Του Κώστα Τζίμα

Στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα έζησαν και μαρτύρησαν για την πίστη τους, στη Σεβάστεια του Πόντου, σαράντα επίλεκτοι στρατιώτες, οι οποίοι κατάγονταν από διαφορετικούς τόπους. Σύμφωνα με τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476, όπως αναφέρεται σε σχετικό κείμενο της μητρόπολης Χίου, τα ονόματά τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνος, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάιος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δύο Γοργόνιοι, Ιουλιανός (ή Ελιανός ή Ηλιανός) και Αγλάιος ο καπικλάριος.

Την εποχή αυτή (308-323) αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Λικίνιος, ο οποίος το 313 είχε συνυπογράψει με τον Μέγα Κωνσταντίνο το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων», το οποίο διακήρυττε την ανεξιθρησκεία, γεγονός που παρείχε στους πολίτες του Ανατολικού και Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους τη θρησκευτική ελευθερία. Αλλά μετά από επτά χρόνια, ο Λικίνιος, στη μανιώδη προσπάθειά του να επικρατήσει και να εξαπλωθεί η ειδωλολατρεία έναντι της χριστιανικής πίστεως, εξαπέλυσε φοβερό διωγμό εναντίον των χριστιανών. Γι’  αυτό και έδωσε την εντολή στους διοικητές των ανατολικών επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να συλλαμβάνουν και να θανατώνουν με φρικτά βασανιστήρια τους χριστιανούς, οι οποίοι αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα.

Διοικητής της επαρχίας του Πόντου, όπου βρισκόταν και η πόλη της Σεβάστειας, ήταν την εποχή εκείνη Αγρικόλας. Στον στρατό της επαρχίας του Πόντου υπηρετούσαν σαράντα επίλεκτοι στρατιώτες, οι οποίοι χάρη στις ικανότητες και στην απαράμιλλη ανδρεία τους είχαν νικήσει τους Γότθους. Οταν ο Αγρικόλας πληροφορήθηκε ότι οι σαράντα στρατιώτες είναι χριστιανοί, έδωσε αμέσως την εντολή να πειθαρχήσουν στο διάταγμα του αυτοκράτορα και να προσφέρουν θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς. Οι σαράντα  αρνήθηκαν και ο Αγρικόλας διέταξε τη φυλάκισή τους.

Στη φυλακή έμειναν επτά ημέρες και στη συνέχεια προσήχθησαν σε δημόσια δίκη. Αφού και τότε οι σαράντα δεν πρόδωσαν την πίστη τους, οι στρατιώτες φρουροί άρχισαν να τους λιθοβολούν. Σύμφωνα με την παράδοση, με θεϊκή παρέμβαση ο ένας στρατιώτης άρχισε να χτυπά τον άλλο.
Ο Αγρικόλας έδωσε την εντολή να δέσουν τους Αγίους από τον λαιμό και να τους ρίξουν στη λίμνη της Σεβάστειας, η οποία είχε επιλεγεί ως ο τόπος του φρικτού μαρτυρίου των Αγίων Τεσσαράκοντα.

Στο μεταξύ, γύρω από τη λίμνη είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, που παρακολουθούσε.

Λίγες ημέρες μετά τον μαρτυρικό θάνατο των σαράντα, αυτοί παρουσιάσθηκαν στον Επίσκοπο Σεβαστείας, Πέτρο, και του υπέδειξαν το ποτάμι, όπου θα μπορούσε να βρει τα ιερά τους λείψανα. Αμέσως πήγε τη νύχτα με μερικούς χριστιανούς και αφού τα περισυνέλεξε, τα τοποθέτησε μέσα σε θήκες. Ιδιαίτερα σημαντική ιστορική σημασία έχει η διασωθείσα Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, σύμφωνα με την οποία η επιθυμία των ήταν να μεταφερθούν τα ιερά τους λείψανα και να κατατεθούν στο χωριό Σαρείμ, για να μείνουν ενωμένοι σωματικά και μετά τον θάνατό τους και όχι να διασκορπισθούν μεταξύ των χριστιανών, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Το 438 ευρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, από την αυτοκράτειρα Πουλχερία, κρυμμένα ιερά λείψανα των Αγίων στον ιερό ναό του Αγίου Θύρσου.

Αξιοθαύμαστο είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αγιος Θύρσος τα αποκάλυψε σε θεία οπτασία στον ύπνο της αυτοκράτειρας. Μετά από πολλές έρευνες, τα ιερά λείψανα ανακαλύφθηκαν στον τάφο της διακόνισσας Ευσεβείας μέσα σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στον τάφο της και προς το μέρος της κεφαλής της, σύμφωνα με τη διαθήκη της. Στην Κωνσταντινούπολη ανεγέρθηκαν μάλιστα και τρεις ναοί επ’ ονόματι των Αγίων, ενώ μονές αφιερωμένες στους Αγίους Τεσσαράκοντα ιδρύθηκαν στη Σεβάστεια από τον Επίσκοπο Πέτρο και στην Καισάρεια της Καππαδοκίας από την αδελφή του Μεγάλου Βασιλείου, την Αγία Μακρίνα, η οποία κατείχε τεμάχια ιερών λειψάνων τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι, τόσο οι γονείς, όσο και δύο ανιψιοί του Μεγάλου Βασιλείου κατείχαν τμήματα ιερών λειψάνων των Αγίων.