Διπλοί εορτασμοί για τον ελληνορθόδοξο κόσμο της Κύπρου έλαβαν χώρα την Κυριακή των Βαΐων ή της Ελιάς, όπως συνηθίζεται να λέγεται στη Μεγαλόνησο, καθώς η Εκκλησία μας όρισε όπως σήμερα εορτάζουμε την μετά βαΐων και κλάδων είσοδο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Η 1η Απριλίου όμως για τους Έλληνες της Κύπρου αποτελεί μία ιδιαίτερη ημέρα, αφού κατά την ημέρα αυτή κηρύχθηκε η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, 63 χρόνια προηγουμένως, για την απελευθέρωση του νησιού από τους Άγγλους αποικιοκράτες και την ένωσή του με τη Μητέρα Ελλάδα.

Αμέτρητοι οι πεσόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος, οι οποίοι κοσμούν το πάνθεον των ηρώων και μέχρι σήμερα αποτελούν πρότυπο θάρρους, ομολογίας και αντίστασης στους ξένους κατακτητές του πολύπαθου νησιού μας. Γρηγόρης Αυξεντίου, Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Μάρκος Δράκος, Ιάκωβος Πατάτσος, Στυλιανός Λένας, Μιχαλάκης Καραολής και πλήθος άλλων συναπαρτίζουν την ηρωικώς πεσούσα χορεία των εθνομαρτύρων μας. Άλλοι απαγχονίστηκαν, άλλοι εκτελέστηκαν, άλλοι πυρπολήθηκαν, άλλοι σφαγιάστηκαν, όλοι όμως υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Για 77 χρόνια, από το 1878 μέχρι το 1955, οι Κύπριοι διεκδικούσαν με ειρηνικό τρόπο από τους Άγγλους την ελευθερία τους και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα- κάτι που επέφερε, το 1955, την έναρξη ένοπλου αγώνα.

Η περίοδος της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο είχε συνολικά διάρκεια 82 ετών (1878 – 1960).

«Σ’ όλα αυτά τα χρόνια οι Έλληνες της Κύπρου, που αποτελούσαν το 82% του πληθυσμού, εξέφραζαν συνεχώς τα εθνικά τους αισθήματα και διαδήλωναν τον πόθο τους για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, γιατί ένιωθαν ότι η Κύπρος αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της. Τον Οκτώβριο του 1931 τα πράγματα οδήγησαν το λαό σε εθνική εξέγερση εναντίον των Άγγλων, οι οποίοι με την όλη στάση τους απογοήτευαν τον πληθυσμό του νησιού.

Ακολούθησαν συλλήψεις, φυλακίσεις, εκτοπισμοί, απελάσεις και χρηματικά πρόστιμα σε Έλληνες Κυπρίους. Ταυτόχρονα καταργήθηκαν συνταγματικές ελευθερίες του λαού, που κράτησαν εννιά χρόνια (1931 – 1940). Επίσης ασκήθηκαν πιέσεις στην ελληνική παιδεία της Κύπρου.

Στις 15 του Γενάρη του 1950 η Εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου πραγματοποίησε το Ενωτικό Δημοψήφισμα μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού και ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα σε ποσοστό 95,7%. Οι Άγγλοι όμως τήρησαν και πάλι αρνητική στάση, γιατί θεωρούσαν πάντα κλειστό το Κυπριακό ζήτημα.

Στις 28 Ιουλίου 1954 ο Υφυπουργός Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον ανέφερε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η Κύπρος είναι περιοχή με στρατηγική αξία και γι’ αυτό ουδέποτε θα εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης.

Η Ελλάδα με αίτησή της στον ΟΗΕ το 1954 ζήτησε την «Εφαρμογήν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών εις την περίπτωσιν του λαού της Κύπρου».

Στις 17 Δεκεμβρίου 1954 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ απέρριψε την αίτηση της Ελλάδας. Οι αρνητικές θέσεις της βρετανικής κυβέρνησης στο πρόβλημα της Κύπρου οδήγησαν τον Κυπριακό λαό σε ένοπλο αγώνα.

Στην Αθήνα σχηματίστηκε μια δωδεκαμελής Επιτροπή από εξέχοντα πρόσωπα της Κύπρου και της Ελλάδας, η οποία αποφάσισε να διεκδικήσει δυναμικά την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Τα μέλη της Επιτροπής επισφράγισαν την πίστη τους στο σκοπό του Αγώνα με όρκο στην Καινή Διαθήκη στις 7 Μαρτίου 1953. Πρόεδρος της Επιτροπής αυτής ορίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος ενεργούσε ως πολιτικός αρχηγός του Απελευθερωτικού Αγώνα, τον οποίο και χρηματοδοτούσε. Η Επιτροπή διόρισε ένα από τα μέλη της, το Γεώργιο Γρίβα, στρατιωτικό αρχηγό του Αγώνα, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης εν αποστρατεία και διέθετε πλούσια πείρα στρατιωτική, κυρίως σε θέματα τακτικής πολέμου. Ως αρχηγός της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Διγενής.

Αφού μελέτησε τις δυνατότητες διεξαγωγής ένοπλου Αγώνα με δυο επισκέψεις του στην Κύπρο, το 1951 και το 1952, κατάρτισε στην Αθήνα γενικό σχέδιο δράσης, το οποίο έθεσε σ’ εφαρμογή αμέσως μετά τη μυστική άφιξή του στις ακτές της Πάφου το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου 1954.

Στα τέλη Μαρτίου του 1955 η ΕΟΚΑ ήταν έτοιμη. Τη νύχτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου, 30 λεπτά μετά τα μεσάνυκτα, οι ομάδες της ΕΟΚΑ έδρασαν με επιτυχία. Εκκωφαντικές εκρήξεις συγκλόνισαν τη Λευκωσία, τη Λάρνακα, τη Λεμεσό και στρατιωτικές επισταθμίες. Η ΕΟΚΑ είχε τότε τον πρώτο της νεκρό. Ήταν ο Μόδεστος Παντελή από το Λιοπέτρι, που πέθανε από ηλεκτροπληξία στην προσπάθεια του ν’ αποκόψει ηλεκτροφόρα σύρματα, για να δράσουν οι ομάδες της ΕΟΚΑ.

Την 1η Απριλίου 1955 κυκλοφόρησε η πρώτη προκήρυξη του Διγενή που άρχιζε με τούτα τα λόγια: «Με την βοήθειαν του Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου του Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν του αγγλικού ζυγού».

Στην Κύπρο ακολούθησε περίοδος στρατοκρατίας. Οι Άγγλοι επιδίδονταν σε βανδαλισμούς εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Η ΕΟΚΑ εξαπέλυε παντού σφοδρές επιθέσεις.

Στις 25 Νοεμβρίου 1958 άρχισε η συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Τελικά ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 5 Δεκεμβρίου το σχέδιο του Μεξικού «περί ειρηνικής, δημοκρατικής και δικαίας λύσεως του Κυπριακού, συμφώνως προς το Χάρτην των Ηνωμένων Έθνών».

Μετά την πιο πάνω απόφαση του ΟΗΕ έγιναν συνομιλίες στο Παρίσι μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας Αβέρωφ και Ζορλού. Ακολούθησε συνάντηση των Πρωθυπουργών Καραμανλή και Μεντερές στη Ζυρίχη, όπου μονογραφήθηκαν σχετικά κείμενα. Στις 19 Φεβρουαρίου 1959 έγιναν δεκτές οι Συμφωνίες της Ζυρίχης στο Λονδίνο και υπογράφτηκαν από τους Πρωθυπουργούς και τους Υπουργούς Εξωτερικών της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, καθώς και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Φασίλ Κουτσιούκ.

Με την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου έληξε ο Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ και άρχισαν οι προετοιμασίες για τη δημιουργία του νέου κράτους. Στις 16 Αυγούστου 1960 εγκαθιδρύθηκε επίσημα η Κυπριακή Δημοκρατία και άρχιζε μια καινούρια περίοδος στην Ιστορία της Κύπρου.

Έθος αποτελεί η κατ’ αυτήν την ημέρα προσέλευση αγήματος του στρατού στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και η έπαρση της ελληνικής και κυπριακής σημαίας κατά την 7η πρωινή ώρα και η υποστολή της το εσπέρας της ιδίας μέρας.

Επίσης, μετά την επίσημη δοξολογία η οποία είθισται να ψάλλεται αυτή την ημέρα, τελείται τρισάγιο και γίνεται κατάθεση στεφάνων στα Φυλακισμένα Μνήματα, τον τόπο του φρικτού μαρτυρίου των νέων αδελφών μας, οι οποίοι έμειναν ανυποχώρητοι στις προκλήσεις των Βρετανών και ομολόγησαν με παρρησία τα ελληνορθόδοξα ιδανικά των Ελλήνων της Κύπρου. Ελληνικότητα και Ορθοδοξία, ένα άρρηκτο δίδυμο, που διαφυλάττει μέχρι τις μέρες μας τον κυπριακό λαό όρθιο απέναντι στους αλλεπάλληλους κατακτητές της νήσου μας.

Παρόντες στη φετινή τελετή ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, οι Αρχηγοί ή εκπρόσωποι της Αστυνομίας, Εθνικής Φρουράς και ΕΛ.ΔΥ.Κ. καθώς και λοιποί πολιτειακοί παράγοντες.

Η φετινή εθνική επέτειος συμπίπτει με την μεγάλη δεσποτική εορτή της εισόδου του Κυρίου Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Λίγο προηγουμένως, ο Κύριός μας είχε αναστήσει τον τετραήμερο φίλο του Λάζαρο και είχε δεχθεί την ευχαριστιακή πράξη της αδελφής του φίλου του Μαρίας, η οποία άλειψε τον Χριστό με μύρο πανάκριβο για την εποχή εκείνη και δέχθηκε την επίπληξη του παρανόμου Ιούδα. Και όλα αυτά, γίνονταν με βάση το απ’ αιώνος σχέδιο της Θείας Οικονομίας, ως προτύπωση της ταφής του Κυρίου μας.

Εισέρχεται, λοιπόν, σήμερα, στην Αγία Πόλη, ο Υιός και Λόγος του Θεού, καθισμένος σε ένα νεαρό γαϊδούρι, γεγονός ιδιαίτερα προσβλητικό για την εποχή εκείνη.

Όχι με δόξα και επιβλητικότητα, αλλά με ταπεινά μέσα, και γίνεται δεκτός από πλήθος κόσμου, που στρώνουν τα ρούχα τους και κλαδιά από φοίνικες και ελιές, για να υποδεχθούν τον Μεσσία, ο οποίος επιτέλεσε πολλά θαύματα μέχρι και νεκρεγέρσεις, όπως του φίλου του Λαζάρου από τη Βηθανία.

Στην Κύπρο, η Κυριακή των Βαΐων, επικράτησε να λέγεται Κυριακή της Ελιάς, ακριβώς επειδή οι πιστοί μεταφέρουν στο ναό κλαδιά από ελιά για να ευλογηθεί και την σκορπούν στον περίβολο του ναού κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου της εορτής αυτής.

Την ημέρα αυτή οι νοικοκυρές παίρνουν κλωνάρια ελιάς στην εκκλησία, για να μείνουν εκεί και μετά την Λαμπρή μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής, οπότε η ελιά αγιάζεται και θα την πάρουν στο σπίτι τους για την καθημερινή θυμίαση των σπιτιών τους.