Στην αγιοκατάταξη του Γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε ειδική συνεδρίασή που έγινε στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου.

Η Σύνοδος αποφάσισε η μνήμη του οσίου Ιακώβου Τσαλίκη να εορτάζεται στις 22 Νοεμβρίου.

Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε την 5 Νοεμβρίου του 1920 στο Λεβίσι της Μικράς Ασίας, μια κωμόπολη 5.000 περίπου κατοίκων, απέναντι από τη Ρόδο, λίγα χιλιόμετρα στο εσωτερικό από τα παράλια. Οι γονείς του ήταν ο Σταυρός Τσαλίκης, τεχνίτης οικοδόμος και μητέρα του η Θεοδώρα Κρεμμυδά.

Το 1922, με την Μικρασιατική καταστροφή, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας εξεδιώχθησαν από τους Τούρκους και η οικογένεια του κόπηκε στα δύο. Ο πατέρας του έμεινε αιχμάλωτος στην Μικρά Ασία, ενώ η μητέρα του με την γιαγιά του Δέσποινα και τα τρία ανήλικα παιδιά της, τον Γιώργο 4 ετών, την Τασούλα 3 και το Ιάκωβο 2 ετών, ήρθαν στην Ελλάδα, και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Άγιος Γεώργιος Αμφίσσης, ως πρόσφυγες.Η οικογένεια ξανάσμιξε στα τέλη του έτους 1925, όταν εγκατεστάθηκε στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας, κοντά στο Προκόπι και την Αγία Άννα.

Το 1933 ο Ιάκωβος τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο του χωριού του με Άριστα, αλλά δεν συνέχισε τις σπουδές του, κυρίως ελλείψει οικονομικών μέσων. Αλλά ακολούθησε τον πατέρα του στις οικοδομικές του εργασίες. Εκείνα πού τον διέκριναν από την παιδική του ηλικία, ήταν η μεγάλη του ευσέβεια και η αγάπη του προς τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους. Διάβαζε από μικρός εκκλησιαστικά βιβλία, βίους Αγίων, και ήξερε απέξω αποσπάσματα από Ψαλμούς, Ιερές Ακολουθίες, απολυτίκια, κοντάκια. Στα 9 του, όπως θέλει η αφήγηση, είδε στο εξωκκλήσι του χωριού του, της Αγίας Παρασκευής, μια μοναχή, πού μίλησε μαζί του και του είπε πώς είναι η Αγία.

Η ένταξη του στον μοναχισμό

Τον Νοέμβριο του 1951 προσήλθε για να γίνει μοναχός, στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντα, κοντά στην κωμόπολη Λίμνη της Εύβοιας. Αλλά οι πνευματικές και οι εν γένει συνθήκες λειτουργίας της Μονής ήταν απογοητευτικές. Γι΄αυτό και σε λίγο καιρό την εγκατέλειψε και επέστρεψε στο χωριό σπίτι του. Τον Ιούλιο όμως του 1952, αποφασισμένος να εγκαταβιώσει σ΄αυτήν και υπηρετήσει ως μοναχός υπό οποιεσδήποτε δυσκολίες και συνθήκες. Ήταν η σοβαρότερη και κρισιμότερη απόφαση της ζωής του. Και πέτυχε το στόχο του. Έτσι στις 31 Νοεμβρίου 1952 εκάρη μοναχός και του ανατέθηκαν καθήκοντα Οικονόμου. Ενώ λίγες μέρες αργότερα χειροτονήθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Γρηγόριο Διάκονος και Πρεσβύτερος. Για την όλη συμπεριφορά του και τον ενάρετο βίο που ακολούθησε, το 1975 ορίζεται Ηγούμενος, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την κοίμηση του στις 21 Νοεμβρίου 1991.

Αυτά που χαρακτήριζαν όλη του τη ζωή ήταν η πίστη του στον ένα Τριαδικό Θεό, η απόλυτη αφοσίωση στα πνευματικά του καθήκοντα, η αυστηρή άσκηση, η νηστεία, η αγρυπνία, η προσευχή και η υπομονή στους πειρασμούς, τις δοκιμασίες, τις αρρώστιες και τις θλίψεις. Ο ίδιος υπέφερε από σοβαρές ασθένειες και εν τούτοις ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε η δυσανασχέτησε. Αλλά συνεχώς έλεγε «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» και «ζει Κύριος ο Θεός».

Τη ζωή του χαρακτήριζε η μεγάλη αγάπη και συμπαράσταση προς τον δοκιμαζόμενο κόσμο, πού συνέρρεε στη Μονή του Οσίου Δαβίδ από όλη την Ελλάδα, και ο Γέροντας τον άκουγε, τον συμβούλευε, τον βοηθούσε, και δοκιμάζονταν μαζί του.