήμως είναι «Ημιαυτόνομος έχουσα την κανονικήν εξάρτησιν  αυτής εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Αυτή η σχέση την έχει καταστήσει σημαντική για το Φανάρι αλλά και για την Ελλάδα. Ανεξάρτητα όμως από το καθεστώς που διέπει τις σχέσεις της με το Πατριαρχείο, εντός των ορίων της Αρχιεπισκοπής Κρήτης υπάρχουν δεκάδες μοναστήρια τα οποία έχουν ταυτιστεί με την τοπική κοινωνία διατηρώντας στο έπακρο τα χαρακτηριστικά των κατοίκων του νησιού που έχουν να κάνουν με την παλικαριά, τους αγώνες του έθνους αλλά και το σύγχρονο πνεύμα συμμετοχής στην ανάπτυξη.

Από το Αρκάδι ώς τη Μονή Τοπλού τα μοναστήρια της  Κρήτης παραμένουν ζωντανοί θρύλοι της Ορθοδοξίας στη Μεσόγειο. Ο πρώτος πυρήνας, σύμφωνα με τον καθηγητή Θεόδωρο Δετοράκη, δημιουργήθηκε το 64 μ.Χ. από τον Απόστολο Παύλο κατά την γ΄ περιοδεία του. Οι πρώτοι κήρυκες όμως του Χριστιανισμού στη νήσο ήταν οι Εβραιοκρήτες, που παραβρέθηκαν στο κήρυγμα του Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα.

Το έργο του Αποστόλου Παύλου για τον εκχριστιανισμό της Κρήτης ανέλαβε να συνεχίσει ο μαθητής του Τίτος, που έγινε και ο πρώτος της επίσκοπος. Οι αντιδράσεις πολλές με αποκορύφωμα  «τον διωγμό του Δεκίου (249-251 μ.Χ.) η Κρήτη προσέφερε τους Δέκα Καλλίνικους μάρτυρες, που είναι εφεξής και η μεγάλη δόξα της. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς, οσάκις αναφέρονται στην Κρήτη, δεν παραλείπουν να μνημονεύσουν και τους Δέκα Καλλίνικους μάρτυρες ως ύψιστο τίτλο τιμής για τη νήσο». Σιγά - σιγά όμως η  Κρητική Εκκλησία απέκτησε προκαθήμενο και επισκόπους, που αποτέλεσαν την τοπική σύνοδο. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης έφερε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου και η Κρήτη ήταν μία από τις δώδεκα Αρχιεπισκοπές του Ιλλυρικού (όπως ονομαζόταν τότε η Βαλκανική Χερσόνησος).

Οι πρώτοι διάδοχοι του Τίτου δεν είναι γνωστοί, όμως στη συνέχεια οι επίσκοποι Γορτύνης Φίλιππος, Κύριλλος και  Ευμένιος, ανέλαβαν να  προστατέψουν  το έργο του  και για τον λόγο αυτό  τιμώνται και ως άγιοι. Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης είχε έδρα τη Γόρτυνα, που ήταν και το διοικητικό κέντρο της νήσου ήδη από την εποχή της Ρωμαιοκρατίας. Εδώ ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα, πιθανώς επί Ιουστινιανού, μεγαλοπρεπής ξυλόστεγη βασιλική προς τιμήν του πρώτου επισκόπου και πάτρωνα της κρητικής Εκκλησίας Αποστόλου Τίτου, και ο ναός αυτός εξελίχθηκε σε μέγα προσκύνημα, από τα μεγαλύτερα της χριστιανικής Ανατολής.

Στις αρχές του 8ου αιώνα οι επισκοπές ήταν δώδεκα και η Κρήτη αποκαλείται «δωδεκάθρονος». Μέχρι τότε  η Αρχιεπισκοπή Κρήτης υπαγόταν διοικητικά στον θρόνο της Ρώμης. Την περίοδο της Εικονομαχίας Βυζαντινοί αυτοκράτορες την απέσπασαν και την προσάρτησαν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως (περί το 754), επειδή ο πάπας  είχε ταχθεί με τα  μέρος των εικονόφιλων. Την περίοδο της Αραβοκρατίας (περίπου 824-961 μ.Χ.) οι Άραβες (ίδρυσαν το εμιράτο με κέντρο τον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο), στην ουσία απέκοψαν την Κρήτη για περίπου 135 χρόνια από τον κορμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και από την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως. Οι μητροπολίτες της δεν ζούσαν στο νησί και χειροτονούνταν από το Φανάρι ως τιτουλάριοι.

Η νέα περίοδος αρχίζει μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961  και ο Χάνδακας από κέντρο του αραβικού εμιράτου μετατρέπεται σε νέο θρησκευτικό κέντρο στο οποίο μεταφέρεται και η  έδρα του προκαθημένου της Εκκλησίας Κρήτης. Τότε προς τιμήν του πρώτου επισκόπου Τίτου, στον  Χάνδακα ιδρύθηκε ο μητροπολιτικός ναός  προς τιμή του και ανακηρύσσεται  προστάτης της Κρητικής Εκκλησίας. ονόματα. Η πλέον δύσκολη περίοδος για την Κρητική Εκκλησία είναι αυτή της Βενετοκρατίας (1204 - 1669) κατά την οποία έγιναν πολλά:

- Απομακρύνθηκαν οι Ορθόδοξοι αρχιερείς.

- Η Εκκλησία Κρήτης ονομάστηκε  Αρχιεπισκοπή, κατά τα λατινικά πρότυπα,

-και  εγκατέστησαν λατίνο αρχιεπίσκοπο και λατίνους επισκόπους, σε μία φανερή προσπάθεια να εκλατινίσουν τον ορθόδοξο κρητικό λαό.

Εκείνη την περίοδο την «ορφανή Εκκλησία» στήριξαν τα πολυάριθμα ορθόδοξα μοναστήρια, δραστήριοι ηγούμενοι και λόγιοι μοναχοί, και ο απλός κλήρος των χωριών και των αστικών κέντρων. Όπως επισημαίνεται από τον Θεόδωρο Δετοράκη «Τα μοναστήρια ήταν οι μεγάλες και ισχυρές εστίες της βυζαντινής παράδοσης και της ορθοδοξίας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Η μοναστική ορθοδοξία της Κρήτης ύψωσε αρραγές τείχος ανάμεσα στους κυρίαρχους Βενετούς και στον βασανιζόμενο λαό και διαφύλαξε έτσι όχι μόνο τη θρησκευτική, αλλά και την εθνική ενότητα της νήσου σε καιρούς εξαιρετικά σκληρούς. Οι πρωτοπαπάδες, που είχαν την έδρα τους στις πόλεις της νήσου και στα μεγάλα κέντρα της υπαίθρου, ήταν άνθρωποι του καθεστώτος, ουνίτες κατά το δόγμα, μισθοδοτούμενοι από το κράτος, με όχι πάντοτε ακμαία εθνική και θρησκευτική συνείδηση».

Το Πατριαρχείο σε μια προσπάθεια να στηρίξει την Ορθοδοξία  εκείνη την περίοδο, έστειλε στην Κρήτη τον  θεολόγο και κήρυκα του Ευαγγελίου, Ιωσήφ Βρυέννιο. Ο Βρυέννιος, που παρέμεινε στην Κρήτη μία περίπου εικοσαετία (1381-1401), στήριξε την Ορθοδοξία στη νήσο και αντιμετώπισε επιτυχώς τους φιλοδυτικούς θεολόγους της εποχής, όπως τον Μάξιμο Χρυσοβέργη και τον Δημήτριο Κυδώνη.

Μετά τους Ενετούς ήρθε η σειρά των Τούρκων  (1645-1898) για να  αλλάξει τη κατάσταση. Μία από τις πρώτες πολιτικές πράξεις της τουρκικής διοίκησης ήταν και η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην κρητική Εκκλησία. Στον μητροπολίτη Κρήτης υπήγοντο τότε δώδεκα επισκοπές, που διατηρούσαν μάλιστα τα ιστορικά ονόματα: Γορτύνης, Κνωσού, Αρκαδίας, Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου (=Ρεθύμνης), Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισσάμου. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας ο αριθμός αυτός των επισκόπων κυμαίνεται από 10-12.

 Μετά το 1700 ο μητροπολίτης Κρήτης τιτλοφορείται «Κρήτης και πάσης Ευρώπης».  Εκτός από τα διοικητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο μητροπολίτης Κρήτης κατά τους σκοτεινούς χρόνους της τουρκοκρατίας, μείζον πρόβλημα ήταν και η έλλειψη μητροπολιτικού ναού. Μετά την άλωση του Χάνδακα οι Τούρκοι αναγνώρισαν και παραχώρησαν στους Χριστιανούς του Χάνδακα μια μόνο εκκλησία, τον Άγιο Ματθαίο. Με σκληρούς αγώνες ο μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Λετίτζης  πέτυχε να αποσπάσει την άδεια και να ανεγείρει το μικρό ναό του Αγίου Μηνά ο οποίος συνδέθηκε με την ιστορία και τη ζωή του τουρκοκρατούμενου Χάνδακα. Τότε ήταν που το Φανάρι έσπευσε να θέσει υπό την προστασία του τα μεγάλα μοναστήρια της Κρήτης, ανακηρύσσοντάς τα σταυροπηγιακά. Για  λόγο αυτό,  ο πρώτος μητροπολίτης της περιόδου της τουρκοκρατίας, ο Νεόφυτος Πατελλάρος, παραχώρησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από το 1654 μερικά πλούσια και μεγάλα κρητικά μοναστήρια, όπως του Αρκαδίου, του Αρσανίου, της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, της Θεοτόκου του Γδερνέττου, της Χρυσοπηγής των Χανίων, της Ιερουσαλήμ Μαλεβιζίου κλπ.

Η κατάσταση έγινε δραματική κατά τη μεγάλη επανάσταση του 1821. Στη μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου της 24 Ιουνίου 1821, οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν τον μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε επισκόπους: τον Κνωσού Νεόφυτο, τον Χερρονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Αφήνοντας για περίπου τρία χρόνια την Εκκλησία ακέφαλη. Κατά το 1823 με άδεια του σουλτάνου Μαχμούτ Δ΄, το Πατριαρχείο χειροτόνησε μητροπολίτη Κρήτης τον Καλλίνικο.

Η κατάσταση της Εκκλησίας Κρήτης ρυθμίστηκε με τον καταστατικό Νόμο 276 / 1900 της Κρητικής Πολιτείας. Με τον νόμο αυτόν καταργήθηκε οριστικά και η επισκοπή Χερρονήσου, η οποία επίσης προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη Κρήτης. Παγιώθηκε έτσι μία κατάσταση, που ισχύει με ελάχιστες τροποποιήσεις ως σήμερα, σύμφωνα με τον καταστατικό νόμο 4149 / 1961 . Ο προκαθήμενος της Κρητικής Εκκλησίας εκλέγεται από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και η ενθρόνισή του γίνεται με διάταγμα της Ελληνικής Πολιτείας.

Το 1962, με την πράξη 812 του Οικουμενικού Πατριαρχείου όλοι οι επίσκοποι Κρήτης έλαβαν τον τίτλο του μητροπολίτη, ενώ αργότερα, με την πράξη 283 της 28 Φεβρουαρίου 1967, η Μητρόπολη Κρήτης ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή και ο μητροπολίτης Κρήτης σε Αρχιεπίσκοπο.

 

 

Moνή Αρκαδίου

Mε κατεύθυνση από το Ρέθυμνο προς το Ηράκλειο, και αφού ο προσκυνητής επισκέπτης  διανύσει 16 χιλιόμετρα και διασχίσει τα χωριά Αδελε, Πηγή, Λούτρα, Κυριάνα και Αμνάτος θα βρεθεί μπροστά στη Μονή Αρκαδίου. Μια από τις ιστορικότερες  μονές όχι μόνο της Κρήτης αλλά όλης της Ελλάδος. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Μιχάλη Ανδριανάκη η Μονή του Αρκαδίου,  που είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  «έχει ιδιαίτερη σημασία ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της Κρητικής Αναγέννησης, αλλά και λόγω της έντονης συμμετοχής της στους απελευθερωτικούς αγώνες των Κρητικών, με αποκορύφωμα την πολιορκία και την αυτοθυσία των κλεισμένων σε αυτή υπερασπιστών το 1866. Τα πρώτα βεβαιωμένα στοιχεία για τη Μονή ανάγονται στις αρχές του 16ου αιώνα, εποχή κατά την οποία κτίστηκε και το αρχικό μονόχωρο καθολικό. Το 1572 κάτω από την καθοδήγηση του ιδιοκτήτη της Μονής Ματθαίου Καλλέργη και του ηγουμένου Κλήμη Χορτάτζη, η Μονή μετατρέπεται σε κοινόβιο και αρχίζει η οικοδόμηση του νέου δίκλιτου καθολικού με την περίλαμπρη πρόσοψη από λαξευτό πωρόλιθο, στη σύνθεση της οποίας έχουν αναγνωριστεί άμεσες επιδράσεις από τα έργα των μεγάλων αρχιτεκτόνων Sebastiano Serlio και Andrea Palladio».

 Στη βόρεια πτέρυγα υπάρχει το σύγχρονο ηγουμενείο, που αντικατέστησε το κατεστραμμένο αρχικό. Ανατολικά της τράπεζας είναι διατεταγμένα τα μαγειρεία, ο φούρνος, το ζυμωτήριο, αποθήκες τροφίμων και διώροφα κελιά μοναχών. Στη συνέχεια η πτέρυγα κλείνει με την κρασαποθήκη, που είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη το 1866 και ανατινάχθηκε, στέλνοντας στον θάνατο εχθρούς και φίλους από τον Κωνσταντίνο Γιαμπουδάκη. Ακολουθεί η ανατολική πύλη και στη συνέχεια τα, ως επί το πλείστον, διώροφα κελιά της ανατολικής πτέρυγας. Το ανατολικό τμήμα της νότιας πτέρυγας στο ισόγειο με την κλειστή, θολωτή στοά, ονομάζεται Μεσοκούμια και φιλοξενούσε τους γέροντες και ασθενείς μοναχούς, ενώ στον όροφο υπάρχουν κελιά με πλατύ διάδρομο μπροστά τους. Ακολουθούν προς τα δυτικά συνεχόμενοι, θολοσκέπαστοι χώροι, που χρησίμευαν ως αποθήκες για το λάδι και το κρασί, προϊόντα για τα οποία η Μονή φημιζόταν πάντα.

Εκτός από το καθολικό, που κτίστηκε μεταξύ 1572 και 1587, το υπόλοιπο συγκρότημα της Μονής Αρκαδίου κτίστηκε μεταξύ 1670 και 1714, όπως διαπιστώνουμε από τις σωζόμενες επιγραφές, αλλά και από τις πληροφορίες των ιστορικών πηγών. Πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα μανιεριστικής αρχιτεκτονικής, που είχε επικρατήσει στη βενετοκρατούμενη Κρήτη από τα μέσα του 16ου αιώνα και απετέλεσε της τοπικής λαϊκής παράδοσης. Η Μονή έχει πολλές οικοδομικές φάσεις, που χρονολογούνται κυρίως μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1866.

Η Μονή Αρκαδίου στα χρόνια της λειτουργίας της υπήρξε κέντρο Παιδείας, αντιγραφής χειρογράφων και άσκησης της χρυσοκεντητικής. Πολλά χειρόγραφα σώζονται σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, ενώ ένας σημαντικός αριθμός από χρυσοκέντητα άμφια, έργα των καλλιτεχνών-μοναχών, εκτίθενται στο Μουσείο, ή σώζονται στα διάφορα, μεγάλα κέντρα της Ορθοδοξίας.

 

Μονή Σαββαθιανών