Μνημόσυνο για τα δέκα χρόνια από την εκδημία του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, τελέστηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελιστρίας Πατρών.

Το μνημόσυνο τέλεσε ο Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος, πλαισιούμενος από τον Επίσκοπο Κερνίτσης κ. Χρύσανθο. Μετά το πέρας του Ιερού Μνημοσύνου, ο Μητροπολίτης Πατρών, πνευματικό παιδί του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, μίλησε για τη ζωή και το πρόσωπο του κυρού Χριστοδούλου.

«Το θάρρος του ήταν απαράμιλλο για την αλήθεια την αποκεκαλυμμένη από τον Θεό, για τα δίκαια των ανθρώπων, αλλά και για τα δίκαια της πατρίδας μας. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δεν υπολόγιζε τον εαυτό του μπροστά στην αλήθεια, δεν είπε όχι σε εθνοκόστος, ούτε κόπους, ούτε μόχθους, ούτε οποιαδήποτε θυσία, προκειμένου να μιλήσει καθαρά και ξάστερα για την αλήθεια, ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, και για την πραγματικότητα ότι η ορθοδοξία με την πατρίδα μας είναι ένα πράγμα...».

Σε άλλο σημείο της ομολίας του, ο κ. Χρυσόστομος τόνισε:

«Δεν είναι δυνατόν να ξεχάσουμε τον Χριστόδουλο ως Ελληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, γιατί ήταν ένας άνθρωπος δικός μας, όπως ο ίδιος έλεγε, και τον έβαλε στην καρδιά του κάθε Ελληνας από τον μικρότερο μέχρι τον μεγαλύτερο. Ξέρετε τι σημαίνει μετά από 10 χρόνια να ρωτάς ένα μικρό παιδάκι, τι ήταν ο Χριστόδουλος και να σου λέει ο Αρχιεπίσκοπος της Ελλάδος; Αυτό το κατόρθωσε εκείνος, με τη δική του μάχαιρα του πνεύματος, με τη δική του ζέση της καρδιάς του, με τη δική του αγάπη, με το ξάστερο βλέμμα του, με την ανοιχτή αγκαλιά για όλους. Ηταν ένας άνθρωπος που από την πρώτη ματιά που τον έβλεπες, ένιωθες ότι ήταν φίλος σου, ότι ήταν ο αδερφός σου».


Κερκύρας Νεκτάριος: «Χρέος σεβασμού προς τον Χριστόδουλο»

Στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος ο μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος τέλεσε μνημόσυνο στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

Στον λόγο του ο κ. Νεκτάριος ανέφερε:

Παρήλθαν, ως η ημέρα η εχθές, δέκα χρόνια από την προς Κύριον εκδημία του μακαριστού πνευματικού μας πατρός, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, του από Δημητριάδος και Αλμυρού.

Οφειλόμενο χρέος το σημερινό μνημόσυνο. Χρέος σεβασμού προς έναν άνθρωπο που αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον Χριστό, στην Εκκλησία, στην Ελλάδα μας.

Εναν άνθρωπο που δεν θέλησε να έχει ανάπαυλα στην ζωή του, αλλά εργάστηκε αδιαλείπτως για να δώσει από την ελπίδα της πίστεώς του, την πληθωρικότητα της αγαπώσης καρδιάς του, το πλήθος των γνώσεών του, το αδούλωτο φρόνημά του, την αφοβία του, το χαμόγελό του στους ανθρώπους που διψούσαν για Χριστό και Αλήθεια.

Η μνήμη του παραμένει άσβεστη, όχι μόνο στην καρδιά μας, διότι του οφείλουμε το κατά Χριστόν και κατ’ Εκκλησίαν ζην, όπως επίσης και τη μοναδική ευλογία του να έχουμε λάβει εκ των τιμίων αυτού χειρών και τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης. Κυρίως όμως του οφείλουμε την υιότητα την. Και γι’ αυτό αγαπήθηκε όσο κανείς από τον λαό μας, αλλά και ενόχλησε όσο κανείς όλους αυτούς, που πάντοτε απεργάζονται σχέδια εις βάρος της ταυτότητάς μας, του πατριωτισμού, της θέσης της Εκκλησίας στην κοινωνία μας, τους «σοφούς, τους γραμματείς, τους συζητητές του αιώνος τούτου», τους οποίους αποδείκνυε μωρούς (Α’ Κορ. 1, 20).

Οτι δεν θα πουλήσουμε τα ιερά και τα όσιά μας. Οτι στη νέα κρίση, που ξεκίνησε με τις πιέσεις που δεχόμαστε να παραιτηθούμε από το όνομα και την ταυτότητα της Μακεδονίας μας, ο δικός του λόγος παραμένει έμπνευση για όλους: «Η Μακεδονία θα σώσει την Ελλάδα γιατί κάποια Ελλάδα αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Και η Μακεδονία είναι αυτή που κρατά ψηλά τα λάβαρα με τέτοιες ιστορίες, αναμνήσεις. Με την ιστορική μνήμη καθάρια. Χωρίς σκοπιμότητες. Χωρίς υπολογισμούς. Χωρίς έξωθεν εντολής. Χωρίς υπαγορεύσεις. Για αυτό καλό θα ήταν όλοι οι Ελληνες να έρχονται από καιρού εις καιρό στη Μακεδονία. Και να προσέχουν που πατάνε, γιατί σε κάθε βήμα μπορεί να πατήσεις χώμα ιερό. Μπορεί να πατήσεις ένα τάφο. Μπορεί να πατήσεις ένα λείψανο. Είναι διάσπαρτος ο τόπος από θυσία. Αυτή η θυσία μας δίνει ζωή. Αυτή η θυσία μας συντηρεί. Και είναι το αντίδοτο της παγκοσμιοποίησης, που θέλει όλα να τα ισοπεδώσει. Να μη μιλάμε για αγώνες, να μη μιλάμε για πολέμους, να μη μιλάμε για θυσίες».